Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

"Θέκλη" της Αθηνάς Κακούρη (εκδ. ΕΣΤΙΑ)

2 σχόλια
Τα κρατικά βραβεία της Μεγάλης Ιδέας

Καταλαβαίνω την ανάγκη να δείχνει κανείς αβρότητα προς μία γηραιά κυρία. Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται να μην υπάρχουν κριτικές (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων - κι αυτών πολύ σύντομων κι επιγραμματικών) που να επισημαίνουν ("ευγενικά", έστω) τις προφανείς αδυναμίες του μυθιστορήματος της κας Κακούρη. Θα το συγχωρούσα και θα άντεχα στον πειρασμό να γράψω γι' αυτό, αν δεν μάθαινα ότι το βιβλίο αυτό κέρδισε - το 2007 - το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το 2005 (πάλι τα βραβεία!). Τονίζω τις χρονολογίες για να δείξω ότι μιλάμε για σύγχρονες καταστάσεις που αφορούν σύγχρονα μυθιστορήματα.

Η "Θέκλη" αναφέρεται στην περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων 1912-13. Μία νιόπαντρη νεαρά κυρία στέλνεται μετά από προτροπή της κουνιάδας της στο μέτωπο για να υπηρετήσει ως εθελόντρια νοσοκόμα. Βέβαια ο απώτερος σκοπός είναι να αποκτήσει η μικροαστική οικογένεια ανώτερες κοινωνικές σχέσεις μια και μαζί της θα υπηρετούν πολλές κυρίες της αριστοκρατίας και ουκ ολίγες πριγκίπισσες. Ας σημειωθεί ότι αφήνει πίσω την νεογέννητη κόρη της στα χέρια  άξιας φυσικά τροφού! Στον πόλεμο θα "ψηθεί" σε έναν άλλο τρόπο ζωής, έτσι ώστε σιγά-σιγά ο μικροαστός (πετυχημένος μπακάλης) σύζυγος να της φαίνεται πολύ "λίγος" σε σχέση με τους ηρωικούς αξιωματικούς. Ο έρωτας έρχεται ως φυσικό επακόλουθο. Μα είναι τόσο απότομη η μεταστροφή της Θέκλης που δεν αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα τα ακριβή κίνητρα (αν χρειάζονται και τέτοια...) που την οδηγούν στον εραστή της. Εννοώ ότι δεν το συζητάει καν με τον εαυτό της ώστε να μας προϊδεάσει η συγγραφέας για το τι θα συμβε;i. Κατά τα άλλα παρακολουθούμε διάφορους δευτερεύοντες χαρακτήρες από το περιβάλλον της ηρωίδας που όμως οι περισσότεροι ελάχιστο ρόλο παίζουν στην εξέλιξη της πλοκής, ανήκοντας περισσότερο στον διάκοσμο (π.χ. Νταίζη και Ζανώ).

Το κύριο ατού του μυθιστορήματος είναι η εξαιρετική φροντίδα για τη γλώσσα. Είναι εντυπωσιακό το πώς προσαρμόζεται ανάλογα με τον ομιλητή, την κοινωνική του θέση, την ιδεολογία του. Πόσο αδιατάραχτα γίνεται η μεταπήδηση από το ένα ιδίωμα στο άλλο. Επίσης, κάποιες σκηνές συμπυκνωμένης έντασης ξεχωρίζουν, όπως εκείνες της σύγκρουσης ανάμεσα στη Θέκλη και τον σύζυγό της. Είναι όμως πολύ λίγες για έναν όγκο 580 σελίδων. Κάτι που μου έκανε αρνητική εντύπωση είναι το πόσο λίγο "μυρίζεις" Θεσσαλονίκη μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Είναι άραγε η αμηχανία της Α.Κ. απέναντι σε μια πόλη (με τους Έλληνες μειοψηφία) που πιθανότατα δεν ταιριάζει στο καλούπι που έχει στο μυαλό της; Η Αθήνα, αντίθετα, παρά τη μικρότερη συμμετοχή της στην πλοκή, είναι πιο έντονη.

Αναμφισβήτητα το βασικό μέλημα της Α.Κ. είναι να μας δώσει το κλίμα της εποχής και τον θαυμασμό της για τα δεινά και τους θριάμβους του ελληνισμού. Όμως εδώ ακριβώς προκύπτουν οι μονομέρειες και οι εμπάθειές της. Τα αποσπάσματα από μαρτυρίες με τα οποία διανθίζει το κείμενό της προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από ανθρώπους του περιβάλλοντος του Ίωνα Δραγούμη και των κύκλων του Υπουργείου Εξωτερικών που αντιμάχονταν την πολιτική του Βενιζέλου. Θα μου πείτε, η κα Κακούρη λογοτέχνης είναι και όχι ιστορικός για να φροντίζει για την αντικειμενικότητα των πηγών και των στοιχείων της. Ναι, αλλά δεν μπορείς τόσο αβασάνιστα να παίρνεις θέση υπέρ της μίας άποψης (που μάλιστα η Ιστορία δεν δείχνει να τη δικαιώνει) χωρίς μια ευλογοφανή (και όχι μονοσήμαντη) τεκμηρίωση. Στο κάτω-κάτω ιστορικό μυθιστόρημα γράφεις και όχι βίπερ-Νόρα! Η Α.Κ. δείχνει τόσο ακραιφνώς αντιβενιζελική που αφήνεται να ξεχειλίσει από θαυμασμό για τον "αντίπαλο" του ανδρός. Δεν έχουν τέλος οι λιβανωτοί για τον βασιλιά Γεώργιο, τα παινέματα για τον διάδοχο Κωνσταντίνο, οι εύφημες μνείες για τους διάφορους πρίγκιπες. Ενώ το μυθιστόρημα βρίθει κριτικών (δικαιολογημένων πιθανότατα) απέναντι στον Βενιζέλο, δεν δείχνει καμιά τέτοια διάθεση απέναντι στη βασιλική οικογένεια και τους συν αυτή. Ακόμη και στις πάμπολλες αναφορές της στον "ατυχή" πόλεμο του 1897 ξεχνάει να μας πει για τον "ατυχή" ρόλο των πριγκίπων. Όλες οι στρατιωτικές επιτυχίες είναι στρατηγικό κατόρθωμα του Κωνσταντίνου (και των Ελλήνων στρατιωτών βέβαια) ενώ ο "Κρητικός" είναι ενδοτικός και πολιτικάντης. Από την άλλη, κάποιοι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι υπήρξε μια ανταλλαγή τηλεγραφημάτων μεταξύ των δύο ανδρών όπου ο διάδοχος εμφανίζεται να θέλει να βαδίσει προς το Μοναστήρι αντί της Θεσσαλονίκης και ο πρωθυπουργός του το "απαγορεύει". Αυτό δεν αφαιρεί από τη δόξα του Κωνσταντίνου; Δεν θα έπρεπε ένα ιστορικό μυθιστόρημα να διαπραγματευτεί κάτι τέτοιο αντί να το αγνοεί; Δεν θα έπρεπε να μας μιλήσει για το εθνολογικό πρόβλημα της Μακεδονίας; Ο Ίων Δραγούμης υπήρξε λαλίστατος επί του θέματος στα ημερολόγιά του (που το Υπουργείο Εξωτερικών πριν λίγα χρόνια άνοιξε και μετά από λίγο ξανάκλεισε εσπευσμένα). Δεν υπέπεσε τίποτα στην αντίληψή της κατά τη διάρκεια των επισταμένων ιστορικών ερευνών της; Θα ήταν πιο ενδιαφέρον από τις ηρωικές ενέργειες του Ιωάννη Μεταξά και το παραλήρημα για τα επιτεύγματα των πριγκίπων. Ο αντίλογος θα ήταν ενδεχομένως ότι αυτά τα λένε οι χαρακτήρες του βιβλίου κι όχι η συγγραφέας. Δεν μπορεί όμως να είναι τυχαίο ότι όλες οι ηρωικές μορφές είναι αντιβενιζελικοί ενώ οι υποστηρικτές του τότε πρωθυπουργού είναι ο "καλός κόσμος" του διάκοσμου. Αυτό είναι θέση. Όπως θέση είναι και οι επιλογές των σχολίων και των αποσπασμάτων.

Εννοείται ότι ο μεγάλος "ήρωας" του βιβλίου είναι η Μεγάλη Ιδέα. Όχι ότι η κα Κακούρη είναι η μόνη σύγχρονη συγγραφέας που εξακολουθεί να ασπάζεται μεγαλοϊδεατισμούς και αλυτρωτικές απόψεις. Αλλά οι κύριοι των κριτικών επιτροπών τι ακριβώς επικροτούν και προτείνουν όταν βραβεύουν ένα τόσο οπισθοδρομικό μυθιστόρημα; Πόσοι Αδώνιδες μπορεί να τις απαρτίζουν ώστε να μας προσφέρουν το χθες ως σήμερα και ως αύριο;
Συνέχεια →
Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

Οι τέσσερις τοίχοι - Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης (εκδ. ΡΟΔΑΚΙΟ)

0 σχόλια

                                                         [Διαβάστε συνέντευξη του συγγραφέα]

Γιατί παραληρούμε όταν επιτέλους οι "κουτόφραγκοι" μάς αναγνωρίζουν; Είναι άραγε επαρχιωτισμός; Είναι μια έλλειψη αυτοπεποίθησης σαν του παιδιού που ζητά την αναγνώριση του πατέρα; Και γιατί αποζητάμε την καταξίωση στα μάτια αυτών που - υποτίθεται - περιφρονούμε ("που ζούσαν σε σπηλιές όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες"); Άλλοι πάλι δηλώνουν αντίθετοι στο  να επιδιώκει η ελληνική λογοτεχνία πάση θυσία (δηλαδή, αναλόγως προσαρμοζόμενη) την εξαγωγή της. Η γνώμη μου είναι ότι θα πρέπει να είμαστε λίγο πιο νηφάλιοι όταν αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα της εξαγωγιμότητας της λογοτεχνίας μας. Είναι προφανές ότι τα κριτήρια αναγνωστικής επιλογής είναι διαφορετικά σε κάθε χώρα. Δεν ξέρω για άλλες χώρες, αλλά στον αγγλοσαξονικό κόσμο (που ως γνωστό κυριαρχεί) δύσκολα διαβάζονται μεταφρασμένοι τίτλοι. Και έχω την εντύπωση πως ο Άγγλος ή ο Αμερικάνος αναγνώστης δεν ξεφεύγει εύκολα από κάποια στερεότυπα. Περιμένει ενδεχομένως από τον Έλληνα ή τον Ισπανό ή τον Τούρκο συγγραφέα να του δώσει κάτι που να έχει το "άρωμα" της χώρας προέλευσης (αν όχι το εξωτικό ή το φολκλόρ). Γιατί να διαβάσει σε έναν Έλληνα αυτό ακριβώς που μπορεί να βρει στον γνωστό συμπατριώτη του συγγραφέα; Είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν και εξαιρέσεις αλλά δεν "χρωματίζουν" αυτές την υπάρχουσα τάση. Και φυσικά υπάρχει ανάγκη για μεταφράσεις αν θέλουμε να ελπίζουμε ότι μπορούμε να αναπροσανατολίσουμε τις αναγνωστικές συμπεριφορές. Αυτό βέβαια θα σήμαινε και επιδοτήσεις μεταφράσεων. Δεν έχω τα απαραίτητα στοιχεία. Όμως κρίνοντας από τις περικοπές που έσπευσε να κάνει το αρμόδιο (;) υπουργείο στον χώρο του ΕΚΕΒΙ και τη γενικότερη αδιαφορία των κρατούντων για το βιβλίο, πολύ αμφιβάλλω αν είναι εφικτό κάτι τέτοιο (η "κρίση", βλέπετε).

Αυτά όλα τα θυμήθηκα όταν "ανακάλυψα" ότι το 2007 ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης ήταν υποψήφιος για το υποληπτόμενο βρετανικό βραβείο Foreign Fiction Prize της εφημερίδας Independent [βραβεύει μεταφρασμένη στα αγγλικά λογοτεχνία]. Το μυθιστόρημα με το οποίο μπήκε στην βραχεία λίστα, "Οι τέσσερις τοίχοι", κυκλοφόρησε το 2001 στην Ελλάδα και δεν πέρασε απαρατήρητο, μια και κέρδισε το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω. Νομίζω ότι η αποδοχή του από το κοινό δεν ήταν ανάλογη. Προσωπικά, αυτά τα χρόνια όλο έλεγα να το διαβάσω κι όλο κάτι τύχαινε και το ανέβαλα. Τελικά, η "κρίση", που με έστειλε να ψάχνω στις δανειστικές βιβλιοθήκες αυτά που δεν μπορώ πλέον να αγοράσω, το έφερε στον δρόμο μου.

Η πλοκή διαδραματίζεται σε κάποιο φανταστικό νησί του Αιγαίου (για να πας εκεί περνάς από ένα άλλο που το όνομά του θυμίζει μπαχαρικό: Κάρυστος (Ευβοίας); Χίος; Δεν έχει σημασία.) Οι χαρακτήρες μοιάζουν να μη μπορούν να ξεφύγουν από κάτι. Ο Π. Ροδακής, όταν πεθαίνει ο πατέρας του, κάνει ένα ταξίδι ολίγων μηνών ανά τον κόσμο κι έπειτα επιστρέφει για να μείνει στο παράξενο σπίτι του, το οποίο αργότερα ανταλλάσσει με τους τέσσερις τοίχους της φυλακής του. Παλεύει με μια χίμαιρα που δεν είναι καν δική του - κληρονομεί τη συνταγή ενός "αγγελικού" μελιού την οποία προσπαθεί να εφαρμόσει. Στο σπίτι του έρχεται και μένει μια αινιγματική γυναίκα, η Βάγια. Δεν διευκρινίζεται ποτέ τι είδους σχέση έχει ο Ροδακής με τη Βάγια πλην του ότι γίνεται συνεργάτης του στην επιχείρηση του μελιού. Γενικά υπάρχει μια αοριστία στους χαρακτήρες του Β.Χ.. Δεν περιγράφονται τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους, δεν μαθαίνουμε τις σκέψεις τους ούτε τα αισθήματα που τρέφουν ο ένας για τον άλλον. Η σχέση τους με τον χώρο και με τα αντικείμενα είναι πιο καθοριστική. Έχω την αίσθηση ότι επίτηδες υποβαθμίζονται οι σχέσεις των ανθρώπων για να τονισθεί η εξάρτησή τους από τα πράγματα. Ακόμη και οι σχέσεις του Ροδάκη με τη θετή του κόρη  (και κόρη της Βάγιας) αποκαλύπτονται καθυστερημένα. Είναι το σπίτι όπου το παράξενο τρίγωνο βρίσκει την ισορροπία του.Η εγκατάλειψη των τεσσάρων τοίχων του σπιτιού φέρνει την καταστροφή. Ακόμη και η αφήγηση, όταν απομακρύνεται από τους "τέσσερις τοίχους",  χάνει τη συνοχή της, πλατειάζει. Η φυγή στην Ελβετία λειτουργεί εντελώς αποκλιμακωτικά. (Είναι ο Ρόζενμαν το alter ego του Ροδακή; Αυτό λίγο-πολύ σηματοδοτεί το όνομα του.) Το τέλος, με το ατυχές κατά τη γνώμη μου εύρημα της ανάκρισης και την εισαγωγή κάποιων άσχετων καινούργιων χαρακτήρων, μοιάζει απελπιστικά παράταιρο.

Το ύφος του Χατζηγιαννίδη θυμίζει πολύ έντονα τον μαγικό ρεαλισμό της Ζατέλη αλλά και Μπόρχες ή Κασάρες (μεταξύ άλλων - να μην ξεχάσω και την ομοιότητα με την ατμόσφαιρα που διαθέτει το "Στρίψιμο της βίδας" του Χένρι Τζέιμς). Επίσης συγκρίνοντάς τον με τον Πάνο Καρνέζη και την επιτυχημένη πορεία του στον αγγλικό εκδοτικό χώρο, μπορούμε να δούμε τι περίπου "ζητάει" από έναν έλληνα συγγραφέα το βρετανικό αναγνωστικό κοινό. Από μόνο του αυτό έχει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του. Για να μην αδικήσω το μυθιστόρημα θα πρέπει να τονίσω ότι έχει ορισμένες εξαιρετικές στιγμές όσο -όπως προανέφερα - μένει στους "τέσσερις τοίχους". Οι προσπάθειες για τη δημιουργία του τέλειου μελιού δίνονται με πολύ κέφι και έμπνευση. Η κλειστοφοβική αγωνία στις σκηνές του Χτιστού σε καθηλώνει. Όμως σιγά-σιγά η γοητεία της αφήγησης αφήνεται να χαθεί. Ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται. Ίσως τελικά τα γούστα μου να μην είναι και τόσο αγγλοσαξονικά παρ' όλη τη χρόνια αγάπη μου για την αγγλόφωνη λογοτεχνία.
Συνέχεια →

Ετικέτες