Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Μεσάνυχτα και ξαστεριά - Ουώλτ Ουίτμαν

2 σχόλια
Μεσάνυχτα και ξαστεριά
Τούτη είναι η ώρα σου Ω Ψυχή, το ελεύθερό σου πέταγμα στο ανείπωτο,
Μακριά από βιβλία, μακριά απ’ την τέχνη, η μέρα έχει σβήσει, το μάθημα τελειώσει,
Κι  εσύ ολόγιομη προβάλλεις, σιωπηλή, ατενίζεις και στοχάζεσαι ό,τι πιο πολύ αγαπάς:
Τη νύχτα, τον ύπνο, τον θάνατο και τ’ άστρα.












Το ποίημα στο πρωτότυπο:

A Clear Midnight
This is thy hour O Soul, thy free flight into the wordless,
Away from books, away from art, the day erased, the lesson done,
Thee fully forth emerging, silent, gazing, pondering the themes thou lovest best.
Night, sleep, death and the stars.

Συνέχεια →

Αλλάζει πουκάμισο το φίδι - Κώστας Ακρίβος

0 σχόλια
Ο Κώστας Ακρίβος χωρίζει το βιβλίο του σε 7+1 κεφάλαια [δεν ξέρω αν υπάρχει ηθελημένος συμβολισμός σ’ αυτό – υποψιάζομαι πως ναι]. Κάθε ένα απ’ αυτά τα κεφάλαια είναι και ένα ταξίδι στον (ελληνικό και μη) ΧΩΡΟ και ΧΡΟΝΟ. Αφορμή γι’ αυτά τα ταξίδια είναι ένα πραγματικό περιστατικό – όπως δηλώνει ο ίδιος σε συνεντεύξεις του – όταν σοκάρεται από τον τρόπο με τον οποίο ένας ξένος [ο Τούρκος Χασάν, στο βιβλίο] βλέπει την Ελλάδα της κρίσης. Τρόπο που δηλώνει οίκτο αλλά και πιθανή χαιρεκακία. [Σε όλο το βιβλίο ο αφηγητής νιώθει έντονη την ανάγκη να μάθει πώς βλέπουν εμάς τους Έλληνες οι ξένοι. Άλλο, βέβαια, είναι να γνωρίζουμε εμείς τα ελαττώματά μας κι άλλο να μας τα τρίβουν στη μούρη οι άλλοι.] Η απόφασή του βοηθιέται κάποια στιγμή από μια παροδική αναπηρία [μια επέμβαση στο χέρι] και τη συνακόλουθη αναρρωτική άδεια που τον βγάζει στον δρόμο, αρχικά οδοιπόρο σε αναζήτηση του τι έχει μείνει από την Ελλάδα της αρχαίας και της σύγχρονης εθνικής αφήγησης. Ταυτόχρονα, με το τσίγκλισμα κάποιων μυστηριωδών μηνυμάτων, αναζητά και τη χαμένη του (;) συγγραφική έμπνευση.
Ο πραγματικός χρόνος των ταξιδιών εκτείνεται περίπου από τις αρχές του 2010 ως τις αρχές του 2013. Ωστόσο, ο μυθιστορηματικός χρόνος πηδάει συνέχεια από το παρόν στο παρελθόν και κάποια στιγμή στο μέλλον. Αυτό που απασχολεί εναγωνίως τον αφηγητή-ταξιδευτή είναι να ανακαλύψει τι κράτησε ζωντανό αυτό τον τόπο, αυτό τον πολιτισμό, όλους αυτούς τους αιώνες. Και αν μένει ακόμη κάποια σπίθα απ’ όλα αυτά ή αν τα έχουν σβήσει για πάντα η ιδιοτέλεια, ο ωχαδερφισμός, η καλοπέραση κι ο εύκολος πλουτισμός – για να αναφέρω μερικά μόνο από τα αρνητικά χαρακτηριστικά που διάφοροι χαρακτήρες του βιβλίου προσάπτουν στον σύγχρονο Έλληνα.
Ο αφηγητής – είναι και δεν είναι ο συγγραφέας: μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, αν και σε κάποια στιγμή ο Κ.Α. παίρνει τις αποστάσεις του μέσω μιας τριτοπρόσωπης αφήγησης – καταπιάνεται με άγνωστες πτυχές της Ελλάδας που ξέρουμε ή δεν ξέρουμε [άλλη ιστορία αυτή]. Με ξεχασμένους μύθους [έποψ-τσαλαπετεινός/Κένταυρος Φόλος], λέξεις [μποτσουλάδι, μολόχα, τζίπα], έθιμα, λαογραφικά στοιχεία [κατασκευή τσαμπούνας, καραγκιόζης], αλλά και ανθρώπους. Ανθρώπους παλιούς και καινούργιους, γνωστούς και λιγότερο γνωστούς ή εντελώς άγνωστους – καθημερινούς μικρούς [από άποψη φήμης] ήρωες. Ο συγγραφέας σκύβει πάνω απ’ όλα αυτά με ευλάβεια και ταπεινότητα και σιγά-σιγά υφαίνει τον ιστό αυτού που ήταν και εξακολουθεί να είναι η Ελλάδα. Ευγένεια ψυχής, ανήσυχο πνεύμα, δημιουργική φαντασία, φιλομάθεια, ευαισθησία, μεράκι, λεβεντιά, ανιδιοτελής προσφορά [δεν τα εξαντλώ]. Και πάνω απ’ όλα, αυτό που του χαρίζεται ως έμπνευση μια (παράνομη) νύχτα στην Ακρόπολη: «η αρχοντιά της φτώχειας».
Ο Κ.Α. γνωρίζει ότι όλη αυτή η μεγαλοσύνη δεν χωράει στο στενό παπούτσι – ας μου επιτραπεί η έκφραση – μιας κακώς νοούμενης μονοδιάστατης «ελληνικότητας» [ελληνολατρίας]. Ο δικός του ελληνικός κόσμος έχει χώρο για τους αιρετικούς Ισλαμιστές Μπεκτασήδες, τον Τούρκο ποιητή και επαναστάτη Μπεντρετίν, τα αρβανίτικα του Μάρκου Μπότσαρη, τον Αυστριακό Αλφόνς, τον Ελληνο-Νορβηγό Ούλαφ Δημήτρη Ρόε, τους καθημερινούς Αλβανούς μετανάστες, τα φτωχά παιδιά από το Πακιστάν ή το Μπαγκλαντές. Αυτός ο τόπος είναι ένα μεγάλο χωνευτήρι όπου αξία δεν έχει το σωματικό DNA αλλά το πολιτισμικό DNA που συνεισφέρει ο καθένας.
Η λογοτεχνική υφαντουργία του Κ.Α. – με πολλή δουλειά, αληθινό κοιλοπόνημα – στήνει έναν κόσμο γοητευτικό με ήρωες άλλους γνωστούς, τους περισσότερους παρεξηγημένους ή άγνωστους. Έναν κόσμο με φίλους [τον Τσιρίλο, τον Παρασκευά, τη Ράνια], ανθρώπους ανοιχτούς και φιλόξενους [Ποιον να πρωτοθυμηθείς;], παρέες, τσίπουρο, κρασί (ρετσίνα), ή ρούμι, μουσικές, ποίηση, την ΑΥΡΑ, τον ΔΙΟΝΥΣΗ, τον ΚΑΒΟΥΡΑ, το ΡΑΚΟΥΜΕΛ, το ΚΟΡΤΟ ΜΑΛΤΕΖΕ, τη ΜΙΝΕΡΒΑ, και το ιδανικό βιβλιοπωλείο, τον ΦΑΡΟ, που ικανοποιεί την κάθε σου βιβλιοφιλική απορία. Έναν κόσμο που σε καλεί να τον κατοικήσεις. Νιώθεις άνετα εκεί μέσα. Πιάνεις τον εαυτό σου να λέει «κι εγώ έχω νιώσει έτσι», «κι εγώ το έχω ζήσει αυτό» ή «θα ήθελα να το ζήσω». Έναν κόσμο, τελικά, που ο συγγραφέας σε κάνει να αισθάνεσαι ότι αξίζει να επιβιώσει.
Κατά τη γνώμη μου, αυτό που κάνει εντέλει τόσο γοητευτικό το μυθιστόρημα του Κ.Α. είναι το παιχνίδι του με τα όρια, με αυτό που είναι και δεν είναι. Ο τρόπος που «ασύστολα» καταπατά τα όρια μεταξύ μυθιστορήματος, ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, ποίησης, δοκιμίου, κινηματογραφικής κριτικής. Όλα αυτά δένουν ιδανικά με το κεντρικό νήμα της αφήγησης. Ας δώσω ένα παράδειγμα. Είναι εντυπωσιακό το πώς οι ταινίες πχ, που χρησιμοποιεί στο βιβλίο στην ουσία αποτελούν κατά κάποιον τρόπο σχόλια για το ίδιο το μυθιστόρημα. Θυμάμαι τα λόγια του για την ταινία του Λεχ Μαγιέφσκι «Ο μύλος και ο σταυρός», που αναφέρεται στον πίνακα του Μπρίγκελ «Ο δρόμος για τον Γολγοθά», ότι το κεντρικό θέμα (ο Χριστός που οδεύει προς τον Γολγοθά) περνάει σε δεύτερη μοίρα γιατί πρωταγωνιστές είναι οι πεντακόσιες ανθρώπινες φιγούρες με τα διάφορα επεισόδια της ζωής τους (που περιβάλλουν την κεντρική σκηνή). Αυτό δεν γίνεται και με το βιβλίο;  Ή το «ταξίδι» του ήρωα του «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» του Γούντι Άλεν που επιστρέφει νοσταλγικά στον κόσμο των δικών του νεκρών ηρώων. Η νύχτα στο Παρίσι μπορεί κάλλιστα να γίνει μια νύχτα στην Ακρόπολη. Το «Άλογο του Τορίνο» του Μπέλα Ταρ μπορεί άνετα να αναφέρεται στην ίδια την προσπάθεια του συγγραφέα να αξιοποιήσει μέσω της μυθοπλασίας τα τρίμματα μιας πράξης για να φωτίσει το βλάσφημο την ύβρη το ασεβές.
Νομίζω ότι αρκούν αυτά για εισαγωγή στο βιβλίο και στη συζήτηση. Θέλω να τελειώσω ευχαριστώντας τον Κώστα για τα λυτρωτικά βουρκώματα που μου πρόσφερε το «Αλλάζει πουκάμισο το φίδι» αλλά και τις πολλαπλές ανατριχίλες στις οποίες με υπέβαλε η ανάγνωσή του.


[Το παραπάνω κείμενο είναι η συμβολή μου στην παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Ακρίβου "Αλλάζει πουκάμισο το φίδι" στο Αχίλλειο του Βόλου, στις 4/12/2013.]

Συνέχεια →

Ετικέτες