Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Το τάνγκο: η ιστορία και η εξέλιξή του - Horacio A. Ferrer

0 σχόλια
Ο Οράσιο Φερέρ είναι ένας αφισιονάδο – ένας παθιασμένος τανγκέρο. Η μελέτη του εξετάζει το τάνγκο κυρίως από ανθρωπολογική άποψη: «Το τάνγκο δεν γεννιέται από τον συνδυασμό διαφόρων μουσικών ειδών, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο το δημιουργικό πνεύμα και η υπαρξιακή διάθεση του πορτένιο* πλάθει αυτά τα μουσικά είδη. Άλλο πράγμα ο ζωγράφος κι άλλο η παλέτα.»
[*πορτένιο = άνθρωπος του λιμανιού - ο κάτοικος του Μπουένος Άιρες]

Το βιβλίο [1959] είναι, εκτός από ιστορική μελέτη και ανάλυση, μια πολεμική ενάντια σε όσους έβλεπαν το τάνγκο ως ένα είδος προς εκμετάλλευση [μουσική βιομηχανία] ή ένα ακαδημαϊκό μουσικό είδος που έπρεπε να μείνει προσηλωμένο στο παρελθόν – να μην εξελιχθεί.

Ο Φερέρ προσπάθησε να εντάξει το τάνγκο στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Το βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο σε όσους έχουν μουσικές γνώσεις, αλλά προπάντων στο ευρύτερο κοινό. Παρέχει πλούσιο υλικό για τον μελετητή του τάνγκο και ταυτόχρονα δίνει με απόλυτη σαφήνεια και ζωντάνια το κλίμα μέσα στο οποίο γεννήθηκε και εξελίχθηκε το τάνγκο.

Από τις πρώτες σελίδες, δεν μπορεί κανείς να μη χαμογελάσει με πικρία όταν διαβάζει για την απαξίωση με την οποία αντιμετώπισαν τη λαϊκή μουσική του κόλπου του Ρίο ντε λα Πλάτα [του ποταμού του ασημιού] η άρχουσα τάξη και το εκπαιδευτικό σύστημα. Κι αυτό γιατί η ίδια αντιμετώπιση επιφυλάχθηκε και στην ελληνική λαϊκή μουσική [ρεμπέτικα] και πιθανότατα το ίδιο συνέβη στις περισσότερες χώρες του κόσμου.

Είναι προφανές ότι ο Φερέρ, όπως οι περισσότεροι τανγκέρος, άντλησε τις μουσικές του γνώσεις, την έμπνευση και τη συγκρότησή του έξω από το εκπαιδευτικό σύστημα.

Το τάνγκο [όπως και το λαϊκό θέατρο, που έχει στενή σχέση μαζί του] είναι τέχνη των λαϊκών τάξεων και γεννήθηκε στις πόλεις του κόλπου του Ρίο ντε λα Πλάτα [Μπουένος Άιρες, Μοντεβιδέο]από τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Η εξωτερική μετανάστευση αφορά κυρίως Ισπανούς, Ιταλούς και Γερμανούς, ενώ η εσωτερική τους εξαθλιωμένους γκάουτσο [ανθρώπους της υπαίθρου] και αυτόχθονες πληθυσμούς που στρέφονται στην πόλη για να επιβιώσουν. Η μετανάστευση στην Αργεντινή μετά τη δεκαετία του 1880 – δεύτερη σε αριθμούς μετά από αυτή στις ΗΠΑ – βοήθησε ώστε το 1908 η χώρα να είναι η 7η πιο αναπτυγμένη χώρα στον κόσμο. Η μετανάστευση οδήγησε στην επανασύσταση της αργεντίνικης κοινωνίας.

Το τάνγκο λοιπόν γεννιέται στα περίχωρα της μεγαλούπολης. Στα κονβεντίγιος, τις φτωχικές αυλές που σε μικρά δωμάτια γύρω τους στριμώχνονται πολυπληθείς οικογένειες, κοντά στα λιμάνια – εικόνα οικεία και σε όσους μεγάλωσαν σε προσφυγικές συνοικίες στην Ελλάδα. Εκεί βράζει η ψυχή του φτωχού μετανάστη και του περιθωριοποιημένου Αργεντίνου – του ξεπεσμένου γκάουτσο, του κομπάδρε [καπέλο, μαντίλι, μαχαίρι] και της πόρνης. Των στρωμάτων εκείνων που αρνιούνται τους κανόνες της αστικής κοινωνίας. Είναι η μουσική των κακόφημων καφενείων και των οίκων ανοχής. Των οίκων ανοχής, όπου οι μάγκες και οι κουτσαβάκηδες της περιφέρειας πηγαίνουν, εκτός των άλλων, να ακούσουν μουσική και να χορέψουν - με πρόδηλο το ερωτικό στοιχείο.

Αυτό το γοητευτικό και άθλιο χαρμάνι – ανάλογα από ποια σκοπιά το βλέπεις – που ζούσε σε μόνιμη κατάσταση  άγχους, πόνου και περιθωριοποίησης, δημιούργησε νέες συνθέσεις. Ο Φερέρ θεωρεί το τάνγκο υβριδική σύνθεση τριών μουσικών ειδών: του τάνγκο ανδαλούς, της χαμπανέρα [που έφεραν οι Κουβανοί ναύτες του λιμανιού της Μπόκα] και της μιλόνγκα. Ταυτόχρονα, θεωρεί σημαντική τη συμβολή της αφρικάνικης μουσικής και τις επιρροές από την αυτόχθονη  μουσική των Ινδιάνων, χωρίς όμως να τις αναλύει, λέγοντας πως υπερβαίνουν τα όρια της μελέτης του. Αντίθετα, αναλύει επιμελώς τον ρόλο που έπαιξε το λαϊκό θέατρο στην ανάμειξη αυτών των ειδών και στην αποδοχή του τάνγκο από ευρύτερες λαϊκές μάζες. Αυτό έγινε κυρίως με την εισαγωγή του στις ισπανικής προέλευσης σαϊνέτε – μονόπρακτα με κωμική διάθεση και λαϊκό χαρακτήρα που παιζόταν στο τέλος ή ανάμεσα σε μεγαλύτερες παραστάσεις. Η συμμετοχή αυτή του τάνγκο στις λαϊκές θεατρικές παραστάσεις με τον καιρό γενικεύτηκε συμβάλλοντας στη δημιουργία του «εθνικού θεάτρου».

Όπως λέει ο Φερέρ, «το πνεύμα του τάνγκο υπήρχε στις πόλεις του Ρίο ντε λα Πλάτα πριν εμφανιστεί το ίδιο το τάνγκο». Οι λαϊκές τάξεις ασχολούνται με το θέατρο και το τάνγκο ως καλλιτεχνικά μέσα έκφρασης γιατί οι απαιτούμενες τεχνικές δεξιότητες δεν υπερβαίνουν τις δυνατότητές τους – οποιοσδήποτε παίζει ένα μουσικό όργανο μπαίνει σε έναν κύκλο και παίζει. Η έκφραση μέσα από ένα τάνγκο δεν χρειάζεται ιδιαίτερες μουσικές γνώσεις, σε εκείνο το πρώτο στάδιο τουλάχιστον. «Το σφύριγμα ενός σκοπού, ένα προφορικό ποίημα, είναι και μπορεί να είναι ένα τάνγκο.»

Όλοι αυτοί οι ανώνυμοι αναλφάβητοι μουσικοί βάζουν το λιθαράκι τους στην αυθεντική φυσιογνωμία του τάνγκο. Τα πρόσωπα-κλειδιά και τα έργα-ορόσημα στην ιστορία του τάνγκο δεν είναι περισσότερο από το 10% μιας τεράστιας καλλιτεχνικής παραγωγής.

Από κει και πέρα, στο δεύτερο περίπου μισό της μελέτης του, ο Φερέρ ασχολείται με τα προβλήματα της περιοδολόγησης και της εξέλιξης του τάνγκο.

Χοντρικά χωρίζει την εξέλιξη αυτή σε Παλιά και Νέα Φρουρά [Guardia Vieja – Guardia Nueva] με μορφολογικά κυρίως κριτήρια.

Η Παλιά Φρουρά – περίπου 1880-1920 – χαρακτηρίζεται από την οριστικοποίηση του ηχοχρώματος.Οι πρώτες ορχήστρες είχαν άναρχη σύνθεση. Αρχικά, φεύγουν τα χάλκινα και στις ορχήστρες καθιερώνεται η άρπα, το βιολί και το φλάουτο. Στις αρχές του 20ου αιώνα η άρπα αντικαθίσταται από την κιθάρα. Λίγο αργότερα κυριαρχούν το πιάνο, το βιολί και το μπαντονεόν – όργανο με γερμανικές ρίζες.
Επίσης οριστικοποιείται ο χορός του τάνγκο.
Κοινωνικά, σιγά-σιγά περνά από τα χέρια των περιθωριακών ομάδων στα φτωχά και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης. Η μπουρζουαζία απορρίπτει συστηματικά το τάνγκο. Όμως, «με απορρίπτουν άρα υπάρχω».

Με τη Νέα Φρουρά – περίπου 1920-1960 – σταθεροποιείται η δομή του τάνγκο σε 2-3 16μετρα. Η γλώσσα των τραγουδιών είναι ένα αμάλγαμα ισπανικών με ιταλικά, γερμανικά και αυτόχθονα στοιχεία. Οι φιγούρες του χορού απλοποιούνται. Τώρα πια, ακόμη και τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα διασκεδάζουν ακούγοντας και χορεύοντας τάνγκο.
Εκεί που αρχικά παιζόταν σε κακόφημα καφενεία των περιχώρων, σε παράνομα μαγαζιά και σε οίκους ανοχής, τώρα το βρίσκει κανείς σε καφέ, καμπαρέ, ανοιχτούς χώρους αναψυχής, σινεμά, θέατρα, ζαχαροπλαστεία, αίθουσες χορούς, κλπ.
Η μουσική βιομηχανία ασχολείται συστηματικά πια με την οικονομική του εκμετάλλευση και αυτό συνακόλουθα φέρνει αναγνώριση πνευματικών δικαιωμάτων αλλά και οργάνωση των καλλιτεχνών σε επαγγελματικά σωματεία.

Ονόματα καλλιτεχνών που εμφανίζονται την πρώτη εποχή είναι ο «τίγρης» Εδουάρδο Αρόλας, ο «Γερμανός» Αρτούρο Μπερνστάιν, ο Πέδρο Μάφια, ο Ρομπέρτο Φίρπο και η ορχήστρα του, ο Χουάν Κάρλος Κομπιάν [La casita de mis viejos], ο Πασκουάλ Κοντούρσι που μας δίνει το πρώτο τάνγκο με στίχους, το Mi noche triste [1916-1917]. Χωρίς βέβαια οι παλιοί να εξαφανιστούν, νέα ονόματα βγαίνουν στην επιφάνεια λίγο πριν ή μετά το 1920: Αγκουστίν Μπαρντί [Que Noche!, El Abrojo], ο Χούλιο ντε Κάρο, ο Οσβάλντο Πουλιέσε, που το τραγούδι του Recuerdo ο Φερέρ θεωρεί σταθμό στη διάκριση των περιόδων, και φυσικά ο μεγάλος Κάρλος Γκαρδέλ, στον οποίο αφιερώνει ένα μικρό κεφάλαιο, θεωρώντας τον σταθμό στην ερμηνεία των τραγουδιών του τάνγκο. Σε ένα άλλο κεφάλαιο μελετά την εξέλιξη των μουσικών σχημάτων από το απλό τρίο [βιολί, πιάνο, μπαντονεόν] στο σεξτέτο [2 βιολιά, 2 μπαντονεόν, κοντραμπάσο, πιάνο], που δίνει ηχητική βαρύτητα και τέλος στην Orquesta tipica [1915-20] που συνήθως αποτελείται από μια ομάδα εγχόρδων [βιολιά, βιόλα, βιολοντσέλο], μια ομάδα μπαντονεόν [3+] και μια ομάδα ρυθμού [πιάνο, κοντραμπάσο].

Όλα αυτά τα ονόματα - άγνωστα στον μέσο Έλληνα αναγνώστη - ίσως θολώνουν αυτό που πραγματικά είναι το τάνγκο. Με τα λόγια του Φερέρ: «Το τάνγκο είναι η ίδια η ζωή, σ’ αυτό συγκλίνουν όλα τα αινίγματα της ανθρώπινης ψυχής. Το υπόβαθρό του θα είναι αναγκαστικά μελαγχολικό διότι η ζωή είναι μελαγχολική. Και γι’ αυτό είναι κάτι προσωπικό. Διότι μια εξομολόγηση δε γίνεται φωναχτά. Το τάνγκο είναι μια ατμόσφαιρα, συνδέει στιγμές…»


[Το άρθρο αυτό για το βιβλίο του Οράσιο Φερέρ, Το τάνγκο, η ιστορία και η εξέλιξή του (εκδόσεις Κοντύλι), βασίστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο καφέ Φιλίππου στην παραλία του Βόλου, στις 22 Ιουνίου 2014, από τον Παναγιώτη Αλεξανδρίδη και την Σοφία Ηλιάδη, που διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο. Η παρουσίαση τελείωσε με τα μέλη του Puerto del Tango - και όχι μόνο - να χορεύουν τάνγκο.]

Ο Οράσιο Φερέρ γεννήθηκε το 1933 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης. Ποιητής, μελετητής και στιχουργός, είναι ιδιαίτερα γνωστός για τους στίχους που έγραψε σε τάνγκο του Άστορ Πιατσόλα, με κορυφαία ίσως το Balada para un loco και Chiquilin de Bachin.

Share/Bookmark

Σχόλια

Ετικέτες