Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα - Δυο ποιήματα στην επέτειο της δολοφονίας του

2 σχόλια
Ο ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα δολοφονήθηκε από "άγνωστους" φασίστες στις 19 Αυγούστου 1936, σε ηλικία 38 χρονών, στην περιοχή της Γρανάδα. Η σορός του δεν βρέθηκε ποτέ.


Νύχτα του άγρυπνου έρωτα  [Noche del amor insomnie]

Νύχτα από πάνω μας με ολόγιομο φεγγάρι,
εγώ να κλαίω βάλθηκα και γέλαγες εσύ.
Η περιφρόνησή σου ένας θεός, τα παράπονά μου
μια αλυσίδα από στιγμές και περιστέρια.

Νύχτα από κάτω μας. κρύσταλλο πόνου,
έκλαιγες εσύ για μακρινούς καημούς.
Μυρμήγκιασε η οδύνη μου
επάνω στην αδύναμη χωμάτινη καρδιά σου.

Η αυγή μάς ένωσε επάνω στο κρεβάτι,
με τα στόματα επάνω στον παγωμένο πίδακα
που αίμα δίχως τελειωμό αναβλύζει.

Κι ο ήλιος μπήκε απ' τα κλειστά παράθυρα
και το κοράλλι της ζωής άνοιξε το κλαδί του
επάνω στη σαβανωμένη μου καρδιά.


Κι ύστερα  [Y después]

Οι λαβύρινθοι
που φτιάχνει ο χρόνος,
χάνονται.

(Μένει μόνο
η έρημος.)

Η καρδιά,
πηγή του πόθου,
χάνεται.

(Μένει μόνο
η έρημος.)

Η ψευδαίσθηση της αυγής
και τα φιλιά,
όλα χάνονται.

Μένει μόνο
η έρημος.
Μια κυματιστή
έρημος.



[Μετάφραση από τα ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
Συνέχεια →

Ο κύριος Επισκοπάκης του Ανδρέα Μήτσου

2 σχόλια
Το βιβλίο "Ο κύριος Επισκοπάκης" ή "η εξομολόγηση ενός δειλού" του Ανδρέα Μήτσου, πήρε δικαίως το Βραβείο Αναγνωστών ΕΚΕΒΙ- ΕΡΤ [2007]. Πρόκειται για μια νουβέλα συνολικά 143 σελίδων, χωρισμένο σε 4 ενότητες ("Ο εκβιασμός","Η ταπείνωση","Η τιμωρία","Επίμετρο"), οι οποίες αποτελούνται κυρίως από μικρά κεφάλαια 1-3 σελίδων, που διαβάζεται με άνεση (και αγωνία) σε 2-3 ώρες.  


Η υπόθεση είναι σχετικά συνηθισμένη, έχουμε εδώ να κάνουμε όχι με ένα ερωτικό τρίγωνο αλλά ερωτικό τετράγωνο, αφού η κυρία (η οδοντίατρος Αντιγόνη) μοιράζεται σε τρεις άνδρες, αρχίζοντας από τον αξιωματικό λιμενικό σύζυγο, τον πρώην ιστορικό και νυν έμπορο κοσμημάτων κύριο Επισκοπάκη και έναν μάλλον αγροίκο Βαλκάνιο μετανάστη που τους εκβιάζει. Τι είναι όμως εκείνο που σε συναρπάζει και σε καθηλώνει σ' αυτό το βιβλίο; Είναι ο τρόπος αφήγησης της πλοκής, που είναι εντελώς προσωπικός - μήπως και αυτοβιογραφικός - γίνεται σε πρώτο πρόσωπο από τον βασικό ήρωα τον κύριο Επισκοπάκη. Αυτή η εξωτερίκευση γίνεται με πηγαίο και συνάμα αγχωτικό τρόπο, με στόχο την προσωπική εξιλέωση και καλύτερη κατανόηση των πράξεών του. Ο αφηγητής διυλίζει την μνήμη του ψάχνει τις λέξεις, βιάζεται να διηγηθεί μην τυχόν ξεχάσει κάτι γιατί "Μια εξομολόγηση είναι και τούτη, η δική μου. Μια έκκληση για βοήθεια, που ποντάρω μόνο στο ρυθμό της αφήγησης, στη συνέργεια των λέξεων, για να πάρει σώμα και υπόσταση και να με πιστέψετε"(σελ.120).

Εκείνο λοιπόν που έχει νόημα εδώ να ειπωθεί, δεν είναι η πανθομολογούμενη - και αναμενόμενη από τον δευτερότιτλο - δειλία  του πρωταγωνιστή απέναντι στα διλήμματα της ζωής του - άσχετα αν είναι ερωτικά ή όχι - αλλά στον τρόπο που τα βίωσε και τα επαναβιώνει διηγώντας τα "Αφού  το νόημα της κάθε ιστορίας και η αλήθεια της υπάρχουν μόνο στο τρόπο που τα λέει κανείς."(σελ. 121).

Τα πάντα είναι λοιπόν υποκειμενικά, ιδιαίτερα αυτά που βιώνουμε. Μπορεί π.χ. να πράξουμε τα ίδια πράγματα 3 άνθρωποι, οι οποίοι μπορεί να είναι και φίλοι μεταξύ τους, κι όμως ο καθένας θα τις βιώσει τελείως διαφορετικά και προπάντων θα τις διηγηθεί με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η πολλές φορές διαφορετική παρουσίαση - αφήγηση του ίδιου συμβάντος από μάρτυρες στο δικαστήριο.

Ο Ανδρέας Μήτσου, στο βιβλίο του αυτό πράγματι κατορθώνει να καθηλώσει τον αναγνώστη, αποκαλύπτοντας την ψυχή, την εσωτερικότητα του πρωταγωνιστή του, που διαμέσου της αφήγησης των παρελθόντων πράξεών του, αυτοεξαγνίζεται, συνειδητοποιεί τις αδυναμίες του - στο προκείμενο την δειλία του να πάρει αποφάσεις που θα άλλαζαν την ζωή του - συμφιλιώνεται μ' αυτές ή προσπαθεί να τις ξεπεράσει. Είναι πολύ καλό γιατρικό που όλοι λίγο πολύ χρειαζόμαστε στην ζωή μας, να διηγηθούμε σε κάποιον το πρόβλημα που μας βασανίζει και σαν από θαύμα όταν το κάνουμε - με τον δικό μας πάντα προσωπικό και υποκειμενικό τρόπο - τελειώνοντας αισθανόμαστε πολύ καλύτερα, πιο απελευθερωμένοι, πιο δυνατοί.

Σχετικά με τον συγγραφέα: Ο Ανδρέας Μήτσου γεννήθηκε στην Αμφιλοχία, το 1950. Δημοσίευσε έξι συλλογές διηγημάτων (Ένα μήλο, ένα κυδώνι, ένα κλωνί βασιλικό, Ο φόβος της έκρηξης, Γέλια, Ιστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού, Ο χαρτοπαίκτης έχει φοβηθεί, Σφήκες), δύο μυθιστορήματα (Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου, Ο σκύλος της Μαρί). Σπούδασε αγγλική λογοτεχνία και ελληνική φιλολογία, με διδακτορικό για την καθημερινότητα και τη λογοτεχνία. Είναι Καθηγητής – φιλόλογος στη δημόσια μέση εκπαίδευση.

Το βιβλίο: Ανδρέας Μήτσου – Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού), εκδόσεις Καστανιώτης, 2007, σελ. 143.

------------------------------------------------------
(Πρώτη δημοσίευση: apopseis-eponyma.blogspot.gr
Συνέχεια →
Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

"Κάτι θα γίνει, θα δεις" του Χρήστου Οικονόμου

0 σχόλια
Ο Χρήστος Οικονόμου γεννήθηκε το 1970, είναι πολιτικός συντάκτης στο «Εθνος» και το «Κάτι θα γίνει, θα δεις» είναι το δεύτερο βιβλίο του, με το οποίο μάλιστα πήρε και το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος - Νουβέλας. 
Περιλαμβάνει δεκαέξι ιστορίες - οργανωμένες έτσι που να επικοινωνούν μεταξύ τους, και διαδραματίζονται στη Δυτική Αθήνα και συγκεκριμένα στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές του ευρύτερου Πειραιά - Καμίνια, Νίκαια, Δραπετσώνα, στο φουγάρο της ΔΕΗ στο Κερατσίνι, εκεί όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε κι ο ίδιος.

Όπως ο ίδιος υποστηρίξει σε συνέντευξή του, όταν δημοσίευσε το βιβλίο - το 2010 -, ήθελε να γράψει αποκλειστικά για τις χαμηλότερες εισοδηματικά κοινωνικές τάξεις, όχι για τη μεσαία τάξη. 
Εκείνο όμως που κατάφερε, ήταν να βάλει σε πρωταγωνιστικό ρόλο, για πρώτη φορά, τον απλό κόσμο της φτωχολογιάς και συγκεκριμένα το λούμπεν προλεταριάτο[1], να εκφράσει τον πόνο και τις αγωνίες του, την καθημερινή του βιοπάλη, τα συναισθήματά του και  το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται  μέσα στην γενικότερη κοινωνική και πολιτική κρίση των μνημονίων και της ανεργίας.

O όρος «φτωχολογιά» μπορεί να παραπλανήσει, γιατί παραπέμπει σε εικόνες εξαθλίωσης άλλων εποχών, από τις οποίες και προέρχεται. Οι ήρωες του Οικονόμου δεν ζουν σε τρώγλες ή χαμόσπιτα ή συστάδες δωματίων γύρω από φτωχικές αυλές αλλά σε διαμερίσματα πολυκατοικιών, πολλοί από αυτούς έχουν ένα έστω φτηνό αυτοκίνητο, τσιτάρουν στίχους από ροκ συγκροτήματα μάλλον παρά από λαϊκά τραγούδια, βλέπουν τηλεόραση και ξέρουν μέσες άκρες τι συμβαίνει αλλού. Εργάτες, υπάλληλοι, μικροεπαγγελματίες, ό, τι και αν είναι, έχουν παραστάσεις ενός πλατύτερου κόσμου και «απολαμβάνουν» μια ελάχιστη, επισφαλή μικροαστική άνεση. Αλλά η φτώχεια τους γίνεται πραγματική και απόλυτη, από τη στιγμή που τους καταπλακώνει η ξαφνική ανεργία ή το βάρος των χρεών ή και τα δυο μαζί. [2]

Η ανάγνωση των πρώτων διηγημάτων σε κάνει να παγώσεις, αρνητικά και καταθλιπτικά συναισθήματα σε κατακλύζουν, τα βλέπεις όλα μαύρα. Αναρωτιέσαι είναι δυνατόν αυτά να είναι όλα αλήθεια; είναι δυνατόν να υπάρχει τόση φτώχεια, τόση πίκρα, τόση μιζέρια; Δεν υπάρχει πουθενά διέξοδο, κι όμως η ζωή συνεχίζεται, πιστεύοντας έτσι απλά "κάτι θα γίνει θα δείς"...!Απουσιάζει εντελώς το οποιοδήποτε πολιτικό υπόβαθρο: ο συγγραφέας αφήνει ελεύθερους τους πρωταγωνιστές των διηγημάτων του να εκφρασθούν όπως αυτοί μπορούν, χωρίς περιττές φιοριτούρες, χωρίς να φαίνεται ότι οι διάλογοι είναι απομαγνητοφωνημένοι. Τα διηγήματα τελειώνουν όπως τα δράματα των ανθρώπων αυτών και δεν έχουν κατάληξη, ούτε ευτυχή ούτε τραγική.Και η ζωή συνεχίζεται...

Ο Οικονόμου δεν υποδεικνύει ούτε, πολύ περισσότερο, προπαγανδίζει λύσεις. Δεν φλερτάρει με τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό ούτε υιοθετεί καταγγελτικούς τόνους. Δεν ενδίδει ούτε στιγμή στο μελό, από την άλλη όμως δεν επιδίδεται σ΄ έναν στεγνό, χειρουργικό νατουραλισμό. Τα διηγήματά του πάλλονται από μια διακριτική, αλλά άμεση και ζωηρή συμπάθεια για τα πάσχοντα πρόσωπά τους, συμπάθεια τόσο μεταδοτική ώστε θα μπορούσαμε να πούμε ότι έμμεσα εξασκούν πολιτική επίδραση. Γνωρίζουν και αξιοποιούν θαυμάσια τη δύναμη της μεταφοράς, γνωρίζουν όμως και τη δύναμη της σιωπής. Ο τρόπος που η γραφή του Οικονόμου χρησιμοποιεί τη σιωπή βρίσκει ένα ωραίο οπτικό αντίστοιχο στη σκηνή από το διήγημα «Πλακάτ με σκουπόξυλο» όπου ο πρωταγωνιστής, πνιγμένος στο πένθος και την οργή για τον χαμό ενός στενού φίλου του σ΄ ένα εργατικό ατύχημα, πηγαίνει και στέκεται έξω από το μοιραίο γιαπί κρατώντας υψωμένο ένα πρόχειρο πλακάτ που δεν γράφει τίποτα πάνω του: το άγραφο πλακάτ είναι μια διαμαρτυρία ηχηρότερη από οποιοδήποτε σύνθημα.[2]

Τελειώνοντας την ανάγνωση του τελευταίου διηγήματος, η πρωταγωνίστρια ψιθυρίζει  «Κομμάτι κομμάτι μου παίρνουν τον κόσμο μου»: μια νέα γυναίκα που ετοιμάζεται να αναζητήσει δουλειά σε ελληνική επιχείρηση στη Βουλγαρία, όταν η μονοκατοικία που νοικιάζει στην Ελευσίνα δίνεται αντιπαροχή.
Αυτή η φράση, λέει ο Οικονόμου, «εκφράζει με τον πιο καίριο τρόπο αυτό που αισθάνεται σήμερα η πλειονότητα των Ελλήνων»: ότι χάνει τις σταθερές της, ότι τη διαλύει η ανασφάλεια, την ισοπεδώνει η απόγνωση κι ότι έχει ανάγκη να επαναπροσδιοριστεί σε ένα τοπίο που είναι πια ρευστό. «Ο κίνδυνος» που ελλοχεύει σε αυτήν την κατάσταση «είναι μεγάλος», σχολιάζει. «Ομως από την άλλη θα αναγκαστούμε εκ των πραγμάτων να ανοιχτούμε σε νέα πεδία.
Αυτή είναι και η μοναδική πρόκληση με την οποία αξίζει να έρθουμε αντιμέτωποι στην Ελλάδα σήμερα: να χαρτογραφήσουμε νέα εδάφη σε όλους τους τομείς του κοινού μας βίου, είτε πρόκειται για την παιδεία, είτε για την οικονομία, για τις κοινωνικές δομές ή για τον πολιτισμό».[3]

 Στο τέλος μένεις με μια πίκρα στο στόμα. Ένας κόμπος στο λαιμό σε πνίγει. Οι σκέψεις τρέχουν, το κεφάλι σου πάει να σπάσει. Αναρωτιέσαι συμβαίνουν τέτοια γεγονότα γύρω μου; Και τότε θυμάσαι... Θυμάσαι φίλους και γνωστούς που τελευταία έχασαν την δουλειά τους κι έχουν μείνει άνεργοι. Θυμάσαι αγαπημένα σου γερόντια των οποίων ελέω μνημονίου τους μειώθηκε η σύνταξη και δεν τους φθάνουν τα λεφτά για το πετρέλαιο. Θυμάσαι τον φίλο σου που ξενοίκιασε το διαμέρισμα και μετακόμισε στα πεθερικά του για οικονομία. Και σκέπτεσαι το επίπεδο των συζητήσεων στην παρέα, στην γειτονιά, στη δουλειά με τους συναδέλφους...Συζητήσεις του αέρα και του Φόβου, χωρίς προοπτική χωρίς διέξοδο, ίσα - ίσα για να πορευόμαστε, που λένε.


Κι όμως ο Οικονόμου έμμεσα κατορθώνει να μας μεταδώσει μια αληθινή αισιοδοξία μέσα απ' τα διηγήματά του που πηγάζει από τη βαθύτερη αξιοπρέπεια και περηφάνια των λαϊκών χαρακτήρων τους, από την ακατάβλητη θέλησή τους να προχωρήσουν, από την άρνησή τους να παραιτηθούν από τον εαυτό τους.


Για όλους αυτούς τους λόγους το βιβλίο αυτό είναι εξαιρετικά χρήσιμο, ιδιαίτερα στην δύσκολη εποχή που περνάμε. Αξίζει δε να σημειωθεί η οξυδέρκεια και προβλεψιμότητα του συγγραφέα, αν αναλογιστεί κανείς ότι το έγραψε στις απαρχές εφαρμογής του πρώτου μνημονίου το 2010 και είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρο παρά ποτέ!.

---------------------------------
[1] λούμπεν προλεταριάτο: μαρξιστικός όρος που περιγράφει το τμήμα του προλεταριάτου που λόγω της πλήρους εξαθλίωσής του βρίσκεται στο κοινωνικό περιθώριο και δεν έχει αναπτύξει ταξική συνείδηση (Βικιλεξικό)
[3] τα "ΝΕΑ"



------------------------------------------------------
(Πρώτη δημοσίευση: apopseis-eponyma.blogspot.gr
Συνέχεια →
Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

Το τραγούδι της ιεραποστολής - Τζον Λε Καρέ

0 σχόλια
Τα μυθιστορήματά του συνδέθηκαν άρρηκτα με τον Ψυχρό Πόλεμο, τόσο που με το τέλος του πολλοί πίστεψαν ότι η λογοτεχνία του θα έχανε το περιεχόμενό της. Όμως, ο Τζον Λε Καρέ (John le Carré) ανανέωσε την θεματολογία του και εξακολουθεί να παραμένει στην πρωτοπορία του συγκεκριμένου είδους, διαρρηγνύοντας με την ποιότητά του τα όρια ανάμεσα στη λογοτεχνία και την (θεωρούμενη) παραλογοτεχνία. Με τις πρόσφατες επιτυχημένες μεταφορές έργων του στον κινηματογράφο (Ο επίμονος κηπουρός, 2005 - Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι, 2011), ο Λε Καρέ επανήλθε στο προσκήνιο, όπου τον είχε πρωτοτοποθετήσει μια άλλη ταινία, Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο, το 1965.

Μια πρόσφατη διερμηνευτική μου εμπειρία - η πρώτη μου - με έφερε στην ανάγνωση του Τραγουδιού της ιεραποστολής (εκδόσεις BELL). "Τώρα που έγινες διερμηνέας, πρέπει να το διαβάσεις," μου είπε ο αγαπημένος φίλος. Κι αυτό γιατί ο ήρωας του Λε Καρέ είναι διερμηνέας, από εκείνους που οποιαδήποτε σύγκριση μαζί τους κάνει τους ερασιτέχνες σαν και μένα να μοιάζουν ανεπαρκέστατοι. [Παρόμοια συναισθήματα είχα νιώσει διαβάζοντας τους διερμηνείς-ήρωες του Χαβιέρ Μαρίας και του Μάριο Βάργκας Γιόσα.]

Ο Μπρούνο Σαλβαντόρ, λοιπόν, ή Σάλβο, είναι ο νόθος γιος ενός Καθολικού Ιρλανδού ιερέα και μιας Αφρικάνας από το Ανατολικό Κονγκό. Αφού πέρασε την παιδική του ηλικία σε μια ιεραποστολή στο Κονγκό, μεταφέρθηκε σε ένα ίδρυμα στην Αγγλία. Έχει μια καταπληκτική έφεση στην εκμάθηση γλωσσών, κάτι που τον οδηγεί να γίνει διερμηνέας πρώτης κλάσης. Είναι παντρεμένος με μια ανερχόμενη Αγγλίδα δημοσιογράφο με κατάλευκη καταγωγή, η οικογένεια της οποίας ουσιαστικά ποτέ δεν τον αποδέχτηκε. Συχνά εργάζεται για τις μυστικές υπηρεσίες της Μεγάλης Βρετανίας, θεωρώντας ότι εκτελεί το πατριωτικό καθήκον του. Η ζωή του θα φτάσει σε μια κρίσιμη καμπή όταν θα ερωτευτεί την Αφρικάνα νοσοκόμα Χάνα, η οποία επίσης κατάγεται από το Κονγκό. Ταυτόχρονα, θα αναλάβει μια μυστική αποστολή διερμηνείας σε μια κρυφή διάσκεψη που αφορά το Κονγκό και που θα τον φέρει σε σύγκρουση με τον εαυτό του.

Αν περιμένετε να βρείτε στον Λε Καρέ την καταιγιστική δράση και τα ηλεκτρονικά μαραφέτια που θεωρούνται αναμενόμενα σε κατασκοπικά μυθιστορήματα, μάλλον θα απογοητευτείτε. Η έμφαση δίνεται στην ψυχογραφία των χαρακτήρων και στις εσωτερικές τους συγκρούσεις. Αυτές οι συγκρούσεις είναι που δημιουργούν το σασπένς. Ο Σάλβο συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί πια να βαδίσει στον ίδιο (βολικό μέχρι τότε) δρόμο χωρίς να χάσει την ψυχή του, χωρίς να γίνει ένα τίποτα: μια ζέβρα - όπως χλευαστικά μα εύστοχα τον αποκαλεί ένας από τους Αφρικανούς πρωταγωνιστές της διάσκεψης. Καταλυτικό ρόλο θα παίξει φυσικά η ιδεολόγος Χάνα. Μπορεί το κεντρικό μέρος του βιβλίου να είναι βαρυφορτωμένο με πληροφορίες που μας δίνουν το πολιτικό κλίμα του Κονγκό και τις διάφορες ομάδες συμφερόντων, αλλά στο τελευταίο κομμάτι η πλοκή απογειώνεται καθηλώνοντας τον αναγνώστη, ενώ ταυτόχρονα καταρρακώνεται η υποκρισία της "δημοκρατικής" Αγγλίας και καταρρίπτονται οι ψευδαισθήσεις των ηρώων.

Στο Τραγούδι της ιεραποστολής διακρίνονται ξεκάθαρα οι απόψεις του Λε Καρέ ενάντια στη νέα αποικιοκρατία και τη στυγνή εκμετάλλευση της Αφρικής από ένα διεθνές σύστημα όπου οι εταιρίες δεν χρειάζονται καν πολιτική διαμεσολάβηση. Ο συγγραφέας έχει γίνει στόχος πολλών (συγκαλυμμένων ή απροκάλυπτων) απολογητών του διεθνούς status quo. Κατηγορήθηκε ότι υπεραπλουστεύει τις καταστάσεις και τα προβλήματα. Μήπως όμως δεν είναι αυτή η πιο συχνή μομφή που προσάπτεται στους αμφισβητίες της απόλυτης κυριαρχίας του καπιταλισμού και των αγορών; Αποκαλείται υποτιμητικά angry old man (=οργισμένος γέρος) γιατί τοποθετήθηκε ευθαρσώς ενάντια στην εισβολή στο Ιράν και μίλησε για "απογύμνωση" των Βρετανών από τα πολιτικά τους δικαιώματα μέσα στον "αντιτρομοκρατικό" πανικό που έχει καταλάβει την πατρίδα του.

Ο 81χρονος πρώην πράκτορας, φιλελεύθερος αστός Ντέιβιντ Κόρνγουελ (το αληθινό του όνομα) έχει γίνει πια μια σημαντική φωνή διαμαρτυρίας - με τα βιβλία του, αλλά και με άρθρα και δηλώσεις - σε έναν δυτικό κόσμο που μοιάζει να τελεί εν υπνώσει.

[Διαβάστε εδώ βιογραφικά στοιχεία για τον Τζον Λε Καρέ από το αρχείο της BiblioNet]

[Σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου κατά τη διάρκεια συνέντευξης στο BBC το 2008, ο Λε Καρέ δήλωσε πως θεωρεί ως τα καλύτερα μυθιστορήματά του τα εξής: Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο, Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι, Ο ράφτης του Παναμά, Ο επίμονος κηπουρός.]

[Διαβάστε εδώ ποια μυθιστορήματα του Τζον Λε Καρέ μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο]

Δείτε τη συνέντευξη του Τζον Λε Καρέ στις Κεραίες της εποχής μας (Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να τη βρω παρά σε πέντε μέρη):
Μέρος 1
Μέρος 2
Μέρος 3
Μέρος 4
Μέρος 5
Συνέχεια →

Ετικέτες