Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Πάμπλο Νερούδα - Σονέτο XI ("Εκατό ερωτικά σονέτα")

1 σχόλια

Πεινάω για το στόμα, τη φωνή σου, τα μαλλιά σου,
παίρνω τους δρόμους νηστικός κι αμίλητος,
πια δεν με θρέφει το ψωμί, η αυγή με συνταράζει,
ψάχνω όλη μέρα τον υγρό τον ήχο των ποδιών σου.

Διψώ για τ’ απαλό το γέλιο σου, τα χέρια σου
των άγριων σπαρτών που έχουν το χρώμα,
πεινάω για τις πέτρες των νυχιών σου τις χλωμές,
θέλω να φάω το δέρμα σου σα μύγδαλο αξεφλούδιστο.

Θέλω να φάω τη φλεγόμενη αχτίδα του κορμιού σου,
τη μύτη την αγέρωχη στο πρόσωπό σου τ’ αλαζονικό,
θέλω να φάω τον φευγαλέο των βλεφάρων σου τον ίσκιο

και πεινασμένος πάω κι έρχομαι, οσμίζομαι το σούρουπο
ζητώντας σε, ζητώντας τη ζεστή σου την καρδιά
σαν ένα πούμα στις ερημιές του Κιτρατούε.
                                       
                                           (Πρώτη έκδοση 1960)

[Μετάφραση από τα ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
[Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο και εδώ βιογραφικά στοιχεία του ποιητή - άλλα ποιήματα του Νερούδα στο ιστολόγιό μας]
Συνέχεια →
Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Καρδιά τόσο άσπρη - Χαβιέρ Μαρίας

0 σχόλια
Καρδιά τόσο άσπρη Του Javier Marìas
Υπάρχουν βιβλία που τ’ αρχίζεις και δεν μπορείς να τα τελειώσεις. Άλλα πάλι τα τελειώνεις και μετά από λίγο χρόνο τα ξεχνάς, δεν θυμάσαι καν το τίτλο, τον συγγραφέα. Τέλος υπάρχουν κι εκείνα τα βιβλία, που σ’ εντυπωσιάζουν τόσο, που δεν μπορείς να τα ξεχάσεις. Θέλεις να τα ξαναδιαβάσεις, να γράψεις μερικές αράδες για αυτά, να μοιραστείς κάποια πράγματα που σ’ εντυπωσίασαν με τους φίλους σου. Ένα τέτοιο βιβλίο ήταν για μένα το «Καρδιά τόσο άσπρη» του Javier Marias: το συζητήσαμε στη Λέσχη Ανάγνωσης Εξωραϊστικής Βόλου την Κυριακή 21/4/2013, δηλαδή πριν σχεδόν 2μιση μήνες και δεν λέω να το ξεχάσω. Ήθελα από καιρό να το ξαναπιάσω στα χέρια μου και να γράψω μια παρουσίαση γι’ αυτό. Στο εντωμεταξύ έχω διαβάσει πάνω από 10 διαφορετικές σκέψεις – παρουσιάσεις για το βιβλίο σε διάφορα blogs και εφημερίδες. Με τα περισσότερα συμφωνώ, κι επειδή κανόνας μου είναι να μην εφευρίσκω τον τροχό ξανά και ξανά, ίσως τα περισσότερα από αυτά που θα αραδιάσω παρακάτω, αποτελούν ευγενή προσφορά – δανεισμό από αυτές τις πηγές, που παραθέτω στο τέλος.

Θυμάμαι, μόλις μισή ώρα πριν την συνάντησή μας στη Λέσχη, πρόλαβα να διαβάσω και τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου σπίτι μου. Διάφορες σκέψεις, υψηλής έντασης και πολυπλοκότητος με είχαν κατακλύσει. Δεν ήξερα από πού ν' αρχίσω: να δώσω σημασία στην περιγραφή της πλοκής, των προσώπων, των σκέψεων που τα πρόσωπα φαίνεται ότι κάνουν (κατά τον αφηγητή); Ή, τι είναι αυτό το μυθιστόρημα, αστυνομικό, φιλοσοφικό, ψυχολογικό με φιλοσοφικές προεκτάσεις... ή είναι εντέλει ένα σύγχρονο φιλοσοφικό μυθιστόρημα;

Τελικά από την συζήτηση μεταξύ μας στη Λέσχη, ξεκαθάρισαν πολλά πράγματα. Η "Καρδιά τόσο άσπρη" θα μπορούσε λοιπόν να είναι κι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα αλλά αυτό που προκύπτει τελικά είναι ένα εξαιρετικό και μοναδικό κράμα διαφόρων ειδών γραφής. Ο Χαβιέρ Μαρίας μας μιλά για τη δύναμη των λέξεων και τη δυνατότητά τους ν' αλλάξουν τη ζωή εκείνου που θα τις ακούσει, για τη δύναμη της αφήγησης, για τα μυστικά, το γάμο, την υποψία, το τυχαίο, για την ομιλία και την αποσιώπηση και τις τόσο άσπρες καρδιές που σιγά σιγά λερώνονται, μαθαίνοντας αυτό που δεν θέλησαν να μάθουν.

"Το ν' ακούς είναι το πιο επικίνδυνο, σημαίνει να ξέρεις, σημαίνει να πληροφορείσαι και να είσαι ενήμερος, τ' αυτιά δεν έχουν βλέφαρα που θα μπορούσαν να κλείσουν ενστικτωδώς μπροστά σ' αυτό που ειπώθηκε, δεν μπορούν να φυλαχτούν απ' αυτό που προαισθάνονται ότι θ' ακούσουν, πάντα είναι πάρα πολύ αργά. Τώρα πια ξέρουμε, κι αυτό μπορεί να λεκιάσει τις τόσο άσπρες καρδιές μας, ίσως και να 'ναι χλωμές και φοβισμένες, ή δειλές".
Javier Marìas

Αλλά ας πιάσουμε το νήμα από την αρχή.

"Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα ότι ένα από τα κορίτσια, όταν δεν ήταν πια κορίτσι και είχε πρόσφατα επιστρέψει από το γαμήλιο ταξίδι της, μπήκε στο μπάνιο, στάθηκε μπροστά στο καθρέφτη, άνοιξε την μπλούζα της, έβγαλε το σουτιέν και σημάδεψε την καρδιά της με την κάννη του πιστολιού του πατέρα της, ο οποίος βρισκόταν στην τραπεζαρία με κάποια από τα μέλη της οικογένειας και τρεις καλεσμένους".

Έτσι με ένα πυροβολισμό αρχίζει η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του βιβλίου. Ένα νέο κορίτσι, λίγο μετά το γαμήλιο ταξίδι της, αυτοκτονεί με το πιστόλι του πατέρα της. Ο άντρας της, μήνες μετά θα παντρευτεί την αδελφή της. Λέγεται Ρανθ και είναι ο πατέρας του αφηγητή. Αυτή η σκηνή που έχει σημαδέψει την οικογένεια αποτελεί ένα μυστικό αξεδιάλυτο για τον γιο. Ακόμη και παντρεμένος με την Λουίσα, προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει πράξεις και λόγια που κουβαλιούνται χρόνια τώρα σαν ένα βασανιστικό κληροδότημα. Το ζευγάρι είναι διερμηνείς (ο Χουάν που είναι κι ο αφηγητής και η Λουίσα) και γνωρίστηκαν σε διεθνείς συναντήσεις. Κερδίζουν χρήματα, ταξιδεύουν συνεχώς, γλώσσες, χώρες, καταγωγές είναι γι αυτούς στοιχεία διερμηνεύσιμα αλλά τα συναισθήματα και η βαθιά λογική τούς διεφεύγει. Τα μυστικά, που ποτέ δεν διερμηνεύονται, αποτελούν τους άλυτους γρίφους και μοιάζουν να αιωρούνται πάνω από τις ζωές τους.

“Η αφήγηση παραμορφώνει, η αφήγηση των γεγονότων παραμορφώνει τα γεγονότα και τα παραποιεί και σχεδόν τα αρνείται, το καθετί που αφηγούμαστε παύει σιγά σιγά να είναι πραγματικό και ακριβές, ακόμα κι αν είναι αληθινό, η αλήθεια δεν εξαρτάται από το αν υπήρξαν ή συνέβησαν τα πράγματα, αλλά από το αν παραμένουν κρυμμένα και αν αγνοούνται και αν δεν λέγονται΄ όταν αναφέρονται ή εκδηλώνονται ή επιδεικνύονται, ακόμα κι αν είναι με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο, στην τηλεόραση ή στις εφημερίδες, σ αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα ή ζωή ή ακόμα και πραγματική ζωή, γίνονται τελικά μέρος της αναλογίας και του συμβόλου, και δεν είναι πια γεγονότα, αντίθετα έχουν μετατραπεί σε αναγνώριση.”

Η αυτοκτονία της αδελφής της μητέρας του αν κι έχει συμβεί στο απώτερο παρελθόν και είναι άγνωστη στον αφηγητή μέχρι τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, ωστόσο είναι συνεχώς παρούσα στη ζωή του και καθορίζει το μέλλον του. Ο Χουάν επιζητά να μάθει και ν' αναλύσει τα πάντα εκτός απ' αυτό που συνέβη τόσο παλιά και που τον αφορά. Ωστόσο το γεγονός αυτό παραμένει μετέωρο ανάμεσα στους ήρωες του μυθιστορήματος αλλά και ανάμεσα στον αναγνώστη και στον αφηγητή θέτοντας κάθε τόσο σε κίνηση την περίτεχνη πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Άλλωστε, θα έρθει η στιγμή που όλα θα έρθουν στο φως.

"Σκέφτηκα τότε πως ήταν γραφτό μου να μάθω, λες και οι ιστορίες που επί πολλά χρόνια βρίσκονται θαμμένες έχουν μια στιγμή που πρέπει να βγουν στην επιφάνεια και τίποτα δεν μπορεί να εμποδίσει τον ερχομό τους... Δεν πιστεύω ότι περνάει ποτέ η εποχή μιας ιστορίας. Τα πάντα βρίσκονται εδώ, περιμένοντας κάτι να τα κάνει να επιστρέψουν. Ίσως φτάνει τελικά κάποια στιγμή που τα πράγματα θέλουν να ειπωθούν, αυτά τα ίδια, ίσως για να ξεκουραστούν ή για να περάσουν επιτέλους στο χώρο του φανταστικού".

Ο Ισπανός δημιουργός αποδεικνύεται μεγάλος μάστορας της αφήγησης. Κατασκευάζει ένα πυκνό και ποιητικό μικροσύμπαν, που κέντρο του είναι ο άνθρωπος της εποχής μας, κλεισμένος στο κέλυφός του σα σαλιγκάρι.

"Η αλήθεια ποτέ δεν λάμπει, όπως συνηθίζουμε να λέμε, γιατί η μοναδική αλήθεια είναι αυτή που δεν γίνεται γνωστή και δεν μεταδίδεται, εκείνη που δεν μεταφράζεται σε λέξεις ή σε εικόνες, η καλυμμένη και η μη επιβεβαιωμένη, και ίσως γι' αυτό να αφηγούμαστε τόσα ή ακόμα και να τα αφηγούμαστε όλα, ώστε να μην έχει συμβεί τίποτα, από τη στιγμή που το έχουμε αφηγηθεί".

Ο αφηγητής θα έρθει η στιγμή να αναμετρηθεί με την αλήθεια. Γιατί αυτοκτόνησε η αδελφή της μητέρας του; Η Λουίσα θα εμπλακεί επίσης στην ομολογία του μυστηρίου. Όλοι μαζί όμως θα αποδιοργανωθούν αφού πρέπει να εξιστορήσουν με την πραγματική γλώσσα της ζωής και φυσικά η καρδιά τους δεν θα παραμείνει “λευκή”, μαθαίνοντας αυτό που δεν θέλησαν να μάθουν μέχρι τότε.

Ο Μαρίας συνεχίζει να κάνει εμπνευσμένη και συστηματική ανάλυση πολλών περιφερειακών καταστάσεων,  φεύγοντας από το θέμα στο οποίο βρίσκεται και περνώντας σ΄ένα άλλο με την μεγαλύτερη άνεση που φαντάζεται κάποιος. Παρατηρεί εστιάζοντας με οξύτατη αντίληψη στα βασικά αλλά και δευτερεύοντα συναισθήματα και πραγμένα των εμπλεκομένων και κυρίως στα δικά του ως αφηγητή -αυτοδιηγητικού μάλιστα,ρόλο που κρατάει σταθερά για τον εαυτό του αφήνοντάς τον πάντως να αναπνέει κι έξω από αυτόν- αλλά η τελική ανασύνθεση των όσων παρατηρεί, με αυτήν την άκρως στοχαστική  διάθεση, κι η καταγραφή τους που επιχειρεί αμέσως μετά, είναι πάρα πολύ δύσκολη,  αυτή καθαυτή, διότι ελλοχεύει ο κίνδυνος να μετατραπεί σε μια εντυπωσιακή μυθιστορία βάσης, με έντονα στοιχεία αστυνομικής πλοκής, διακλαδωμένη όμως με πλήθος παραφυάδων ιστοριών  γύρω της, που ενδέχεται -αν δεν διατυπωθούν με μέτρο- ν΄αποπροσανατολίσουν, να μείνουν σ΄ αυτό δηλαδή το κάτι, που φοβήθηκα στην αρχή.

Ακριβώς όμως αυτό το ρίσκο που παίρνει, να κάνει δηλαδή μια δύσκολη,συνθετική και παρέμβλητη αφήγηση, είναι ό,τι απογειώνει το δημιούργημά του, καθώς ο Μαρίας, επειδή το μπορεί, κεντάει στην συνέχεια με λέξεις ένα λεπτομερές και δύσκολο κομψοτέχνημα και παράλληλα με το βασικό, που έχει κατά νου σαν θέμα και σαν κεντρικό του μοτίβο, δεν διστάζει να προσθέτει συνεχώς  δεκάδες μικρότερα μοτίφ,που έλκουν ακόμα περισσότερο τον αναγνώστη,που, αν δεν βιαστεί, πρόκειται να απολαύσει ένα καθ΄όλα εξαιρετικό βιβλίο ,έναν μύχιο μονόλογο, πέρα για πέρα εξομολογητικό, ενός ανθρώπου που στέκεται απέναντι από τον καθρέφτη στον οποίο αντικατοπτρίζεται  η ψυχή η δική του αλλά και των υπολοίπων -οικείων και ξένων- κι όλο αυτό είναι σαν την συνεχή ροή ενός μυαλού ευαίσθητου, σαν το αέναο βόμβισμα μιας παραγωγικής κυψέλης σκέψεων, σαν την ματιά μέσα από ένα καλειδοσκόπιο, διασκεδαστική και τρομαχτική παράλληλα, τόσο αληθινή όσο μαζί και ψεύτικη, που πριν -τόσο βιαστική είμαι ώρες και φορές- τις εξέλαβα σαν περικοκλάδες ...

Ο αφηγητής μας κατέχεται από λογής φόβους για την εξέλιξη του γάμου του με την συνάδελφό του μεταφράστρια και διερμηνέα Λουίσα,από το ταξίδι τους του μέλιτος κιόλας,επειδή ο πατέρας του,ο εκλεπτυσμένος και καλοστεκούμενος Ρανθ, ήταν ο σύζυγος της νεαρής γυναίκας που την αυτοκτονία της περιγράφει στην αρχή. Η νεαρή αυτή γυναίκα, η Τερέσα,αδελφή της επόμενης συζύγου τού Ρανθ της Χουανίτας,μητέρας του αφηγητή, έχει μάθει κάτι που την οδηγεί στην αυτοκτονία μια βδομάδα μετά την επιστροφή του ζευγαριού από το γαμήλιο ταξίδι.

Ο αφηγητής, που το όνομά του είναι Χουάν, κυριεύεται από φόβους,ανησυχίες και πολλές αρνητικές σκέψεις , που τις επιτείνει η γνώση, έστω και ημιτελής,του θανάτου που βαραίνει την οικογενειακή ιστορία και μάλιστα ένα περιστατικό του οποίου γίνεται μάρτυρας κατά την δική του γαμήλια παραμονή στην Αβάνα, τις κάνει ακόμα πιο έντονες.

Ένα παράνομο ζευγάρι,στο διπλανό δωμάτιο, η Κουβανή Μύριαμ κι ο Ισπανός Γκιγιέρμο μαλώνουν για την συνέχιση της σχέσης τους και τους ακούει όταν εκείνη του ζητάει να σκοτώσει την γυναίκα του για να μείνει ελεύθερος κι αυτός της λέει να κάνει υπομονή γιατί η γυναίκα του είναι έτσι κι αλλιώς ετοιμοθάνατη.

Ο Χουάν κουβαλάει αυτήν την ξένη ιστορία μαζί του, την στοιβάζει χωρίς να την μοιραστεί με την σύζυγό του πάνω στην δική του οικογενειακή κι έρχεται γρήγορα να προστεθεί και μια ακόμα, που την ζει σαν τρίτος αλλά πιο άμεσα, σ΄ένα ταξίδι του επαγγελματικό στην Νέα Υόρκη και η οποία διαδραματίζεται ανάμεσα στην παλιά του φίλη και συνάδελφο Μάρτα κι έναν μυστήριο άντρα, που τον λένε Μπιλ -το όνομα Μπιλ, από το Ουίλιαμ, αντιστοιχεί στα ισπανικά με το Γκιγιέρμο- και όλα αυτά, μαζί με ό,τι αργότερα ο Ρανθ αποκαλύπτει στην Λουίσα, την παλιά ιστορία και μοναδική αλήθεια για την αυτοκτονία της Τερέσας, ψυχικά τσακίζουν τον Χουάν, τον κυνηγούν, τα βλέπει στον πολυπρισματικό καθρέφτη-καλειδοσκόπιο, που έλεγα πιο πάνω.

Παρακάτω αντιγράφω ορισμένες σκέψεις του συγγραφέα για το γάμο (κι όχι μόνο):

«Από τότε που σύναψα το γάμο ( και αυτό είναι ένα ρήμα σε αχρηστία, αλλά πολύ παραστατικό και χρήσιμο) άρχισα να έχω ένα σωρό προαισθήματα καταστροφής, προαισθήματα όμοια μ’ εκείνα που σου προκαλεί μια απ’ αυτές τις αρρώστιες από τις οποίες ποτέ δεν ξέρεις με βεβαιότητα πότε θα θεραπευτείς. Η έκφραση αλλάζω κατάσταση, που συνήθως τη χρησιμοποιούμε με ελαφρότητα και γι’ αυτό δε λέει και πάρα πολλά, είναι αυτή που μου φαίνεται πιο κατάλληλη και ακριβής για την περίπτωσή μου, και της προσδίδω βαρύτητα, αντίθετα με ό,τι συνηθίζεται. Με τον ίδιο τρόπο που μια αρρώστια αλλάζει τόσο την κατάστασή μας ώστε μας αναγκάζει μερικές φορές να διακόψουμε τα πάντα και να κρεβατωθούμε ατέλειωτες μέρες και να βλέπουμε πια τον κόσμο μονάχα από το μαξιλάρι μας, έτσι και ο γάμος μου ήρθε να καταργήσει τις συνήθειές μου και ακόμη και τις πεποιθήσεις μου και, γεγονός πιο αποφασιστικής σημασίας, μέχρι και τη θεώρησή μου για τον κόσμο. Ίσως επειδή ήταν ένας γάμος κάπως όψιμος, ήμουν τριάντα τεσσάρων χρόνων όταν τον σύναψα. (…)

Αυτή η αλλαγή κατάστασης, όπως και η αρρώστια, έχει ανυπολόγιστες συνέπειες και διακόπτει τα πάντα, ή τουλάχιστον δεν επιτρέπει σε τίποτα να συνεχίσει να είναι όπως πριν: δεν μας επιτρέπει, για παράδειγμα, μετά τη βραδινή έξοδο για φαγητό ή για σινεμά να πάει ο καθένας στο σπίτι του και να χωρίσουμε, κι εγώ με το αυτοκίνητο ή μ’ ένα ταξί ν’ αφήσω τη Λουΐσα στην πόρτα του σπιτιού της κι ύστερα, αφού θα την έχω αφήσει, να κάνω μόνος μου μια βόλτα στους μισοάδειους και πάντα καταβρεγμένους δρόμους, και φυσικά να σκέφτομαι εκείνη και το μέλλον, μόνος μου, στο δρόμο για το σπίτι μου. Μετά το γάμο, βγαίνοντας από το σινεμά, τα βήματα κατευθύνονται μαζί προς το ίδιο μέρος ( αντηχώντας χωρίς συγχρονισμό, γιατί τώρα πια είναι τέσσερα τα πόδια που περπατούν), όχι όμως επειδή έχω αποφασίσει να τη συνοδέψω ούτε καν επειδή το συνηθίζω και μου φαίνεται σωστό και ευγενικό να το κάνω, αλλά επειδή τώρα τα πόδια δεν διστάζουν πάνω στο υγρό οδόστρωμα ούτε το σκέφτονται ούτε αλλάζουν γνώμη ούτε μπορούν να το μετανιώσουν ούτε καν να επιλέξουν: τώρα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πάμε στο ίδιο μέρος, είτε το θέλουμε είτε όχι απόψε, ή ίσως να ήταν χτες το βράδυ που εγώ δεν ήθελα (…)


Αυτή η αλλαγή, λοιπόν, δεν αφήνει να συνεχίσει τίποτα να είναι όπως πριν, πολύ περισσότερο αν, όπως συμβαίνει συνήθως, έχει προαναγγελθεί από μια κοινή προσπάθεια, η κυριότερη δυνατή έκφραση της οποίας είναι η επιτηδευμένη προετοιμασία ενός κοινού σπιτιού, που δεν υπήρχε πριν ούτε για τον έναν ούτε για τον άλλον, αλλά που πρέπει να εγκαινιαστεί και από τους δύο, επιτηδευμένα. Σ’ αυτή την ίδια συνήθεια ή την πρακτική, πολύ διαδεδομένη απ’ όσο ξέρω, βρίσκεται η απόδειξη ότι στην πραγματικότητα, από τη στιγμή της σύναψης του γάμου, οι δύο συμβαλλόμενοι απαιτούν μια αμοιβαία κατάργηση ή εκμηδένιση, την κατάργηση εκείνου που ο καθένας υπήρξε και εκείνου που ο καθένας ερωτεύτηκε ή του οποίου είδε τα προτερήματα, μια και δεν προηγείται πάντοτε ο έρωτας, μερικές φορές ακολουθεί, άλλες φορές πάλι δεν συμβαίνει ούτε μετά ούτε πριν. Δεν είναι δυνατό να συμβεί. Η εκμηδένιση του καθενός, εκείνου που ο άλλος γνώρισε, εκείνου με τον οποίο δημιούργησε μια σχέση και τον οποίο αγάπησε, φέρνει μαζί της την εξαφάνιση των σπιτιών και των δύο, ή συμβολίζεται μ’ αυτήν. Έτσι λοιπόν, δυο άνθρωποι που είχαν τη συνήθεια να υπάρχει ο καθένας για τον εαυτό του και να είναι ο καθένας σε άλλο χώρο, να ξυπνάει ο καθένας μόνος του και πολύ συχνά να πλαγιάζει κιόλας μόνος του, βρίσκονται αίφνης τεχνητά ενωμένοι στον ύπνο και στο ξύπνημά τους, ή καθώς περπατούν στους μισοάδειους δρόμους στην ίδια κατεύθυνση ή ανεβαίνουν μαζί στο ασανσέρ, όχι πια ο ένας ως επισκέπτης κι ο άλλος ως οικοδεσπότης, ούτε πηγαίνοντας ο ένας να πάρει τον άλλον ή αυτός κατεβαίνοντας για να συναντήσει εκείνον, που περιμένει στο αυτοκίνητο ή δίπλα σ’ ένα ταξί, αλλά και οι δυο μαζί χωρίς επιλογή, με μερικά δωμάτια και ένα ασανσέρ κι ένα κατώφλι που δεν ανήκαν σε κανέναν και τώρα ανήκουν και στους δύο, μ’ ένα κοινό μαξιλάρι για το οποίο είναι πια αναγκασμένοι να μαλώνουν μέσα στον ύπνο τους και από το οποίο, ακριβώς όπως ο άρρωστος, θα καταλήξουν κι αυτοί να βλέπουν τον κόσμο». ( σελ. 16-19)

Και μια μέρα πριν το γάμο του, ο αφηγητής του Javier Marias αναλογίζεται:

«Από αύριο, και φαντάζομαι για πολλά χρόνια, δεν θα μπορώ να επιθυμώ να δω τη Λουΐσα, γιατί θα τη βλέπω μόλις ανοίγω τα μάτια μου. Δεν θα μπορώ ν’ αναρωτιέμαι τι διάθεση θα έχει σήμερα ούτε πώς θα είναι ντυμένη, γιατί θα βλέπω το πρόσωπό της από την αρχή της μέρας και ίσως θα τη βλέπω να ντύνεται, μπορεί ακόμα και να ντύνεται όπως εγώ θα της ζητάω, αν της λέω τις προτιμήσεις μου. Από αύριο δεν θα υπάρχουν οι μικρές άγνωστες λεπτομέρειες που εδώ κι ένα χρόνο σχεδόν γέμιζαν τις μέρες μου, που μ’ έκαναν να ζω αυτές τις μέρες με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, δηλαδή σε μια κατάσταση αόριστης αναμονής και αόριστης άγνοιας. Θα ξέρω πάρα πολλά, θα ξέρω περισσότερα απ’ όσα θέλω να ξέρω για τη Λουΐσα, θα έχω μπροστά μου ό,τι μ’ ενδιαφέρει από κείνη και ό,τι δεν μ’ ενδιαφέρει, δεν θα έχω πια δυνατότητα επιλογής ή εκλογής, την πιο ασήμαντη, την ελάχιστη καθημερινή εκλογή που σήμαινε να τηλεφωνηθούμε, να κανονίσουμε ραντεβού, να συναντηθούμε με τα μάτια του ενός να ψάχνουν τον άλλο στην είσοδο του κινηματογράφου ή ανάμεσα στα τραπέζια ενός εστιατορίου, ή πάλι ο ένας να ετοιμάζεται και να ξεκινά να επισκεφτεί τον άλλον. Δεν θα βλέπω το αποτέλεσμα, αλλά τη διαδικασία, που ίσως να μη μ’ ενδιαφέρει. Δεν ξέρω αν θέλω να βλέπω πώς βάζει το καλσόν της και πώς το στερεώνει στη μέση και στους γοφούς, ούτε να ξέρω πόση ώρα περνάει στο μπάνιο το πρωί, αν βάζει κρέμες για να κοιμηθεί ή τι διάθεση έχει όταν ξυπνάει και με βλέπει δίπλα της. Νομίζω πως τις νύχτες δεν θέλω να τη βρίσκω κάτω από τα σεντόνια με νυχτικό ή με πιτζάμες, αντίθετα θέλω να τη γδύνω βγάζοντάς της τα ρούχα του δρόμου, να της αφαιρώ την εμφάνιση που είχε ολόκληρη τη μέρα, όχι αυτή που μόλις θα έχει αποκτήσει μπροστά μου, ενώ θα είμαστε μόνοι στο δωμάτιό μας, ίσως γυρίζοντάς μου την πλάτη. Νομίζω πως δεν θέλω αυτή την ενδιάμεση φάση, όπως επίσης δεν θέλω μάλλον να ξέρω και πολύ καλά ποια είναι τα ελαττώματά της, ούτε να μάθω υποχρεωτικά αυτά που πρόκειται να αποκτήσει καθώς θα περνούν οι μήνες και τα χρόνια, αυτά που αγνοούν οι άλλοι που θα τη βλέπουν, που θα μας βλέπουν. Νομίζω πως επίσης δεν θέλω να χρησιμοποιώ το εμείς, να λέω πήγαμε ή θα αγοράσουμε ένα πιάνο ή θα κάνουμε παιδί ή έχουμε μια γάτα». ( σελ 94-5).

Αυτός  είναι ακριβώς ο ρόλος του μυθιστοριογράφου: να καταστήσει απαραίτητες, αναγκαίες όλες αυτές τις τυχαίες φαινομενικά δολοπλοκίες των λέξεων. Οπως ακριβώς συνέβη προ ετών με τον ίδιο ενώ καθόταν μπροστά στην αναμμένη τηλεόραση. Είχε ξαναδεί τον «Μάκβεθ» του Ορσον Γουέλς αλλά ήταν η πρώτη φορά που άκουσε με ανοιχτά τα βλέφαρα τη φράση της αιματοβαμμένης σαιξπηρικής Λαίδης: «Τα χέρια μου έχουν το χρώμα σου· μα ντρέπομαι να 'χω μια καρδιά τόσο άσπρη». Δεν ήταν απλώς ένα τυχαίο πάτημα στο τηλεκοντρόλ που του χάρισε τον τίτλο του πλέον διάσημου βιβλίου του. Ηταν οι λέξεις «καρδιά» και «άσπρη» που ζήτησαν να αποκτήσουν τη δική τους οντότητα μέσα στις σελίδες του έργου του ­ μια ενδοφλέβια ένεση σε ένα μυθιστόρημα που η Ευρώπη θα αγκαλιάσει σαν ένα από τα πρωτοπόρα του ισπανικού νέου κύματος.

Λεξιλάγνος αλλ' ουδόλως εραστής του λογιωτατισμού, ο Χαβιέρ Μαρίας επαναφέρει στη λογοτεχνική σκηνή ένα κομμάτι της που έμοιαζε να έχει ατροφήσει. Το απλό μυθιστόρημα ιδεών παραδίδει εκ νέου τη σκυτάλη στο σύγχρονο φιλοσοφικό μυθιστόρημα. Και, παρ' ότι, όπως επισημαίνει ο Πιερ Λεπάπ στον γαλλικό «Monde», «ο χαρακτηρισμός μπορεί να φοβίζει και δικαίως γιατί φέρνει στον νου επίπονες αναζητήσεις στον γραπτό λόγο που καταλήγουν σε δυσνόητους συμβιβασμούς ανάμεσα στις απαιτήσεις της τέχνης και στη λογική των ιδεών», ο μαδριλένος συγγραφέας στέφεται καλλιτέχνης και όχι γενειοφόρος καθηγητής. «Το "Καρδιά τόσο άσπρη"», συνεχίζει ο γάλλος κριτικός, «βρίσκεται στους αντίποδες των επιτυχημένων μυθιστορημάτων της Πανεπιστημιακής Διεθνούς· ο Εκο, ο Λοντζ, ο Ferrucci, η Byatt πλάθουν τους λόγιους κριτικούς στοχασμούς τους μέσα στο πιο παραδοσιακό, και μάλιστα το πιο γερασμένο μυθιστορηματικό καλούπι».

Ο Χαβιέρ Μαρίας γεννήθηκε στη Μαδρίτη το 1951, σπούδασε Αγγλική Γλωσσολογία και μετάφρασε άγγλους συγγραφείς από τους οποίους είναι εμφανώς επηρεασμένος. Περιπλεκόμενη αφήγηση, κρυστάλλινη, κομψευόμενη αλλά και αναβλητική ως προς τα “επεξηγηματικά σημάδια”, οι διασταυρώμενες αφηγήσεις παραπέμπουν στον Sterne, τον Conrad, τον Nabokov και δυσκολεύοντας την ανάγνωση στα ελληνικά. Το μυθιστόρημα βραβεύτηκε με το βραβείο IMPAC 1997. Διαβάζεται με προσοχή, γοητεύει γιατί υπαινίσσεται περισσότερα απ όσα δηλώνει και γιατί σε καθιστά συνένοχο τόσο αποσιωπώντας όσο και αποκρύπτοντας. 

Η Μαδρίτη θα τον κρατήσει αρκετό καιρό μακριά. Εχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές του στην αγγλική γλωσσολογία θα διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και στις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα θα συνεχίσει να φιλοτεχνεί δοκίμια, άρθρα και σύντομες βιογραφίες για τον διεθνή Τύπο. Ακολουθούν τα μυθιστορήματα «El monarca del tiempo», «El siglo», «El hombre sentimental» (Βραβείο Μυθιστορήματος Herralde 1986), «Todas las almas» (Βραβείο Ciudad de Barcelona 1989). Οι κριτικοί έχουν αρχίσει να υποκύπτουν σε ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα που δεν φοβάται να «παίξει» με το θρίλερ και το φιλμ νουάρ (ακόμη και ο όνομα του Χίτσκοκ θα διανθίσει τους πλείστους ­ είναι η αλήθεια ­ διθυράμβους που συνοδεύουν το όνομά του), τη φάρσα, την ειρωνεία και το δράμα.

Με την «Καρδιά τόσο άσπρη» η Ευρώπη είναι πλέον δική του. Μέσα σε δύο εβδομάδες το βιβλίο θα πουλήσει στη Γερμανία 100.000 αντίτυπα, με τη Γαλλία και τη Βρετανία να ακολουθούν ασθμαίνοντας στα ίχνη του απολωλότος Ισπανού. Ο Marcel Reich - Ranicky, θρυλικός γκουρού της γερμανικής λογοτεχνίας, καταποντίζει το τελευταίο μυθιστόρημα του Γκύντερ Γκρας για να αποφανθεί ότι «δεν υπάρχει τίποτε στη σύγχρονη λογοτεχνία που να μπορεί να συγκριθεί με το έργο του Χαβιέρ Μαρίας... ίσως μόνο ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες». Το γερμανικό «Der Spiegel» αφιερώνει διά στόματος Χέλμουτ Καράσεκ τρεις σελίδες στον συγγραφέα της «Καρδιάς», ενώ ο Ζίγκριντ Λέφλερ της «Suddeutsche Zeitung» του Μονάχου μιλάει για «ένα μυθιστόρημα ανατρεπτικό μοντέρνο, κοσμοπολίτικο, με μια ματιά σύγχρονη στην Ισπανία του σήμερα».

Το 1996 ο Μαρίας επανέρχεται με το «Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς» και καθιερώνεται πλέον ως το «χαϊδεμένο παιδί» της ισπανικής λογοτεχνίας. Και εδώ (όπως και στο «Καρδιά τόσο άσπρη», με μια νιόπαντρη να αυτοπυροβολείται μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου) οι εναρκτήριες σελίδες είναι γεμάτες πορφυρές κηλίδες. Αυτή τη φορά ο ήρωας Βίκτωρ Φρανθές, ένας συγγραφέας και σεναριογράφος της τηλεόρασης, δέχεται μια πρόσκληση για δείπνο από μια παντρεμένη γυναίκα, η οποία αφήνει την τελευταία της πνοή στη διάρκεια του ερωτικού παιχνιδιού. Και πάλι ο Μαρίας αφήνει το περιτύλιγμα μιας ζοφερής μυθοπλασίας να τον παρασύρει σε ένα ολοκαίνουργο παιχνίδισμα κόσμων ­ και φυσικά λέξεων ­ με φόντο τη νυχτερινή Μαδρίτη και έναν μεταμοντέρνο Δον Κιχώτη ψυχών και αναμνήσεων: «Και πόσο λίγα είναι αυτά που μένουν τελικά από κάθε άτομο μέσα στον άχρηστο χρόνο σαν το ολισθηρό χιόνι, για πόσο λίγα υπάρχει απόδειξη, και από αυτά τα λίγα που μένουν πόσα αποσιωπούνται, και από αυτά που δεν αποσιωπώνται μόνο ένα ελάχιστο μέρος μένει μετά στη μνήμη και για λίγο καιρό: ενόσω οδεύουμε αργά προς την εξάλειψή μας μόνο και μόνο για να περάσουμε στην πλάτη ή στην πίσω πλευρά αυτού του χρόνου, όπου δεν μπορεί πια κανείς να συνεχίσει να σκέφτεται ούτε να αποχαιρετά».

Ο ίδιος εξομολογείται σε πρόσφατη συνέντευξή του στην «El Pais» ότι τον έχει φοβίσει η υποδοχή της Γηραιάς Ηπείρου. Περιγράφει μάλιστα ένα παράξενο τηλεφώνημα που του έκαναν άγνωστοι βιβλιοφάγοι: «Σήκωσα το ακουστικό και μου είπαν στα αγγλικά ότι μου τηλεφωνούσαν από ένα εστιατόριο. Με ρώτησαν αν μιλάω γερμανικά και όταν απάντησα αρνητικά πήραν το ακουστικό κάποιοι άλλοι οι οποίοι δήλωσαν ότι θέλουν να με δουν, να με χαιρετήσουν, να με τραβήξουν φωτογραφίες. Τρελοί για τα σίδερα». Ισως γιατί ο λεξιλάγνος της Ισπανίας δεν μπορεί ακόμη να αντιληφθεί ότι δύο βιβλία στη λίστα με τα μπεστ σέλερ της Ενωμένης Ευρώπης συνεπάγονται αυτοσχέδια φαν κλαμπ. Ισως πάλι γιατί προτιμά την desamor.

-------------------------------------
Πηγές:
alexis-chryssanthie.blogspot.gr

------------------------------------
Αναδημοσίευση από: apopseis-eponyma.blogspot.gr
Συνέχεια →
Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου

0 σχόλια
To Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου (κατεβάστε το ελεύθερα)
Γιος του Βασίλη Βασιλειάδη, Έλληνα από την Τραπεζούντα και της Πολίνας Άντοβνα Βίλγκεμσον, Ρωσίδας εσθονικής καταγωγής, ο Αριστείδης Βασιλειάδης, που αργότερα αυτοονομάστηκε Άρης Αλεξάνδρου, γεννημένος το 1922 στο Λένινγκραντ, ήρθε με τους γονείς του το 1928 και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Θεσσαλονίκη, και λίγο αργότερα στην Αθήνα. Με μητρική κυριολεκτικά και μεταφορικά, γλώσσα τα ρωσικά, δυσκολεύτηκε τον πρώτο καιρό να προσγειωθεί στην ελληνική γλωσσική πραγματικότητα, αλλά, με την πραγματική ιδιοφυΐα που επέδειξε στην εκμάθηση των ξένων γλωσσών, γρήγορα προσαρμόστηκε και έφτασε σ' εκείνη την αίσθηση της γλώσσας που διαπιστώνεται στο σύνολο του έργου του, προσωπικού και μεταφραστικού. 
 
Τέλειωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο το 1940 και έδωσε εξετάσεις για το Πολυτεχνείο κατά την επιθυμία του πατέρα του, αλλά με πολλούς δικούς του ενδοιασμούς γι αυτό και, επειδή δεν είχε προετοιμαστεί ικανοποιητικά, απέτυχε. Το 1942 αποφάσισε να παρατήσει τις σπουδές που δεν τον ενθουσίαζαν και να εργαστεί ως μεταφραστής. Συγχρόνως από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, μαζί με άλλους φίλους και γνωστούς (Ανδρέα Φραγκιά κ.α) δημιούργησαν μια αντιστασιακή ομάδα (τυπογραφείο). Αργότερα τα μέλη της μικρής και αυθόρμητης αυτής ομάδας, προσχώρησαν στην αναγεννημένη οργάνωση της κομμουνιστικής νεολαίας. 
 
Άρης Αλεξάνδρου
Ωστόσο αυτός ο από χαρακτήρα και νοοτροπία φιλελεύθερος στοχαστής δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στους πειθαρχικούς κανόνες ενός "οργανωμένου", σε περίοδο μάλιστα παρανομίας. Γι αυτό και σε λίγους μήνες, με την πρώτη εμφανή κρίση, αποχώρησε. 
 
Η απομάκρυνσή του από την ενεργό κομματική δράση και η μη συμμετοχή του στις δραστηριότητες της Αριστεράς και εδώ ειδικά στα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944, δεν εμπόδισαν τις αγγλικές στρατιωτικές αρχές, που είχαν έρθει στην Ελλάδα, να τον συλλάβουν και να τον στείλουν στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα, όπου έμεινε έως τον Απρίλιο του '45. Επίσης, παρόλο που δεν έχει ανάμειξη στον εμφύλιο πόλεμο συλλαμβάνεται το 1948 και, επειδή αρνείται να αποκηρύξει τις ιδέες του, στέλνεται και παραμένει διαδοχικά στα στρατόπεδα Μούδρου, Μακρονήσου και Άγιου Ευστράτιου, από τον Ιούλιο του 1948 έως τον Οκτώβριο του 1951. 
 
Μετά ένα χρόνο, το Νοέμβριο του 1952, και ενώ είχε μείνει ελεύθερος δικάζεται από το Στρατοδικείο Αθηνών ως ανυπότακτος (κατά την εποχή που ήταν εξόριστος). Καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε 10 χρόνια ειρκτή και έμεινε διαδοχικά στις φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας και Γυάρου. Στην αναθεώρηση της δίκης η ποινή του περιορίστηκε στα 7 χρόνια και απολύθηκε τον Αύγουστο του 1958 με τη χάρη του ενός τρίτου. 
Μετά την αποφυλάκισή του παντρεύεται την Καίτη Δρόσου και εγκαθίσταται στο σπίτι της. Το 1967 έφυγαν μαζί στο Παρίσι από το φόβο μιας νέας σύλληψης από τη δικτατορία. Πέθανε στο Παρίσι στις 2 Ιουλίου 1978 από καρδιακή προσβολή, μόλις έχοντας προφτάσει την έκδοση από τον οίκο Gallimard της γαλλικής μετάφρασης του Κιβωτίου
 
Με το Κιβώτιο βρισκόμαστε στο κλίμα του ελληνικού εμφυλίου πολέμου-ακριβέστερα, στο τέλος του (καλοκαίρι του 1949). Μια 40μελής ομάδα "εθελοντών" και επίλεκτων κομμουνιστών αναλαμβάνει την ύψιστη αποστολή να μεταφέρει ένα κιβώτιο από την πόλη Ν στην πόλη Κ. Κανείς δεν έχει ιδέα για το περιεχόμενο του κιβωτίου ούτε για τον τελικό στόχο των κινήσεών τους : το αρχηγείο αρκείται να τους υποδεικνύει κάθε μέρα το δρομολόγιο της επομένης. Ωστόσο έχει γνωστοποιηθεί σε όλους ότι η "επιχείρηση - κιβώτιο" είναι τόσο σημαντική ώστε ενδεχομένως να κρίνεται από αυτήν η έκβαση του πολέμου. Εξ ου και οι αυστηρές προδιαγραφές της πορείας: καμιά καθυστέρηση δεν θα γίνεται ανεκτή και κάθε τραυματίας ή απλώς βραδυπορών θα «κυανίζεται». Αυτή η επιχείρηση - εκατόμβη θα διαρκέσει δύο μήνες (μέσα Ιουλίου - μέσα Σεπτεμβρίου του 1949). Ο μοναδικός επιζών - και αφηγητής - ολοκληρώνει την πορεία, παραδίδει το κιβώτιο στους αρμοδίους, εκείνοι το ανοίγουν και διαπιστώνεται πως είναι άδειο! Ο αφηγητής συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Επιχειρεί με συνεχείς καταθέσεις του προς τις ανακριτικές αρχές να εξηγήσει - και να ερμηνεύσει - το νόημα της παράδοξης αποστολής τους. 
 
Αυτός είναι πολύ συνοπτικά ο μύθος, η ιστορία του αντιμυθιστορήματος που τιτλοφορείται Το Κιβώτιο. Πρόκειται για αντιμυθιστόρημα γιατί ακυρώνει εμφατικά όλους τους κώδικες του μυθιστορηματικού είδους, κρατώντας χαλαρά τον κώδικα του επιστολικού (μονοφωνικού) μυθιστορήματος ή του προσωπικού ημερολογίου με τα οποία συγγενεύει περισσότερο.   


-----------------------------------------------------------------------------------------------
Πηγή: Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών 

-----------------------------------------------------------------------------------------------
Αναδημοσίευση από: apopseis-eponyma.blogspot.gr 
Συνέχεια →
Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

ΒΙΒΛΙΑ ΔΩΡΕΑΝ: διάβασμα ή και κατέβασμα λογοτεχνικών βιβλίων

1 σχόλια
Δωρεάν, νόμιμο, διάβασμα ή/και κατέβασμα λογοτεχνικών βιβλίων

Είναι φορές που θα θέλαμε να διαβάσουμε ένα διάσημο λογοτεχνικό βιβλίο ή να διαβάσουμε ποίηση ελλήνων ή ξένων ποιητών αλλά δε βρίσκουμε το βιβλίο ή το βρίσκουμε «αλμυρό»…

Ξεχάστε τα όλα !

Τώρα κάνοντας κλικ στο OpenBook μπορείτε να διαβάσετε ή να κατεβάσετε στον υπολογιστή σας εκατοντάδες βιβλία και συλλογές, νόμιμα, εύκολα και κυρίως ΔΩΡΕΑΝ.

Βιβλία τόσο για τους μικρούς όσο και για τους μεγαλύτερους φίλους μας.

Το OpenBook είναι μια ανοικτή διαδικτυακή Βιβλιοθήκη με ελληνικά ηλεκτρονικά βιβλία που διανέμονται ελεύθερα και νόμιμα (δωρεάν ebooks). Πρόκειται για βιβλία διαφόρων κατηγοριών περιεχομένου που φέρουν άδεια Creative Commons. Η κατηγοριοποίηση γίνεται με βάση το συγγραφέα και οι μορφές των αρχείων ποικίλλουν. Γενικά, πρόκειται είτε για αρχεία PDF είτε για βιβλία που έχουν ανέβει ως site ή blog στο διαδίκτυο. Τα βιβλία που είναι σελίδες στο ίντερνετ και όχι PDF μπορείτε να τα μετατρέψετε σε ePUB ή mobipocket με το δωρεάν πρόγραμμα Calibre (καλύτερα σε mobipocket, που δε χρειάζεται ενσωμάτωση των γραμματοσειρών).

Ενδεικτικά αναφέρουμε για την πεζογραφία τα ονόματα των :

Κυριάκος Αθανασιάδης | Μίμης Ανδρουλάκης | Γιάννης Αρκούδος | Νικόλας Αφρόκαλος | Γιάννης Βανίδης | Καίτη Βασιλάκου | Δημήτρης Βασιλειάδης | Λεία Βιτάλη | Νίκος Βλαντής | Κώστας Βουλαζέρης | Ντόρα Γιαννακοπούλου | Ευθύμιος Γουργουρής | Γιώργος Δαμιανός | Στέφανος Δάνδολος | Σοφία Δευτερίγου | Βασίλης Δημητριάδης | Νίκος Δήμου | Λένα Διβάνη | Βασίλειος Δρόλιας |

| Ξενοφών Ίσαρης | Πάνος Κάλαρης | Αντώνης Καναβούρας | Δημήτρης Καραβασίλης | Νίκος Καρακάσης | Μάνος Κοντολέων | Περικλής Κοροβέσης | Λευτέρης Κρητικός | Αλέξανδρος Κυριακόπουλος | Ευάγγελος Λαγουτάρης | Στέφανος Λίβος | Νιόβη Λύρη | Ηλίας Μάκης | Δημήτρης Μακρής | Θάνος Μαντζάνας | Λιλή Μαυροκεφάλου | Σμαραγδή Μητροπούλου | Δημήτρης Μπαρσάκης | Ελένη Μπιρμπίλη | Περικλής Μποζινάκης | Ιωάννα Μπουραζοπούλου | Αντώνης Μπουρίτσας | Σοφία Νικολαΐδου | Τομάζος Παγώνης | Βασίλης Παπαθεοδώρου | Παναγιώτης Παπανικολάου | Χριστόφορος Παυλίδης | Γιάννης Πλιώτας | Κώστας Πουλιανίτης | Ελ Ρόι | Τέος Ρόμβος | Ελένη Σεμερτζίδου | Παναγιώτης Σιμιτσής | Ερρίκος Σμυρναίος | Νικόλας Σμυρνάκης | Αλέξης Σταμάτης | Γιώργος Στόγιας | Κώστας Σφακιανάκης | Αγγελική Σχοινά | Δημήτρης Τζουβάλης | Θανάσης Τριαρίδης | Γιώργος Τσαντίκος | Σοφία Τσουρλάκη | Ευγενία Φακίνου | Νίκος Φάκος | Γιάννης Φαρσάρης | Σωτήρης Φιλιππίδης | Ανδρέας Φλουράκης | Μιχάλης Φουντουκλής | Ελένη Φουρνάρου | Λάκης Φουρουκλάς | Λένος Χρηστίδης | Αρχοντής Χρυσουλάς | Larry Cool | Carnellio Coop
 
για την
Ποίηση

Ζήσης Αϊναλής | Κωνσταντίνος Αντωνίου | Πέτρος Αρτάνης | Νίκος Αστέρης | Μαρινέλλα Βλαχάκη | Ευγενία Βογιατζή | Θοδωρής Βοριάς | Αθανάσιος Γανίδης | Χρήστος Γεωργακόπουλος | Γιώργος Γώτης | Τίμος Ζούμπος | Παναγιώτης Καποδίστριας | Άρης Κόντε | Βασίλης Κορλός | Χρήστος Λορέντζος | Φώντας Μακρόπουλος | Άρης Μανουράς | Μαρία Μουρζά | Χάρης Μπαρμπούλης | Γιώργος Μπλάνας | Νικόλαος Νεράντζης | Θάνος Πάσχος | Γιάννης Ποταμιάνος | Κώστας Πουλιανίτης | Γιώργος Πρίμπας | Δημήτρης Ρούσης | Κική Σαργιώτου | Ελένη Σεμερτζίδου | Λένα Σεπτέμβρη | Κωνσταντίνος Σιάκας | Άτη Σολέρτη | Κώστας Σφενδουράκης | Κωστής Τριανταφύλλου | Χρήστος Τσελέντης | Ιωάννης Τσιουράκης | Νικόλας Χουέρβος

Ξένη λογοτεχνία

Ορχάν Βελί Κανίκ | Τσαρλς Μπουκόβσκι |

| Τζoν Φάντε | Ντάριο Φο | Συλλογή ποίησης σε μτφ Χρίστου Κρεμνιώτη

Παιδική λογοτεχνία

Μαρία Αγγελίδου

Φραντζέσκα Αλεξοπούλου – Πετράκη (PDF)
| Κατερίνα Αναγνώστου | Νικόλας Ανδρικόπουλος | Μαρία Ανδρικοπούλου | Φιλομήλα Βακάλη – Συρογιαννοπούλου | Λήδα Βαρβαρούση | Αγγελική Βαρελλά |

| Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη | Κική Δημητριάδου | Ελένη Δικαίου | Σοφία Ζαραμπούκα | Άλκη Ζέη | Παντελής Ζούρας | Βαγγέλης Ηλιόπουλος | Βασιλική Κάργα | Καλλιώ Καστρησίου | Λώρη Κέζα | Μάνος Κοντολέων |

| Σοφία Μαντούβαλου | Γιώργος Μαρίνος | Βούλα Μάστορη | Έρη Μαυράκη | Μαρία Μαυρίδου – Καλούδη | Σύρμω Μιχαήλ | Αμάντα Μιχαλοπούλου | Χρήστος Μπουλώτης | Βασιλική Νευροκοπλή | Μαρούλλα Πανάγου | Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης | Βασίλης Παπαθεοδώρου | Σοφία Παράσχου | Γιολάντα Πατεράκη | Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου | Ναννίνα Σακκά-Νικολακοπούλου | Αγγελική Σχοινά | Βαγγέλης Τασιόπουλος | Ευγένιος Τριβιζάς | Γιολάντα Τσιαμπόκαλου | Κυριάκος Χαρίτος | Πάνος Χριστοδούλου | Βάσω Ψαράκη | Λίτσα Ψαραύτη | Δήμητρα Ψυχογυιού
 
Δοκίμια

Τάσος Ανθουλιάς | Ειρήνη Βούλγαρη | Τερέζα Γιακουμάτου | Αμαλία Ηλιάδη | Γεώργιος Κουλούκης | Αδαμάντιος Κρασανάκης | Γιάννης Κωνσταντινίδης | Γιώργος Λιερός | Δημήτρης Λοΐζος | Σίσσυ Λοΐζου | Γεώργιος Ματσαγγούρας | Γιώργος Μπλάνας | Μανώλης Παπαδάκης | Κωνσταντίνος Πρίγκιπας |

| Τάσος Σταμπούλογλου | Τάσος Σχίζας | Βασίλης Τραπεζάνογλου | Γιάννης Τσαφογιάννης | Νικόλας Τσαφταρίδης | Ροσσέτος Φακιολάς
 
Λευκώματα

Βασίλειος Αραβαντινός | Μανόλης Βλάχος | Δ.Β. Γραμμένος | Άγγελος Δεληβορριάς | Εύη Δημητριάδου | Νώτα Δημοπούλου – Ρεθεμιωτάκη | Νικόλαος Καλτσάς | Ροζίνα Κολώνια | Κωνσταντίνος Νίγδελης | Καλλιόπη Παπαγγελή | Γεώργιος Σταϊνχάουερ | Ισμήνη Τριάντη | Βασίλης Φωτόπουλος | Διονύσης Φωτόπουλος | Γεωργία Χατζή | Π.Ι. Χατζηδάκης

Κλασική Λογοτεχνία

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης | Γεώργιος Βιζυηνός | Δημήτριος Βικέλας | Ιωάννης Δαμβέργης | Αργύρης Εφταλιώτης | Κωνσταντίνος Θεοτόκης | Κωνσταντίνος Καβάφης | Ανδρέας Κάλβος | Ανδρέας Καρκαβίτσας | Κώστας Καρυωτάκης | Ιωάννης Κονδυλάκης | Βιτσέντζος Κορνάρος | Κώστας Κρυστάλλης | Ανδρέας Λασκαράτος | Λορέντζος Μαβίλης | Παύλος Νιρβάνας | Αλέξανδρος Πάλλης | Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης | Ζαχαρίας Παπαντωνίου | Καλλιρόη Παρρέν | Ιωάννης Πολέμης | Μαρία Πολυδούρη | Λάμπρος Πορφύρας | Αλέξανδρος – Ρίζος Ραγκαβής | Εμμανουήλ Ροΐδης | Γεώργιος Σουρής | Γεώργιος Τερτσέτης | Μάρκος – Αντώνιος Φόσκολος | Κωνσταντίνος Χατζόπουλος | Γεώργιος Χορτάτσης | Γιάννης Ψυχάρης


* Όλα τα βιβλία που περιέχονται στον κατάλογο της Ανοικτής Βιβλιοθήκης διανέμονται ελεύθερα και νόμιμα στο Διαδίκτυο από τους δημιουργούς ή τους εκδοτικούς οίκους. Τα έργα της ενότητας Κλασική Λογοτεχνία είναι ελεύθερα πνευματικών δικαιωμάτων.
Καλό διάβασμα σε όλους !!!

----------------------------------------------------
Πηγή:xenesglosses.eu
Συνέχεια →
Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Εγχειρίδιο βλακείας Του Διονύση Χαριτόπουλου

0 σχόλια
Ήταν μάλλον η πρώτη φορά που στη λέσχη μας επιλέξαμε να διαβάσουμε ένα δοκίμιο. Συνήθως, πάνω από 90%, διαβάζουμε μυθιστορήματα και μετά διηγήματα ή νουβέλες. Προσωπικά θεωρώ, πως όλα τα είδη λογοτεχνίας έχουν θέση σε μια λέσχη ανάγνωσης, αν υπάρχει συναίνεση της συντριπτικής πλειοψηφίας των μελών της. Για την επιλογή του συγκεκριμένου δοκιμίου "Εγχειρίδιο βλακείας", υπήρξε ομοφωνία. Παρόλα ταύτα, επειδή κατά την συζήτηση του βιβλίου, υπήρχαν διιστάμενες απόψεις και για ορισμένα κεφάλαια-θέσεις του συγγραφέα αντιδιαμετρικά αντίθετες τοποθετήσεις από ορισμένα παριστάμενα μέλη, δηλώνω ότι η παρακάτω βιβλιοπαρουσίαση του βιβλίου αντικατοπτρίζει την δική μου, προσωπική άποψη, που μαζί με ελάχιστα άλλα μέλη, δεν παύει να είναι μειοψηφική.


***
Τον Διονύση Χαριτόπουλο, τον γνωρίζω και τον εκτιμώ πολύ και σαν συγγραφέα αλλά και σαν άνθρωπο, εδώ και πολλά χρόνια. Συγκεκριμένα από τότε που αγόρασα και διάβασα τους 2 ανεπανάληπτους τόμους που έγραψε για τον Άρη Βελουχιώτη. Μετά αγόρασα και διάβασα κι άλλα βιβλία του μεταξύ των οποίων και το «Εγχειρίδιο Βλακείας». Το διάβασα το 2008 και μ’ άρεσε πολύ. Ήταν ένα μικρό εγκόλπιο αυτογνωσίας για μένα. Αποτελείται από 88 μικρά κεφάλαια – ενότητες που σε 100 αραιογραμμένες σελίδες σε μια ώρα ανάγνωσης παθαίνεις μια ανάταση, σου συμβαίνει ένα κλικ μέσα σου και παίρνεις - χωρίς να το καταλάβεις-, τόση γνώση και πείρα, που θα χρειάζονταν δεκάδες βιβλία για να την αποκτήσεις. Το βιβλίο – εγχειρίδιο, διαβάζεται και ξαναδιαβάζεται, ανάκατα, από την αρχή ή από τη μέση ή στην τύχη, έχει μικρή φόρμα, χωράει στη τσάντα και χρειάζεται που και που ξαναδιάβασμα για φρεσκάρισμα της μνήμης. Ο λόγος είναι πυκνός, αποφθεγματικός, ενίοτε ποιητικός και απόλυτα κατανοητός. Παρά το μικρό του μέγεθος, κάποια κεφάλαια χρειάζονται μια δεύτερη ανάγνωση και κάποια επεξεργασία, για να μην παρανοηθούν κάποιες απόψεις του συγγραφέα, που σε πρώτη ανάγνωση φαίνονται ακραίες. Μόνο έτσι αναγνωρίζεται σωστά -κατά τη γνώμη μου- ότι πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι να χαϊδέψει τα προτερήματα της μειονότητας των έξυπνων και να χαντακώσει την (υποτιθέμενη) πλειοψηφία των βλακών. Μια δεύτερη ανάγνωση αναδεικνύει την σωστή άποψη, ότι η αναλογία έξυπνων / βλακών είναι περίπου ίδια (μιλάει για κατανομή Gauss). κι ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων βρίσκονται κάπου στη μέση (στο μέσο της κατανομής), κι ότι "αυτοί αποτελούν τον κοινό νου πάνω στον οποίο ρολάρει η κοινωνία". Πρόθεσή του, νομίζω, είναι να βοηθήσει όλους μας -ανεξάρτητα ευφυίας- να αναγνωρίσουμε τα τυχόν λάθη μας και να γίνουμε καλύτεροι.

Ο Χαριτόπουλος ανήκει στην τάξη των αυτομαθών, αυτών που διδάχτηκαν από τα πράγματα κι όχι από τα βιβλία, γεννήθηκε το 1947 στην Αθήνα και μεγάλωσε στον Πειραιά όπου από μικρή ηλικία έκανε διάφορες χειρωνακτικές δουλειές στο Λιμάνι και στα γύρω μηχανουργεία, εγκατέλειψε νωρίς δύο απόπειρες σπουδών στην Αθήνα και στο Λονδίνο και δούλεψε στη διαφήμιση μέχρι το 1990. Κάποια στιγμή του έγινε ένα κλικ μέσα του, παράτησε την διαφήμιση και τα πολλά λεφτά, μετακόμισε στο Καρπενήσι κι άρχισε να γράφει. Κάπου λέει στο βιβλίο του, ότι «ένας δοκιμασμένος άνθρωπος» διαθέτει πείρα ζωής «έχουν δει πολλά τα μάτια του», άρα έχει τα καλύτερα εχέγγυα για ένα ιδιαίτερο άνθρωπο και συγγραφέα: νομίζω ένας τέτοιος "δοκιμασμένος άνθρωπος" και στην προσωπική του ζωή καί σαν συγγραφέας, είναι ο ίδιος ο Διονύσης Χαριτόπουλος, ένας ιδιαίτερος άνθρωπος, ένας πραγματικός μάγκας.

Προσπάθησα στο παρακάτω κείμενο να ομαδοποιήσω τις γνώσεις που αποκομίζει κανείς από το βιβλίο. Δεν ξέρω αν το πέτυχα ικανοποιητικά. Τα περισσότερα που παραθέτω αποτελούν σχεδόν αυτούσια ύλη παρμένη από το βιβλίο. Δεν γίνονταν διαφορετικά.

Ιστορία του ανθρώπου (και του εγκεφάλου του)

Χρειάσθηκαν 4-5 εκ. χρόνια για να κατεβούν από τα δένδρα και να ορθοποδήσουν και άλλα 2 εκ. χρ. Για να φτάσουν στο σημερινό άνθρωπο. Όλα τα θηλαστικά μαζί και ο άνθρωπος έχουν κοινά χαρακτηριστικά, ιδίως έχουν τα ίδια ένστικτα. Όσον αφορά στο μίσος και την επιθετικότητα ξεπερνούν και τα ποιο άγρια θηρία. Τα μεγαλύτερα βάσανά τους είναι α) αυτό της αυτοσυντήρησης (τροφής) και μετά β) η σεξουαλική πείνα. 

Το μόνο που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα λοιπά θηλαστικά, είναι ο εγκέφαλος: ο homo erectus έχει εγκέφαλο 3 φορές μεγαλύτερο από τα λοιπά θηλαστικά. Επιπλέον διαθέτει μνήμη, προσοχή, ικανότητα μάθησης και δυνατότητα αυτό-διόρθωσης. Το «μαύρο κουτί» του εγκεφάλου, παραμένει ερμητικά κλειστό στην ολότητά του για την επιστήμη, παρ’ όλες τις προσπάθειες και τις όποιες προόδους που έχουν γίνει έως τώρα. «Ο άνθρωπος για τον άνθρωπο θα αποτελεί πάντα ένα αίνιγμα».

Τα τελευταία 15 χιλ. χρόνια, που υπάρχει σταθερότητα του κλίματος στη γη, κατάφερε ο άνθρωπος να εξελιχθεί, εφευρίσκοντας πρωτόγονα εργαλεία, τη φωτιά κ.λπ.. Έτσι βελτιώνοντας τη διατροφή του, διπλασίασε τον εγκέφαλό του (homo sapiens). Πριν από μόλις 30 χιλ. χρόνια, έγινε λοιπόν αυτό το νοητικό big bang, δημιουργήθηκε ο μετωπικός λοβός, ο νεοφλοιός, που είναι έδρα της σκέψης και του αναστοχασμού. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να περάσει ο άνθρωπος από την παθητική στην ενεργητική παρέμβαση του περιβάλλοντος. Δηλαδή όσα δεν έγιναν στα προηγούμενα 2 εκ. χρόνια, έγιναν μέσα στα τελευταία 30 χιλ. χρόνια. 

Κάθε άνθρωπος, όπως και κάθε θηλαστικό ή έμβιο ον, είναι διαφορετικό, μοναδικό και ανεπανάληπτο. Με τον αμείλικτο νόμο της Φυσικής Επιλογής το 99,99% όλων ειδών εξαφανίστηκαν. Αυτοί που επιβίωσαν, το οφείλουν όχι μόνο στη φυσική σωματική δύναμή τους, αλλά κυρίως στο μυαλό τους στην ευφυΐα τους.

Χαρακτηριστικά του εγκεφάλου (των θηλαστικών)

Η πολυτιμότερη ίσως ικανότητα του εγκεφάλου των θηλαστικών, είναι αυτή του να συγκεντρώνεται με ένταση σε κάτι, είναι η ΠΡΟΣΟΧΗ!. Είναι αυτό που κάνει η γάτα όταν φερμάρει το ποντίκι, το λιοντάρι όταν προσπαθεί να συλλάβει τη λεία του κ.λπ. Το ίδιο βεβαίως ισχύει βέβαια πολύ περισσότερο ίσως για τον άνθρωπο, όταν συντονισμένα συγκεντρώνεται στη επίλυση ενός προβλήματος κ.ο.κ. Την ικανότητα αυτή τη συναντάμε κυρίως (ή περισσότερο) στους έξυπνους και λιγότερο (ή καθόλου) στους βλάκες. Η προσοχή αποτελεί τη βάση όλων των υπόλοιπων νοητικών διεργασιών και συνεπικουρείται από όλες τις αισθήσεις (όραση, ακοή, γεύση κ.λπ.).

Τον βλάκα χαρακτηρίζει πάντα μια μόνιμη έκπληξη, ένας πανικός, κι αυτό επιφέρει έντονες ΦΟΒΙΕΣ, αδυναμία οποιασδήποτε πρόβλεψης, δεν έχει τη στοιχειώδη δυνατότητα να μαθαίνει από τα λάθη του, κι αν του συμβεί κάτι στραβό νοιώθει μόνιμα γι’ αυτό άτυχος ή αδικημένος. Επίσης συγκινείται, θυμώνει, χαίρεται με τα πρωτογενή πράγματα, γι’ αυτό και η επαφή του με την τέχνη & τον πολιτισμό είναι επιδερμικές, το ίδιο και με τις ιδέες & τις αφηρημένες έννοιες. Παρόλα ταύτα, υπάρχει η άποψη, πως χάρη στους βλάκες έγινε δυνατή η ανάπτυξη, για δε την Αριστερά ισχύει η άποψη, ότι η συστηματική αποβλάκωση των λαών επιτρέπει την διαιώνιση του συστήματος.

Όμως παρά τη νοητική του εξέλιξη, ο άνθρωπος παραμένει υποταγμένος στη ζωώδη φύση του, απλά «ενώ οι πρωτόγονοι αλληλοεξοντώνονται, οι πολιτισμένοι αλληλοεξαπαντώνται».
Κάθε άνθρωπος βρίσκεται σε διαρκή αναμέτρηση με τους άλλους γύρω του και προετοιμάζεται για επίθεση ή άμυνα!!! Ο άνθρωπος λοιπόν «είναι ένας λύκος με λουρί πολιτισμού, που το σπάει με κάθε ευκαιρία». Γενικά το δίποδο ζει για πάρτι του: η μόνη του θεότητα είναι εαυτός του. ‘Ότι κάνει, στοχεύει στην προσωπική του ευχαρίστηση που σημαίνει:
«είμαστε το ‘ΘΕΛΩ’ & το ‘ΕΓΩ’ μας και το εργαλείο για να το επιτύχουμε είναι το μυαλό μου».
Αυτό το μυαλό μας, είναι συνάμα και το φρένο στη (ζωώδη) φύση μας και στην αμετροέπειά μας.
Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να τονίσουμε, πως μόνο με την ευφυΐα δεν μπορούμε να ζήσουμε σωστά. Χρειάζεται μια ισορροπία μεταξύ ενστίκτων, συναισθημάτων και νόησης, για να ζήσουμε σωστά και αρμονικά: «Μια απολύτως λογική κοινωνία θα ήταν μια φρικτή κοινωνία δίχως έλεος».
Η ευφυΐα αναγνωρίζεται, αλλά δεν ορίζεται. Η βλακεία επίσης δεν ορίζεται και συνήθως δύσκολα αναγνωρίζεται. Ο ασπούδαχτος δεν είναι αμόρφωτος. Ούτε το χαρτί αποτελεί πιστοποιητικό ευφυΐας: αν κάποιος μπορεί να βγάλει δίπλωμα οδήγησης μπορεί να πάρει και δίπλωμα σπουδών.

Το να σπουδάσει κανείς δεν είναι θέμα νοητικό αλλά περισσότερο κοινωνικό, οικονομικό και ταξικό. Οι επιτυχημένοι είναι πολυπληθέστεροι των ευφυών: η δεξιοτεχνία ή το χάρισμα δεν έχουν άμεση σχέση με τη νόηση.
Υπάρχουν 2 βασικές κατηγορίες ανθρώπων: οι έξυπνοι και οι βλάκες.


Οι έξυπνοι

«Όσοι ανήκουν στην κατηγορία αυτή δεν το λένε». Ο άξιος δεν έχει συνήθως πλήρη επίγνωση της αξίας του (γιατί είναι σίγουρος για τον εαυτό του).

Οι διαβαθμίσεις των έξυπνων είναι ο συνήθως έξυπνος, ο ευφυής, ο ιδιοφυής κι ο μεγαλοφυής.
Υπάρχουν απλά έξυπνοι και οι (λίγοι) καλλιεργημένοι έξυπνοι. Καλλιέργεια (κουλτούρα) δεν είναι η συσσώρευση γνώσης, αλλά το απόσταγμά της, «αυτό που μένει όταν ξεχάσεις αυτό που έμαθες».

Ευτυχώς υπάρχει ο κοινός νους και είναι οι ράγες πάνω στις οποίες ρολάρει η κοινωνία, που για τα πρακτικά πράγματα δεν ρέπει σε απανωτές βλακείες και χοντράδες και είναι αυτός με τον οποίο (μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες) μπορείς επιτέλους να συνεννοηθείς.

Οι βλάκες

«Όσοι ανήκουν στην κατηγορία αυτή δεν το ξέρουν!!!».
Η βλακεία είναι ανίατη!. Η βλακεία δεν είναι αθώα!.
Ο αδύναμος βλάκας γίνεται μνησίκακος, ρουφιάνος και κακός, διότι μισεί καθετί που υπερέχει, καθετί που είναι ανώτερο απ’ αυτόν.

Οι διαβαθμίσεις των βλάκων είναι ο πανταχού παρόντας βλάκας, ο ηλίθιος, το ζώο, κι ο καθυστερημένος.

Ο αριθμός των βλακών ανάμεσά μας, είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ όσο νομίζουμε: όσοι είναι χάχες μεταξύ των παρκαδόρων είναι και μεταξύ των πανεπιστημιακών. Πρέπει να αμφιβάλλουμε περισσότερο με τη γελοία κάστα των διανοουμένων, που ενώ θεωρούν ότι ζουν σ’ ένα πνευματικά ανώτερο σύμπαν, μας εκπλήσσουν κάθε τόσο με τις αρλούμπες που εκτοξεύουν (Δοξιάδης, Δημουλά, Τατσόπουλος, Χειμωνάς).

Όσο περισσότερο απασχολεί την κοινωνία ένα φαινόμενο, τόσο περισσότερες λέξεις εφευρίσκει γι’ αυτό: όπως οι Εσκιμώοι έχουν τις περισσότερες λέξεις για το λευκό, έτσι η κοινωνία έχει τις περισσότερες λέξεις για να χαρακτηρίσει τον βλάκα, με κορωνίδα τη λέξη «μαλάκας».

Κάποιοι προσέρχονται στην βλακεία εθελοντικά όπως ο καχύποπτος χωρικός ή ο κρυψίνους πολιτικός ή καπάτσα σύζυγος, πού κάνει εθελοντικά τη χαζή μπροστά στον άνδρα της για επιτύχει αυτό που θέλει. Ο σημερινός μας πολιτισμός ευνοεί τον βλάκα. Υπάρχουν και οι επιτυχημένοι βλάκες, από κληρονομικό δίκαιο (παιδιά επιτυχημένων πολιτικών, βλέπε Γιωργάκης Π.) ή λόγο συγκυριών (βλέπε Μπους).

Η ΡΟΥΤΙΝΑ & η ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΙΔΙΚΕΥΣΗ είναι χαρακτηριστικά που λατρεύει ο ηλίθιος: «μόνο ένας στενόμυαλος βλάκας γίνεται πολύ καλός ειδικός». Ας θυμηθούμε τις παταγώδεις διαψεύσεις καταξιωμένων οικονομολόγων, πολιτικών, αναλυτών, μετεωρολόγων, σεισμολόγων κ.λπ. για το κραχ του 29, ή για τη σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη & στη Ελλάδα…). Δεν είναι τυχαίο που η κοινωνική Ελίτ αντικατέστησε την πραγματική αξιοκρατία με μια αλυσίδα ταξικών, τεχνικών και κληρονομικών κριτηρίων.

Στα ερωτικά ο ελαφρύς άνδρας απογοητεύει το θηλυκό, ενώ μια όμορφη χαζοβιόλα είναι η αντρική φαντασίωση.

Η πονηριά είναι ένδειξη περιορισμένης ευφυΐας. Κανείς δεν είναι πιο πονηρός από τον βλάκα. Ο πιο πονηρός βλάκας είναι ο σοβαρός βλάκας, το υστερικό, τυπικό ανθρωπάκι (λέγε με Σημίτη) που οχυρωμένος πίσω από ένα προσωπείο σοβαρότητας και σπουδαιότητας το παίζει σπουδαίος…

Το ΑΠΟΛΥΤΟ είναι πάνω απ’ όλα ΑΔΙΚΟ

Το απόλυτο δίκιο αποτελεί απόλυτη αδικία. Γι’ αυτό το χειρότερο είδος είναι ο «βλάκας σε αποστολή», δλδ ο «απόλυτα άμεμπτος», ο καζάνας Δικαστής, αστυνομικός, καθηγητής που εν ονόματι του (απόλυτου) νόμου «δεν χαρίζεται ούτε στην μάνα του». Ακόμα και οι νόμοι της Οικονομίας λειτουργούν καλύτερα με μικρό ποσοστό παραοικονομίας. Το ίδιο ισχύει και στην εφαρμογή των νόμων στη Δικαιοσύνη, στην Κοινωνία, στην Εργασία στην Οικογένεια: η εξαίρεση υπάρχει πάντα και επιβεβαιώνει τον κανόνα (ή το νόμο).

Η πιο χοντρή βλακεία είναι η ΟΜΑΔΙΚΗ

Είναι πολύ σημαντικό και χρήσιμο να επισημάνουμε ότι το άτομο συμπεριφέρεται διαφορετικά όταν καλείται να πάρει αποφάσεις μόνος του και εντελώς διαφορετικά όταν βρίσκεται σε μια ομάδα. Ομάδα εννοεί τα πολιτικά κόμματα, τις θρησκευτικές οργανώσεις και εν γένει τις κλειστές ομάδες.Την ομάδα την ενώνει το κοινό συναίσθημα, οι πεποιθήσεις, ο κοινός στόχος και το κοινό πιστεύω και πολύ λιγότερο η πρωτοβουλία, η πρωτοτυπία και η σκέψη. Επιπλέον στην ομάδα επιβάλλεται ομογενοποίηση των συμμετεχόντων σ’ αυτήν, η ατομικότητα ηθελημένα παραμερίζεται. Έτσι ο αχθοφόρος έχει την ίδια αξία με τον επιστήμονα. Έτσι, ο χαρισματικός ομιλητής μπορεί προβάλλοντας τα δικά του συναισθήματα να τα μεταδώσει στο πλήθος χωρίς μεγάλο κόπο (βλέπε πολιτικές συγκεντρώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου κ.λπ.). Το ομαδικό πνεύμα που καλλιεργεί το σημερινό κατεστημένο δεν οδηγεί στην πρωτοτυπία και στην έμπνευση: «όσοι δεν σκέπτονται, συσκέπτονται». Ευτυχώς που υπάρχουν πάντα κάποιες εξαιρέσεις ανθρώπων στην ομάδα, που σπάνε τις φόρμες και πρωτοτυπούν με τις πράξεις και τα λεγόμενά τους.
Το πλήθος δεν σκέφτεται, απλώς αισθάνεται, πιστεύει και άγεται!!!. Το καταφύγιο του ανθρώπου είναι η Κοινωνία, ενώ το καταφύγιο του βλάκα είναι η Ομάδα.
Εξαιτίας των παραπάνω χαρακτηριστικών της ομάδας, πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί σε ομαδικές μαρτυρίες (σε δικαστήρια κ.λπ.).

Είναι πολύ εύκολο εδώ να γίνουν παρανοήσεις. Δεν αναφέρεται εδώ ότι είναι ενάντια σε κάθε μορφή ομάδας. Απλά προσπαθεί να το εξειδικεύσει, επισημαίνοντας τους κινδύνους που μπορεί να υπάρξουν όταν σε μιά κλειστή και ανελεύθερη ομάδα παρεισφρύσουν κάποια κακόβουλα άτομα χαμηλής πνευματικής στάθμης που έτσι θα διαταράξουν την ποιότητα και τις ισορροπίες προς τα κάτω,


Διάφορα

Δεν υπάρχει ανεξάρτητη κοινή γνώμη. Τα κόμματα και ΜΜΕ έχουν αναλάβει εργολαβικά να διαμορφώνουν κατά το δοκούν την κοινή γνώμη. Το κερασάκι στην τούρτα δε το βάζει η φενάκη της ψήφου.

Το πρόσωπο είναι ο καθρέφτης μας και μας αντιπροσωπεύει: δίνει την πρώτη εντύπωση κι έτσι με την πρώτη ματιά ξέρουμε αν κάποιος μας είναι συμπαθής, πονηρός, ή μάπας.

Ο «μετανοημένος αμαρτωλός» δλδ ο δοκιμασμένος άνθρωπος είναι πάντα ο καλύτερος, διότι διαθέτει πείρα ζωής «έχουν δει πολλά τα μάτια του».

----------------------------------------------------------------
Αναδημοσίευση από apopseis-eponyma.blogspot.gr
Συνέχεια →
Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Δεκάλογος - Χουάν Κάρλος Ονέτι

6 σχόλια

                                           





                                                   


                                                             Δεκάλογος

                                                                              του Χουάν Κάρλος Ονέτι

  1.      Μην αναζητάτε την πρωτοτυπία. Η διαφορετικότητα είναι αναπόφευκτη όταν πάψει κανείς να ανησυχεί γι’ αυτήν.
  2.      Μη νοιάζεστε να θαμπώσετε τον μικροαστό. Δεν γίνεται. Αυτός ταράζεται μόνο όταν του απειλούν το πορτοφόλι.
  3.      Μην προσπαθείτε να μπερδέψετε τον αναγνώστη ούτε να ζητάτε τη βοήθειά του.
  4.      Μη γράφετε ποτέ σκεπτόμενοι την κριτική, τους φίλους ή τους συγγενείς, τη γλυκιά αγαπημένη ή τη σύζυγο. Ούτε καν έναν υποθετικό αναγνώστη.
  5.      Μη θυσιάζετε για τίποτα τη λογοτεχνική ειλικρίνεια. Ούτε για χάρη της πολιτικής ούτε για χάρη της επιτυχίας. Γράφετε πάντα για εκείνο το άλλο, το σιωπηλό και αμείλικτο, που κουβαλάμε πάντα μέσα μας και που είναι αδύνατο να ξεγελάσουμε.
  6.      Μην ακολουθείτε μόδες. Αποκηρύξτε τον ιερό σας δάσκαλο πριν ο αλέκτωρ λαλήσει τρις.
  7.      Μην περιορίζεστε στην ανάγνωση καθιερωμένων βιβλίων. Κανείς δεν έδινε σημασία στον Προυστ και τον Τζόις όταν πρωτοεμφανίστηκαν, σήμερα θεωρούνται ιδιοφυίες.
  8.      Μην ξεχνάτε τη δικαιολογημένα διάσημη φράση: 1+1 κάνουν 2αν, όμως, κάναν 3;
  9.      Μην περιφρονείτε θέματα με ξένη αφήγηση, όποια κι αν είναι η προέλευσή τους. Κλέψτε αν χρειάζεται.
  10.      Πάντα να λέτε ψέματα.



[Μετάφραση από τα ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Ο Ουρουγουανός Χουάν Κάρλος Ονέτι (Juan Carlos Onetti, 1909-1994) έγραψε μυθιστορήματα και διηγήματα. Το 1974, μετά από 6μηνο εγκλεισμό του σε ψυχιατρική κλινική από το στρατιωτικό καθεστώς της πατρίδας του για σχεδόν ασήμαντη αφορμή, έφυγε για την Ισπανία. Θεωρείται από τους σπουδαιότερους λατινοαμερικάνους συγγραφείς του 20ου αιώνα. Βραβεύτηκε με το σημαντικότερο βραβείο του ισπανόφωνου κόσμου, Θερβάντες, το 1980.
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν δύο μυθιστορήματά του: Το ναυπηγείο (1993) και Η σύντομη ζωή (2000)
Συνέχεια →
Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Η εξομολόγηση του φυγά - Χουάν Βιθέντε Πικέρας

7 σχόλια

Η εξομολόγηση του φυγά             
  [Confesión del fugitivo]
                     
                   του Χουάν Βιθέντε Πικέρας

Είμαι ευτυχισμένος μόνο σαν φεύγω.

Όχι ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους, με δρόμους κλειστούς,
μα ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, στο ’να σπίτι ή στ’ άλλο,
και τα δυο κατά προτίμηση αλλονών.

Δεν μπορώ πια, ούτε θέλω, να μένω ήσυχος.
Ούτε τώρα ούτε μετά. Ούτε εδώ ούτε εκεί.
Εκεί που τελοσπάντων είσαι εσύ,
όποια και να ’σαι εσύ, το όνομά σου βάλε
στα χείλη μου τα διψασμένα, τα αχόρταγα.

Εγώ δεν είμαι εγώ ούτε έχω σπίτι.
Δεν λέω πια, γιατί ποτέ δεν ήμουν,
ποτέ δεν είχα, πάντα ήμουν ξένος
μέσα μου ή έξω μου. Είμαι αυτός που δεν:
ο αλήτης που κοιμάται κάτω απ’ το γεφύρι
που τις όχθες μου ενώνει και το περνώ
χωρίς σταματημό, μέρα και νύχτα.

Γράφω γιατί ψάχνω, γιατί ελπίζω.
Όμως πια δεν ξέρω τι, το ’χω ξεχάσει.
Ελπίζω πως γράφοντας, κάποια στιγμή
θα θυμηθώ. Επιμένω κόντρα στους καιρούς.

Αγωνιώ ανάμεσα σε παρενθέσεις
σε τόπο ζωντανό, χρόνο νεκρό
κάποιας ελπίδας, ανάμεσα σε δύο εδώ.

Ποτέ σε κάτι μα ανάμεσα. Άσε με,
όποια και να ’σαι εσύ, στην ησυχία μου
ή τέλειωνε πια μαζί μου και με το μέλι το πικρό
του να είμαι μόνος μιλώντας μόνος.

Αποφάσισα να μην αποφασίζω,
να μην είμαι πουθενά αλλά στον δρόμο,
σε γεφύρια, σε πλοία, σε τρένα
όπου θα είμαι απλώς ο επιβάτης
που ξέρω πως είμαι, και να αισθάνομαι
πως με ανησυχεί η γαλήνη,
πως η ησυχία με τρομάζει,
πως η ασφάλεια δεν με ενδιαφέρει,
κι ευτυχισμένος είμαι μόνο στη φυγή.

[Μετάφραση από τα ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Ο Χουάν Βιθέντε Πικέρας θεωρείται ένας από τους πιο μοναχικούς και αυθεντικούς ποιητές της σύγχρονης ισπανικής ποίησης. Γεννήθηκε το 1960 στο Ντούκες ντε Ρεκένα, ένα μικρό αγροτικό χωριό. Η παιδική του ηλικία σημαδεύτηκε από τη φύση, τις αγροτικές δραστηριότητες, την έλλειψη βιβλίων, την αθλιότητα του φρανκισμού. Η λογοτεχνική του καλλιέργεια ήταν τελείως προσωπικό του πάθος. Τη δεκαετία του '80 έφυγε τρέχοντας από την Ισπανία. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ζει έξω από την πατρίδα του: στην αρχή στη Γαλλία, μετά στην Ιταλία και τώρα στην Ελλάδα. [από το αρχείο της BiblioNet]

[Διαβάστε εδώ το ποίημα Η εξομολόγηση του φυγά στο πρωτότυπο ]

Δείτε τον Χουάν Βιθέντε Πικέρας να απαγγέλλει (μια ελαφρώς διαφορετική εκδοχή) στο YouTube









Συνέχεια →
Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Κοχύλι - Ρουμπέν Νταρίο

7 σχόλια

Κοχύλι

                             του  Ρουμπέν Νταρίο


Ένα χρυσό βαρύ κοχύλι πάνω στην άμμο βρήκα.
Μαργαριτάρια φίνα το στολίζαν.
με θεία δάχτυλα η Ευρώπη το 'χε αγγίξει
σαν έσκιζε τα κύματα πα’ στον ουράνιο ταύρο.

Στα χείλη μου το σήκωσα το βουερό κοχύλι
για να σαλπίσω την ηχώ των θαλασσών.
το ακούμπησα στο αυτί μου και τα κυανά άκουσα βάθη
τον μυστικό τους θησαυρό να ψιθυρίζουν.

Γεύομαι τώρα την αλμύρα των πικρών ανέμων
που της Αργούς φουσκώναν τα πανιά
σαν ερωτεύονταν του Ιάσονα το όνειρο τα αστέρια.

και των κυμάτων ακούω το μουρμουρητό και μια άγνωστη λαλιά
και μια βαθιά φουσκονεριά κι έναν αγέρα μυστηριώδη…
(Το κοχύλι έχει το σχήμα της καρδιάς.)




[Μετάφραση από τα ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Ρουμπέν Νταρίο (1867-1917): Νικαραγουανός ποιητής, πρωτεργάτης του λατινοαμερικάνικου μοντερνισμού και με μεγάλη επίδραση σε όλη την ισπανόφωνη ποίηση του 20ου αιώνα, την οποία συνέδεσε με το κίνημα της νεότερης λυρικής ποίησης που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στη Γαλλία, φθάνοντας στο απόγειό της με τον συμβολισμό.

[Διαβάστε εδώ το ποίημα Κοχύλι στο πρωτότυπο.]
Συνέχεια →

Ετικέτες