Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

To F του Ντανιέλ Κέλμαν

1 σχόλια
To F του Ντ. Κέλμαν
Μου έμεναν ακόμη καμιά 50ρια σελίδες μέχρι να τελειώσω το βιβλίο και ένα βράδυ αποφασίζουμε (με τη γυναίκα μου) να δούμε την ταινία "Αύγουστος" (του Τζον Γουέλς με τους Μέριλ Στριπ, Τζούλια Ρόμπερτς κ.α.). Η ταινία παρουσιάζει το οικογενειακό δράμα των Γουέστον, μιας οικογένειας που ζει στην Οκλαχόμα και είναι στα πρόθυρα κατάρρευσης. Μια μητέρα -παίζει έξοχα η Μέριλ Στριπ-που σέρνεται ανάμεσα σε διάφορες ουσίες, χάπια και στο αλκοόλ, ο επίσης αλκοολικός πατέρας και συγγραφέας άντρας της την ανέχεται εδώ και 35 χρόνια, και, ενώ την έχει γραπτά προειδοποιήσει ότι θα αυτοκτονήσει, αυτή δεν κάνει το παραμικρό για να το αποσοβήσει: χάνεται κάποια στιγμή και τελικά τον βρίσκουν νεκρό στην βάρκα του. Η μια του κόρη -η υπέροχη Τζούλια Ρόμπερτς-  βρίσκεται αντιμέτωπη με την κρίση μέσα στο γάμο της, η μικρότερη κόρη που ζει ακόμη μαζί τους, αποκαλύπτεται πως είναι ερωτευμένη με τον ξάδελφό της, που τελικά δεν είναι ξάδελφος αλλά παιδί του πατέρα της από τη σχέση του με την αδελφή της μάνας της...Τελικά μετά την εξαφάνιση του πατέρα, που όλη η υπόλοιπη οικογένεια που συγκεντρώνεται στο σπίτι για να στηρίξουν τη μητέρα, αποκαλύπτονται πολύ καλά κρυμμένα μυστικά, μεταξύ των άλλων, ότι η μητέρα έγινε έτσι εξαιτίας της συμπεριφοράς της δικής της μητέρας, που δεν την αγαπούσε και την κακομεταχειρίζονταν. Έτσι η ταινία τελειώνει με την μητέρα να μένει μόνη κι έρημη, την εγκαταλείπουν όλοι, η οικογένεια καταστρέφεται. Γιατί η μητέρα κατέστρεψε την οικογένειά της; Αν η μάνα της της συμπεριφέρονταν σωστά, με αγάπη, θα γίνονταν άλλος άνθρωπος; Γιατί δεν προσπάθησε να σώσει τον άνδρα της απ' την αυτοκτονία ενώ το ήξερε; Πολλά ερωτήματα... Ήταν το πεπρωμένο της να της συμβούν όλα αυτά; Ήταν τυχαία γεγονότα ή ήταν στο dna της;

Μόλις τελείωσε η ταινία, την συνδύασα αυτόματα με το βιβλίο που διάβαζα εκείνη τη στιγμή, το F του Ντανιέλ Κέλμαν:
  • και οι 2 υποθέσεις αναφέρονται σε ουσιαστικά διαλυμένες οικογένειες,
  • στη πρώτη έχουμε 3 κορίτσια, στο βιβλίο έχουμε να κάνουμε με 3 αγόρια, τον Μάρτιν (απ'το πρώτο γάμο του πατέρα) και τους δίδυμους Ιβαν και Ερικ,
  • στη ταινία ο πατέρας παίζει παθητικό ρόλο και στο τέλος αυτοκτονεί, στο βιβλίο ο πατέρας -σε αντιδιαστολή με την ταινία- κοιτάζει μόνο την πάρτη του, εγκαταλείπει τους γιους του, αναζητώντας την "ελευθερία" και την "ολοκλήρωσή" του,
  • και στις 2 περιπτώσεις, τα παιδιά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επιλέγουν να ζήσουν μια συμβατική αλλά μίζερη ζωή, να κάνουν ένα επάγγελμα ή λειτούργημα που δεν το πιστεύουν, που δεν τους αρέσει, χωρίς να έχουν το θάρρος και τη δύναμη να το αναθεωρήσουν, και τέλος
  • όλα τα παιδιά, εξαιτίας τυχαίων (ή μήπως όχι) συμπτώσεων, αλλά και δικών τους αποφάσεων, οδηγούνται στην καταστροφή ή στο θάνατο (Ιβαν).

Η υπόθεση του βιβλίου

Προβληματίστηκα πολύ για το πως θα περιγράψω την υπόθεση του βιβλίου. Αφού διάβασα πολλές αναφορές στο βιβλίο, θεώρησα πιο σωστό, πιο χρήσιμο και ουσιαστικό, να παραθέσω σχεδόν εξ ολοκλήρου την υπόθεση του βιβλίου όπως την συζήτησε ο δημοσιογράφος Γρηγόρης Μπέκος σε μια συνέντευξη που πήρε το 2014 από τον ίδιο τον συγγραφέα όταν ήρθε στην Ελλάδα:

Στο οικογενειακό αυτό μυθιστόρημα πρωταγωνιστούν οι Φρίντλαντ, ο πατέρας Άρτουρ και οι τρεις γιοι του, οι δίδυμοι Έρικ και Ιβάν και ο ετεροθαλής αδελφός τους Μάρτιν. Η οικογένεια (Familie) του μύθου (Fabel) ονομάζεται Friedland. Ο Κέλμαν δανείζεται το συγκεκριμένο γράμμα από το λατινικό αλφάβητο για να στήσει ένα παιχνίδι αντικατοπτρισμών με το πεπρωμένο (Fatum) του καθενός.
«Για να είμαι ειλικρινής δεν μου αρέσουν τα παραδοσιακά ρεαλιστικά μυθιστορήματα που ασχολούνται με οικογένειες. Ξεκίνησα να γράφω την “Mέτρηση του κόσμου” για ανθρώπους σαν κι εμένα, που δεν τους αρέσουν τα ιστορικά μυθιστορήματα αλλά που θα διάβαζαν κάτι διαφορετικό. Το ίδιο συνέβη και με το τελευταίο, δεν μου αρέσει το οικογενειακό μυθιστόρημα του κοινωνικού ρεαλισμού, ας πούμε, και γι’ αυτό έγραψα το “F”, ακριβώς για τον ίδιο λόγο» είπε ο συγγραφέας.

 Ο «αντι-πάτερ» φαμίλιας και επίδοξος συγγραφέας Άρτουρ, στην αρχή του μυθιστορήματος, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1980, βάζει τα ανήλικα παιδιά του στο αυτοκίνητο και πάνε όλοι μαζί να παρακολουθήσουν την παράσταση του Λίντεμαν, ενός μεγάλου υπνωτιστή. Η εμπειρία θα αποδειχθεί απρόβλεπτα σημαδιακή για όλους στην πορεία του χρόνου. Ο Λίντεμαν λέει ότι «η ύπνωση δεν είναι ύπνος, αλλά ένα είδος αγρύπνιας στραμμένης προς τα μέσα, όχι αβουλία αλλά πρωτοβουλία». Ο Άρτουρ, λοιπόν, αμέσως μετά την ύπνωση αποφασίζει να εγκαταλείψει τις δεσμεύσεις της ζωής του και εξαφανίζεται κυνηγώντας την ελευθερία και την έμπνευση. Κάποια στιγμή στο μέλλον θα γίνει διάσημος για τα εύπεπτα και ευπώλητα βιβλία φιλοσοφίας που γράφει.

Ο άπιστος ιερέας, το «golden boy» και ο παραχαράκτης

Στα επόμενα κεφάλαια, μια εικοσαετία και πλέον αργότερα, μαθαίνουμε τους δρόμους που τράβηξαν στη ζωή τους τα τρία αδέλφια. Παρακολουθούμε μια συγκεκριμένη ημέρα (8/8/08) από την ενήλικη ζωή τους. Ο μεγαλύτερος όλων, ο Μάρτιν, έγινε ένας καθολικός ιερέας που πασχίζει μάταια να πιστέψει στον Θεό. Ο Έρικ έγινε αυτό που λέμε «golden boy», χρηματιστής και σύμβουλος επενδύσεων, ένας υπερχρεωμένος απατεώνας που φοβάται ότι είναι θέμα χρόνου να βρεθεί πίσω από τα κάγκελα και γι’ αυτό το έχει ρίξει στα ψυχοφάρμακα. Τελικώς η πρόσφατη οικονομική κρίση θα τον σώσει! 

Ο Ιβάν, ο τρίτος εξ αυτών που σε συνδυασμό με τον Μάρτιν αποτελούν μια ευθεία αναφορά στους «Αδελφούς Καραμάζοφ» του Φ. Ντοστογιέφσκι, έγινε ένας εστέτ έμπορος τέχνης που πλαστογραφεί τους πίνακες ενός γέρου ζωγράφου και παραπλανά τον καλλιτεχνικό κόσμο. «Ο Έρικ είναι μια φιγούρα της εποχής μας. Ο Μάρτιν όχι και τόσο, αναρωτιόμουν μάλιστα όταν έγραφα ότι μπορεί να ταίριαζε καλύτερα στη δεκαετία του 1950. Εις ό,τι αφορά τώρα τον παραχαράκτη Ιβάν, εντάξει, η παραχάραξη της τέχνης δεν είναι τόσο παλιά όσο η ίδια η τέχνη, αλλά είναι τόσο παλιά όσο και η λατρεία για τον αυθεντικό καλλιτέχνη και το έργο του» απάντησε ο Κέλμαν για τις επιμέρους επιλογές του. Στο μυθιστόρημα αυτό επανεμφανίζεται, κάποια στιγμή, ο κυνικός δημοσιογράφος Σεμπάστιαν Τσέλνερ που γνωρίσαμε στο «Εγώ και ο Καμίνσκι». 

 «Ο Σεμπάστιαν είναι ένας πιεστικός τύπος που δεν έχει και πολλές ικανότητες, είναι μάλλον ανίκανος και προσπαθεί συνεχώς να φορτώνεται στους άλλους. Αντιθέτως ο Ιβάν είναι ένας πολύ ταλαντούχος ζωγράφος, ένας αξιαγάπητος άνθρωπος που επιπλέον συμπεριφέρεται εδώ και ως ήρωας. Είναι μεν παραχαράκτης αλλά αυτό δεν είναι συνώνυμο του κακού χαρακτήρα. Όταν έγραφα το “Εγώ και ο Καμίνσκι” (σ.σ. αυτό είναι το επίθετο του γέρου ζωγράφου που προσπαθεί να εκμεταλλευθεί ο Τσέλνερ εκδίδοντας μια βιογραφία αμέσως μετά τον θάνατό του) ο Σεμπάστιαν δεν μου ήταν καθόλου συμπαθής. Τον χρησιμοποίησα για να γράψω μια σάτιρα για τον συγκεκριμένο μικρόκοσμο της τέχνης. Η σάτιρα είναι υπερβολή. Εν προκειμένω προσπαθώ, έχοντας μιλήσει με πολλούς ανθρώπους, να αποδώσω με πιστότητα τον καλλιτεχνικό χώρο και όσους κινούνται σε αυτόν» συνέχισε ο συγγραφέας.

Το μυθιστόρημα αυτό, είπαμε στον Κέλμαν, έχει και μια έντονη μεταφυσική αγωνία. «Είναι κάθε άλλο παρά μεταφυσικό ως προς τις προθέσεις του. Είναι εναντίον της μεταφυσικής, είναι πολύ σκληρό και αυστηρό απέναντι στην θρησκεία επί παραδείγματι. Από την άλλη βεβαίως εμφανίζονται και φαντάσματα, όντως συμβαίνουν ορισμένα μεταφυσικά πράγματα. Αυτή την αντίφαση όντως την φέρει το βιβλίο, το παρατήρησα αργότερα αυτό που λέτε, αλλά καθώς έγραφα αντί να την αμβλύνω αυτή την κατεύθυνση, την όξυνα, την επέτεινα. Και επειδή μάλλον υπονοείτε κάτι για τις δικές μου μεταφυσικές ανησυχίες, νομίζω ότι το έκανα αυτό επειδή ταιριάζει κάπως με την προσωπικότητά μου: αφ’ ενός δεν πιστεύω καθόλου στα φαντάσματα, αφ’ ετέρου τα φοβάμαι πολύ» είπε. 

Η τέχνη της ψευδαίσθησης 

Στα βιβλία του προσεγγίζει συνεχώς την τέχνη μέσα από την ματαιότητα. «Κάθε τι το ανθρώπινο φέρει κάτι το πεπερασμένο, δεν συμφωνείτε; Αν το δούμε τελείως ψυχρά η τέχνη είναι πεπερασμένη κι αυτή. Όταν κάποιος λατρεύει τον Σαίξπηρ, τον Ρέμπραντ ή τον Μπαχ, έχει την εντύπωση ότι είναι αιώνιες αξίες και ότι, ως τέτοιες, θα κρατήσουν για πάντα. Μπορεί όμως να υπάρξουν εποχές στο μέλλον στις οποίες οι άνθρωποι δεν θα διαβάζουν Σαίξπηρ, δεν θα απολαμβάνουν τον Ρέμπραντ, ούτε θα ακούνε τον Μπαχ. Σε τελική ανάλυση, κάποια στιγμή μπορεί να μην υπάρχουν καν άνθρωποι, πόσο μάλλον τα δημιουργήματά τους» προβληματίστηκε ο Κέλμαν.

Ο Άρτουρ γράφει ένα μυθιστόρημα – μέσα στο μυθιστόρημα του Κέλμαν – υπό τον τίτλο «Οικογένεια». Ο πρωταγωνιστής του ονομάζεται «F» και το βιβλίο σημειώνει τεράστια επιτυχία. Το πρόβλημα είναι ότι όποιος το διαβάσει δεν έχει καλό τέλος, προκαλείται ένα «κύμα αυτοκτονιών». Μπορεί, ρωτήσαμε τον γερμανό συγγραφέα, να γίνει όντως η λογοτεχνία τόσο επικίνδυνη; «Δεν πιστεύω ότι η λογοτεχνία μπορεί να φέρει έναν άνθρωπο στα όριά του, πόσο μάλλον να τον οδηγήσει στην αυτοκτονία. Αυτό είναι ένα παιχνίδι από μέρους μου. Ξέρετε, ακόμη και στην περίφημη περίπτωση του νεαρού Βέρθερου (του Γκαίτε) είναι αμφίβολο αν όντως υπήρξαν άνθρωποι που αυτοκτόνησαν ή αν αυτό ανήκει στη μυθολογία του έργου και του ρομαντισμού. Η λογοτεχνία, υπό αυτή την έννοια, δεν είναι επικίνδυνη και στο κάτω κάτω δεν υπάρχει και λόγος να γίνει» γέλασε ο ίδιος. 

Η κουβέντα ήταν αβίαστη και ενδιαφέρουσα. Περί των πλέον πρόσφατων λογοτεχνικών του αναφορών ο λόγος. «Τα ερεθίσματα δεν τα δέχεται κανείς παθητικά, τα αναζητεί ενεργητικά. Όταν λοιπόν θέλεις να γράψεις, έχεις την ανάγκη να γράψεις, αρχίζεις να τα ψάχνεις. Η πιο ταιριαστή παρομοίωση νομίζω είναι ο ραδιοφωνικός δέκτης τον οποίο βάζεις σε λειτουργία και γυρίζεις το κουμπί προκειμένου να βρεις την κατάλληλη για εσένα συχνότητα. Μου αρέσει πάρα πολύ ο Ρομπέρτο Μπολάνιο για το θάρρος που είχε ως συγγραφέας να αφήνει πράγματα αναπάντητα και ανεξήγητα, να τα αφήνει δηλαδή ανοιχτά. Ως προς αυτό ήταν μια πραγματική έμπνευση για εμένα» είπε ο Κέλμαν.

Ομολογουμένως αυτή η συνθήκη που μεταμορφώνει τη λογοτεχνία σε ψευδαίσθηση, σε κάτι ρευστό που διαχέεται μέσα στη ζωή, διαπερνά το βιβλίο. «Είπατε ψευδαίσθηση και ξέρω ακριβώς τι εννοείτε. Χαίρομαι δηλαδή που το βλέπετε κι εσείς έτσι, επειδή η αίσθησή μου διαβάζοντας τον Μπολάνιο είναι ακριβώς αυτή, ένας κόσμος που αποκλίνει κάπως από τον δικό μας, δεν είναι ακριβώς ο κόσμος που ξέρουμε αλλά δεν είναι τελείως ανοίκειος, είναι κάτι παράλληλο και διαφορετικό» είπε ο Κέλμαν.

Ο έλληνας σοφέρ και η παράνοια

Υπάρχουν όμως και οι λεπτομέρειες. Γιατί επέλεξε ο σοφέρ του Έρικ να είναι Έλληνας, και επιπλέον φωνακλάς και καθόλου ευγενής; «Α, είναι μια σύμπτωση! Δεν έχει καμιά πολιτική ούτε πολιτισμική αναφορά η επιλογή αυτή. Αυτό που ήθελα ήταν να πάω ένα βήμα παραπέρα την τρέλα του Έρικ. Δίπλα σε έναν άνθρωπο που είναι κλεισμένος μέσα σε έναν παρανοϊκό μικρόκοσμο, έβαλα δίπλα του μια ακόμη πιο παρανοϊκή περίπτωση. Αυτό που μ’ αρέσει περισσότερο στον σοφέρ είναι ότι πρόκειται για έναν Έλληνα που έχει το πιο μη ελληνικό όνομα που μπορεί κάποιος να φανταστεί! Ε, δεν γίνεται να σε λένε Κνουτ και να είσαι πραγματικός Έλληνας» απάντησε ο ίδιος που δεν έχει άλλωστε και μεγάλη γνώση της σύγχρονης Ελλάδας, στο μυαλό του η Ελλάδα ταυτίζεται ακόμη με την κλασική αρχαιότητα. Τώρα αυτό είναι καλό ή κακό; Είναι μάλλον παρήγορο… 

Το εκνευριστικό πάντως με τον Έρικ, είπαμε στον Κέλμαν, είναι ότι δεν τιμωρήθηκε, ότι δεν υπέστη τις συνέπειες των πράξεών του. Είστε λίγο «αντιπαιδαγωγικός» κύριε Κέλμαν; «Χμμ, έχετε απόλυτο δίκιο. Είναι τελείως αντιπαιδαγωγικό το μήνυμα. Αλλά αυτό δυστυχώς συμβαίνει στον κόσμο, συνήθως αυτοί που πράττουν τα χειρότερα, τελικά τη γλιτώνουν. Παρ’ όλα αυτά ούτε αυτό πρέπει να είναι το μήνυμα. Έτσι μου βγήκε. Για να σας απαντήσω τελείως σοβαρά αυτό που ήθελα να δείξω με το μυθιστόρημα είναι η πολύ μεγάλη δύναμη του τυχαίου στη ζωή μας. Σε τελική ανάλυση ο Έρικ, αυτός που ήταν εκατό τοις εκατό σίγουρος ότι θα την πατήσει, ήταν και ο μοναδικός που τελικά δεν την πάτησε. Ήταν πεπεισμένος ότι το κακό ήταν προ των πυλών αλλά τη γλίτωσε. Ο Ιβάν την πάτησε ενώ δεν είχε κανέναν λόγο να ανησυχεί. Προσέξτε όμως, μπορεί οι χειρότεροι να τη γλιτώνουν αλλά καταστρέφουν ό,τι αγγίζουν με τα χέρια τους. Η κληρονομιά του Ιβάν για παράδειγμα, την οποία ανέλαβε μετά ο Έρικ, έγινε καπνός» υπογράμμισε ο ίδιος. 

Η αποδοχή της τυχαιότητας είναι προφανώς αποδεκτή από την επιστήμη σήμερα, είναι ένας κοινός τόπος. Αυτό όμως είναι καθησυχαστικό για τους ανθρώπους;
«Χάνει κανείς το έδαφος κάτω από τα πόδια του όταν συνειδητοποιεί την παντοδυναμία του τυχαίου. Παρ’ όλα αυτά πρέπει κανείς να το λαμβάνει υπ’ όψιν του και να το προσέχει, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι είμαστε όντα που δεν μπορούν να ζήσουν διαφορετικά, ότι πρέπει να κατασκευάζουμε οι ίδιοι την αφήγηση της ζωής μας εκ των υστέρων, ότι δεν είμαστε καν σε θέση να αποφύγουμε την σκέψη ότι, αν χάσουμε το τρένο, αυτό είχε κάποιο προκαθορισμένο νόημα για τη ζωή μας»
υπογράμμισε ο Κέλμαν.

Κρίση, Ευρώπη, Γερμανία

Ο Έρικ, το «golden boy», έγινε η αφορμή να συζητήσουμε και για την οικονομική κρίση. «Η γνώση που αποκόμισα τα τελευταία χρόνια, διαβάζοντας όλο και περισσότερο βιβλία που δεν είναι λογοτεχνικά, είναι ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι αμείβονται αδρά για να κάνουν αυτές τις δουλειές, και για τους οποίους επικρατούσε η εντύπωση ότι είναι ειδήμονες, στην πραγματικότητα είναι τελείως άσχετοι, δεν έχουν ιδέα τι κάνουν. Αποκόμισα επίσης και μια σιγουριά: ότι δεν πρέπει να τρέφουμε κανενός είδους σεβασμό προς το πρόσωπό τους». Δεν αναφέρθηκε μόνο στους χρηματοπιστωτικούς παίκτες αλλά και τους οικονομολόγους. «Έχουν διασπείρει ένα σωρό θεωρίες με ένα πολύ σαφές ιδεολογικό υπόβαθρο και λένε ότι η οικονομία εμπεριέχει πάντοτε τις σωστές απαντήσεις. Αυτό σήμερα αποδεικνύεται μια πλάνη. Δεν είναι επιστήμη αυτό το πράγμα» είπε ο Κέλμαν και επεσήμανε ότι «η οικονομική ελίτ και οι τράπεζες φέρουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης επειδή συμπεριφέρθηκαν παντελώς ανεύθυνα».
...

***
Νομίζω ότι οι απαντήσεις του συγγραφέα ήταν καταλυτικές για την κατανόηση (αλλά και για μια εμβάθυνση)  του βιβλίου. Και οι δύο υποθέσεις (η ταινία και το βιβλίο), θέτουν πληθώρα ερωτημάτων στον θεατή ή αναγνώστη αντίστοιχα, χωρίς να δίνουν (πάντα) λύσεις:
  • υπάρχει πεπρωμένο (Fate, Fatum lat.); αν ναι, είναι όλα προδιαγεγραμμένα στη ζωή μας; και τότε που είναι η ελευθερία μας (Freiheit = ελευθερία στα γερμανικά); 
  • πόσο μεγάλη είναι η δύναμη του τυχαίου στη ζωή μας (Η αποδοχή της τυχαιότητας είναι αποδεκτή σήμερα από την επιστήμη);
  • που είναι το ψεύδος (Fake engl., Fälschung γερμανικά) και εντέλει μπορούμε πάντα να ξεχωρίζουμε το ψευδές από το μη ψευδές, το σωστό από το λάθος, τον αυθεντικό ζωγραφικό πίνακα από τον πλαστό; 
  • υπάρχει πάντα το θετικό και το αρνητικό, ή μήπως μπορεί ενίοτε να ισχύει και κάτι άλλο τρίτο, τέταρτο, διαφορετικό; 
Συνηθίσαμε να κραδαίνουμε πάντα την παντιέρα του ορθολογισμού, για να κατανοήσουμε τα πάντα. Όμως η ζωή, η πραγματικότητα, είναι πολύ πιο πολύπλοκη, ίσως δεν θα μάθουμε ποτέ πόσο πολύπλοκη είναι... Κ' ύστερα, πως μπορούμε να κατανοήσουμε (ή να αντιληφθούμε) τις συμπτώσεις, την τυχαιότητα κάποιων συμβάντων, που είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα καθορίζουν την ζωή μας; Η σωστή απάντηση σε κάθε πρόβλημα που μας τίθεται στη ζωή μας, στη δουλειά μας, παντού, δεν είναι σχεδόν ποτέ του τύπου άσπρο - μαύρο, συνήθως βρίσκεται κρυμμένη στο περιθώριο του γκρίζου, κι αυτό είναι πολύ δύσκολο να το βρεις -αν όχι ακατόρθωτο. Υπάρχουν και ερωτήσεις που δεν έχουν απάντηση, όπως π.χ. αυτή για την ύπαρξη του Θεού κλπ. Σ' αυτές τις περιπτώσεις καλείται ο καθένας, να πάρει απόφαση, με γνώμονα το συναίσθημα ή το ένστικτο, ή ίσως την τύχη...

Για όλα αυτά τα ερωτήματα, μπορείς να γράψεις βαθυστόχαστες πραγματείες. Ο Ντάνιελ Κέλμαν (Η μέτρηση του κόσμου, Εγώ και ο Καμίνσκι, Φήμη) προτίμησε να γράψει ένα μυθιστόρημα με τον αινιγματικό τίτλο F, γεμάτο χιούμορ, ειρωνεία και αναπάντητα ερωτήματα. Ίσως όμως και με μια κρυφή απάντηση που πρέπει ο κάθε αναγνώστης να βρει την δική του. Εδώ ο Κέλμαν ανήκει στους κορυφαίους της γενιάς του. Μπορεί κανείς επίσης να το διαβάσει και ως σατιρική καρικατούρα της εποχής. Μπορεί όμως και να το διαβάσει με έναν πολύ πιο προσωπικό τρόπο.

«Ο κόσμος βρίσκεται μέσα σου κι εσύ δεν είσαι εκεί»

Στο μυθιστόρημα υπάρχουν στιγμές όπου αυτό το «κάτι» αποκτάει οντότητα και εν τέλει «μιλάει» στους χαρακτήρες, στον καθένα με τη δική του γλώσσα. Ο Κέλμαν ακατάπαυστα υφαίνει τις ιστορίες του, ώστε η μία να διεισδύει μέσα στην άλλη, οι χαρακτήρες να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται σχεδόν ταχυδακτυλουργικά, τα πεπρωμένα τους να διασταυρώνονται και να αποκλίνουν, με ταυτότητες ρευστές ο ένας διαχέεται μέσα στον άλλο και παρακολουθούμε τις συνέπειες ενός, εν πολλοίς» κατασκευασμένου δράματος.

«Περπατούσαμε σιωπηλοί. Τα φανάρια αναβόσβηναν, τα αυτοκίνητα κόρναραν και στα αυτιά μου έφταναν ξέφτια από τις κουβέντες των περαστικών. Είχα την αίσθηση πως όλοι εκείνοι οι ήχοι ήταν μέρος μιας μυστικής γλώσσας, σαν να μου μιλούσε το σύμπαν με χιλιάδες φθόγγους, αλλά εγώ δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ κι έτσι δεν καταλάβαινα τίποτα».

Ο κάθε χαρακτήρας βιώνει τις συνέπειες του κόσμου που αυτός έχει κατασκευάσει, μια εικονική πραγματικότητα η οποία όμως αποκτάει σάρκα και οστά όταν γίνεται τιμωρητική. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ο Κέλμαν εξετάζει τη φύση των οικογενειακών δεσμών, την αναπόδραστη αλληεπίδραση μεταξύ των μελών, του πεπρωμένου και της ατομικής ευθύνης αλλά και τη φύση της ίδιας της πραγματικότητας που μεταβάλλεται αναλόγως τη θέση που θα τύχει να βρεθεί ο κάθε χαρακτήρας τη δεδομένη στιγμή.[*]

-------

Υ.Γ.
Την Κυριακή 14/12/2014 συζητήσαμε το βιβλίο στη Λέσχη Ανάγνωσης Εξωραϊστικής Βόλου.
Εδώ εκφράζω την προσωπική μου άποψη σχετικά με το βιβλίο, που νομίζω -ως ένα βαθμό- εκφράζει τους περισσότερους απ' τους παρευρισκομένους.
Αξίζει όμως να αναφέρω ένα γεγονός που μας συγκίνησε όλους:
Τελευταία μίλησε η Βάσω, η οποία, για πρώτη φορά όπως η ίδια είπε, έγραψε ένα 2σέλιδο χειρόγραφο κείμενο, με σκέψεις της πάνω στο βιβλίο. Της άρεσε, είπε, τόσο πολύ, που στο τέλος αποφάσισε να κάνει το εξής: όπου και αν άνοιγε τυχαία το βιβλίο, πάντα αυτό που διάβαζε το έβρισκε σημαντικό ή της άρεσε πολύ! Αυτό, το έκανε, είπε, 4-5 φορές και πάντα με επιτυχία! Τυχαίο; Διάβαζε λοιπόν τις σκέψεις της για την 1τη παραπομπή και μετά άνοιγε το βιβλίο στη συγκεκριμένη σελίδα και μας διάβαζε το ανάλογο απόσπασμα κοκ. Μόλις τελείωσε, αυθόρμητα την χειροκροτήσαμε όλοι συγκινημένοι!

Απόστολος Μωραϊτόπουλος, To F του Ντανιέλ Κέλμαν - Daniel Kellman

--------------------------
Αναδημοσίευση από apopseis-eponyma.blogspot.gr
Συνέχεια →
Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Ο συντηρητής - Ναντίν Γκόρντιμερ

0 σχόλια
Στον Συντηρητή της Ναντίν Γκόρντιμερ, ο Μέρινγκ είναι ένας πλούσιος λευκός, υψηλόβαθμο στέλεχος εταιρείας αγοραπωλησίας μεταλλευμάτων, που αγοράζει 1600 στρέμματα γης κοντά στην πόλη που μένει για να τη χρησιμοποιήσει ως τόπο ραντεβού και φυσικά ως τρόπο φοροαπαλλαγής. Σιγά-σιγά, ο αναγνώστης ανακαλύπτει ότι οι λόγοι που οδήγησαν τον Μέρινγκ σ’ αυτή την αγορά είναι βαθύτεροι. Ο κόσμος του Μ. καταρρέει: η γυναίκα του τον έχει εγκαταλείψει, ο γιος του απομακρύνεται, η ερωμένη του έχει διαφύγει στο εξωτερικό, αισθάνεται ξένος προς τους ανθρώπους της ράτσας του, του κύκλου του. Νιώθει την ανάγκη να ανήκει κάπου, αλλά δεν ανήκει πουθενά. [Τον κατατρύχει η ιδέα ότι θα πεθάνει ξεχασμένος απ’ όλους και χωρίς ουσιαστικό κληρονόμο μια και ο γιος του σιγά-σιγά τον εγκαταλείπει. «Κανείς δεν θα θυμάται πού βρίσκεσαι θαμμένος,» του επισημαίνει σοκάροντάς τον η ερωμένη του, που παίζει πιθανόν τον ρόλο της συνείδησής του.] Προσπαθεί να συνδεθεί με τους μαύρους που δουλεύουν το κτήμα του, κυρίως τον επιστάτη του Ιάκωβο, αλλά χωρίς επιτυχία αφού τους αντιμετωπίζει αφ’ υψηλού, με συγκατάβαση. Ταυτόχρονα υπάρχει το πτώμα ενός μαύρου άντρα που δημιουργεί μια δυσοίωνη ατμόσφαιρα και αποτελεί μια ενδιαφέρουσα αντίστιξη με τον Μέρινγκ και τον φόβο θανάτου που τον διακατέχει. Το πτώμα παραχώνεται πρόχειρα από τους αστυνομικούς [τον νόμο των ανθρώπων] αλλά αργότερα οι δυνάμεις της Φύσης θα του επιφυλάξουν διαφορετική μοίρα.

Να ξεκαθαρίσουμε ότι έχουμε στα χέρια μας ένα δύσκολο μυθιστόρημα. Ο Συντηρητής δεν είναι το ευχάριστο ανάγνωσμα που θα πάρεις μαζί σου στο κρεβάτι πριν κοιμηθείς, πόσω μάλλον στην παραλία. Είναι επιλογή και επίτευγμα της Γκόρντιμερ ο τρόπος δόμησης του μυθιστορήματος με την κυκλική αφήγηση, μπρος-πίσω στον χρόνο, πότε εξωτερική, με περιγραφές του τόπου και των ανθρώπων, πότε εσωτερική, στη συνείδηση του Μέρινγκ, με συνεχείς αλλαγές οπτικής γωνίας. Αυτή η οργάνωση του μυθιστορήματος με τα επανερχόμενα μοτίβα [του πτώματος, των φραγκόκοτων, των ιτιών, της φωτιάς] με τους πολλαπλούς συμβολισμούς τους δημιουργεί μια αίσθηση κυκλοτερούς κίνησης προς έναν πυρήνα – το βαθύτερο είναι του ήρωα και την ανάγκη του να βρει τον χώρο όπου ανήκει και την αληθινή του ταυτότητα. Η γλώσσα γίνεται ποιητική, γεμάτη συμπαραδηλώσεις και υπονοούμενα. Όσο και να προσπάθησα να επισπεύσω την ανάγνωση, στάθηκε αδύνατο αφού δεν ήθελα να στερηθώ την απόλαυση του κειμένου. Και πραγματικά το κείμενο ανταμείβει τον επίμονο αναγνώστη. Πιπιλίζεις τις λέξεις και σιγά-σιγά, «ανεπαισθήτως», γίνεσαι κοινωνός μαγικών εμπειριών, κατακλύζεσαι από εικόνες. Γιατί η Γκόρντιμερ είναι μοναδική στο να δημιουργεί εικόνες στη φαντασία σου μέσα από την ιεροτελεστία της ανάγνωσης. Δεν είναι τυχαίο που ο Σέιμους Χίνι - ένας ποιητής! - τη χαρακτήρισε «αντάρτισσα της φαντασίας». Η ίδια, σε ένα άλλο μυθιστόρημά της, την «Ιδιοτροπία της φύσης», λέει για κάποια φράση που χρησιμοποιεί η ηρωίδα της: «Ένας δάσκαλος του Ζεν οδηγεί τους μαθητές του στη φώτιση μέσα από μια σκόπιμα προκλητική φράση.» Και ο λόγος της Γκόρντιμερ είναι γεμάτος τέτοιες σκόπιμα προκλητικές φράσεις.


[Το κείμενο αυτό στηρίχτηκε στην παρουσίαση του  μυθιστορήματος και του υπόλοιπου έργου της Ναντίν Γκόρντιμερ στο καφέ Ζώγια, στον Βόλο, στις 10 Δεκέμβρη 2014. Άλλες πληροφορίες για τη συγγραφέα και το έργο της θα βρείτε εδώ.]
Συνέχεια →
Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

ΝΑΝΤΙΝ ΓΚΟΡΝΤΙΜΕΡ [1923-2014]

0 σχόλια
Η Ναντίν Γκόρντιμερ γεννήθηκε στο Σπρινγκς, μια πόλη ορυχείων κοντά στο Γιοχάνεσμπουργκ το 1923 από πατέρα Εβραίο μετανάστη από τη Λιθουανία [τότε Ρωσική Αυτοκρατορία] και από μητέρα Λονδρέζα, χριστιανή εβραϊκής καταγωγής. Η ανατροφή που πήρε από την οικογένειά της ήταν μάλλον κοσμική, ούτε ιδιαίτερα χριστιανική ούτε ιδιαίτερα εβραϊκή. Η ίδια αργότερα αυτοχαρακτηριζόταν ως άθεη.

Για κάποιο λόγο, η μητέρα της πίστευε ότι η Ναντίν είχε πρόβλημα με την καρδιά της και την πήρε από το καθολικό σχολείο στο οποίο πήγαινε. Από τα 11-12 έκανε μόνο ιδιαίτερα μαθήματα με μια δασκάλα και αυτό την οδήγησε σε μια μοναχική εφηβική ηλικία, χωρίς συμμαθήτριες ή φίλες, με μια αδερφή 4 χρόνια μεγαλύτερη που δεν πολυασχολούταν μαζί της. Από την άλλη όμως, αυτό πιθανόν την βοήθησε να ασχοληθεί νωρίς με το γράψιμο. Μάλιστα πρωτοδημοσίευσε διηγήμά της – μια παιδική ιστορία - το 1937, σε ηλικία 14 ετών. Λίγο αργότερα, στα 16, δημοσιεύτηκε το πρώτο μη παιδικό της διήγημα. Μετά τον πόλεμο παρακολούθησε κάποια μαθήματα γενικών γνώσεων στο Πανεπιστήμιο, τα οποία εγκαταλείπει έναν χρόνο αργότερα για να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Παντρεύεται το 1949, αποκτά μια κόρη, χωρίζει, ξαναπαντρεύεται το 1954 με αυτόν που θα αποτελέσει τον ισόβιο σύντροφό της, τον έμπορο έργων τέχνης Ράινχολντ Κάσιρερ [πέθανε το 2001]. Αποκτά έναν γιο το 1955, ενώ ήδη το 1953 κυκλοφορεί το πρώτο της μυθιστόρημα, The Lying Days.

Το 1960, η σύλληψη της καλύτερής της φίλης και η σφαγή του Σάρπβιλ την ωθούν να αναμειχθεί σοβαρά με το κίνημα κατά του απαρτχάιντ. Μέσω της φιλίας της με τους συνηγόρους του Μαντέλα [ο ένας Έλληνας: Τζορτζ Μπίζος] γνωρίζει και τον ίδιο και τον βοηθάει να γράψει τον περίφημο λόγο του «Είμαι έτοιμος να πεθάνω», που εκφώνησε κατά τη διάρκεια της δίκης του το 1962. Όταν ο Μαντέλα απελευθερώνεται το 1990, η Γκόρντιμερ είναι μία από τους πρώτους που ζητάει να δει.
Διάφορα βιβλία της απαγορεύονται από το καθεστώς στη δεκαετία του ‘70: Ο ύστερος αστικός κόσμος, το A World of Strangers, Η κόρη του Μπέρτζερ, Οι άνθρωποι του Τζούλι. Παρ’ όλο αυτό το σε βάρος της αρνητικό κλίμα, αρνείται να εγκαταλείψει τη χώρα.

Το 1991 βραβεύεται με το Βραβείο Νόμπελ. Μετά την πτώση του απαρτχάιντ, παίρνει ενεργό μέρος στον αγώνα κατά του AIDS, επικρίνοντας μάλιστα την κυβέρνηση για τη στάση της στο θέμα.

Το 2006 της επιτίθενται και την ληστεύουν μέσα στο σπίτι της, αλλά εκείνη, πάντα θαρραλέα, αρνείται να μετακομίσει σε πιο προστατευμένο χώρο. Δηλώνει μάλιστα ότι αυτό που χρειάζεται η χώρα είναι εκπαίδευση και δουλειές, όχι περισσότερη αστυνόμευση. Το καλοκαίρι που μας πέρασε πέθανε στον ύπνο της στις 13 Ιουλίου 2014.

Το έργο της

Η Γκόρντιμερ υπήρξε μάρτυρας μιας ολόκληρης εποχής. Δεν έκανε στρατευμένη τέχνη. Αναζητούσε στα βιβλία της την ηθική και ψυχολογική αλήθεια. Όπως λέει και στην προμετωπίδα του μυθιστορήματος Οι άνθρωποι του Τζούλι  το απόσπασμα αυτό του Αντόνιο Γκράμσι: «Το παλιό πεθαίνει και το καινούριο δεν μπορεί να γεννηθεί. Σ’ αυτό το μεσοδιάστημα εμφανίζεται μεγάλη ποικιλία νοσηρών συμπτωμάτων.» Αυτών των «νοσηρών συμπτωμάτων» ερευνήτρια υπήρξε η Γκόρντιμερ.

Στα γραφτά της είναι προφανής η αγάπη για την πατρίδα της την Αφρική, τον λαό της, τα τοπία και την ιστορία. Όλα αυτά τα αντιπαραβάλλει, όπως είπαμε, με τη διερεύνηση των εξοντωτικών ψυχολογικών επιπτώσεων του απαρτχάιντ και των πολιτικών του διώξεων πάνω στους ανθρώπους.

Στα μυθιστορήματά της της δεκαετίας του ’70 μιλάει για τη βία του απαρτχάιντ, με τον τρόπο που το απολυταρχικό καθεστώς διαστρέφει τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Οι ήρωές της έρχονται αντιμέτωποι με την εξορία, τον συμβιβασμό, την εκμετάλλευση, την αλλοτρίωση, από τη μία, και την ανάπτυξη της μαύρης συνείδησης, από την άλλη. Καταδεικνύει την αδυναμία των φιλελεύθερων αστών να βρουν απάντηση στο απαρτχάιντ, εγκλωβισμένοι όπως είναι από τα συμφέροντά τους. Η κόρη του Μπέρτζερ [1979] εξετάζει τις σχέσεις της κόρης ενός λευκού πολιτικού κρατούμενου, ηγέτη του κινήματος απελευθέρωσης των μαύρων, με τον πατέρα της, στη μετά το Σοβέτο εποχή. Στον Συντηρητή [1974] ένας πλούσιος λευκός αγοράζει ένα κτήμα για να το χρησιμοποιήσει ως χώρο ραντεβού και τρόπο φοροαπαλλαγής για να ανακαλύψει σιγά-σιγά ότι υπακούει σε μια βαθύτερη ανάγκη: να ανήκει κάπου.

Οι άνθρωποι του Τζούλι [1981]: κάπου στο μέλλον μια οικογένεια φιλελεύθερων λευκών αστών φεύγει από το εξεγερμένο Γιοχάνεσμπουργκ για να βρει καταφύγιο στον μαύρο υπηρέτη τους, τον Τζούλι. Στο Μια ιδιοτροπία της φύσης [1987] η Χιλέλα είναι μια ιδιαίτερη έφηβη που δεν μένει πιστή στις συμβάσεις της λευκής κοινωνίας. Μετά τη σεξουαλική συνειδητοποίησή της έρχεται και η πολιτική της στράτευση στο κίνημα κατά του απαρτχάιντ.

Προσπαθεί να διαχειριστεί το ζήτημα του τι σημαίνει να ανήκει κανείς σε μια κοινωνία ρατσιστικά διχασμένη. Πώς νιώθει κανείς ως μέλος μιας κοινωνίας που ηθελημένα και βάναυσα καταπιέζει εκατομμύρια πολιτών; Τι κάνεις όταν σου κλέβουν την ίδια σου τη χώρα; Όπως δήλωνε στις συνεντεύξεις της η Ναντίν Γκόρντιμερ: «Δεν μπορεί να ζει κανείς στην Ν. Αφρική του απαρτχάιντ χωρίς να παίρνει θέση.


Η τέχνη της Γκόρντιμερ δεν ξεπεράστηκε με το απαρτχάιντ. Ακριβώς επειδή ποτέ δεν έκανε «στρατευμένη», αλλά βαθιά πολιτική τέχνη. Συνεχίζει και στη μετά το απαρτχάιντ εποχή να μας δίνει εξαιρετικά μυθιστορήματα. Στο Όπλο του σπιτιού [1998] διερευνά τις τραγικές συναισθηματικές και νομικές επιπτώσεις ενός φόνου που διαπράττεται από τον γιο μιας οικογένειας της λευκής ελίτ. Στο Ένας τυχαίος εραστής [2001], μια τυχαία συνάντηση ανάμεσα στην κόρη ενός πλούσιου τραπεζίτη και ενός «έγχρωμου» γκαραζιέρη από κάποιο αραβικό αφρικανικό κράτος δίνει την ευκαιρία στη Γκόρντιμερ να εξετάσει το πρόβλημα της μετανάστευσης και της πολιτισμικής σύγκρουσης. Στο Ξύπνα! [Get a Life, 2005], ο οικολόγος Πολ Μπένερμαν μετά από μια θεραπεία για καρκίνο του θυρεοειδούς καθίσταται κατά παράξενο τρόπο ραδιενεργός και επικίνδυνος για το άμεσο περιβάλλον του. Για να προστατεύσει τη γυναίκα και το παιδί του πηγαίνει να μείνει στο σπίτι των γονιών του όπου θα περάσει μια διαδικασία αμφισβήτησης της μέχρι τώρα ζωής του.

[Άλλες πληροφορίες για την Γκόρντιμερ στο ιστολόγιό μας]

[Το κείμενο αυτό στηρίχτηκε στην παρουσίαση της Γκόρντιμερ και του έργου της στο Καφέ Ζώγια στον Βόλο στις 10 Δεκεμβρίου 2014 από τους Έλενα Ψαραλίδου, Γιάννη Αντάμη και Παναγιώτη Αλεξανδρίδη.]
Συνέχεια →

Ετικέτες