Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2018

Homo Faber - Μαξ Φρις

0 σχόλια
Ο homo faber στην ανθρωπολογία παραπέμπει στον άνθρωπο κατασκευαστή εργαλείων με τα οποία είναι ικανός να ελέγχει τη μοίρα και το περιβάλλον του. Με σημερινούς όρους θα ονομαζόταν τεχνίτης, τεχνικός, τεχνολόγος, τεχνοκράτης. Στο μυθιστόρημα  Homo Faber του Μαξ Φρις, ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ο Ελβετός Βάλτερ Φάμπερ, μηχανικός που εργάζεται για την UNESCO. Ο Φάμπερ πιστεύει απόλυτα στη λογική, στους νόμους των πιθανοτήτων και στη δυνατότητα της σύγχρονης τεχνολογίας να δώσει λύση σε όλα τα προβλήματα. Το συναίσθημα, η τέχνη, η λογοτεχνία, η ιστορία δεν έχουν θέση στη ζωή του. Ο θάνατος – πιθανότατα και ο έρωτας – είναι γι’ αυτόν ζήτημα στατιστικής.

Το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος – «Πρώτο σταθμό» το ονομάζει ο Φρις – ανοίγει με το αεροπορικό ταξίδι του Φάμπερ από τη Νέα Υόρκη στο Μεξικό, με τελικό προορισμό το Καράκας, όπου πρόκειται να συναρμολογήσει τουρμπίνες. Το αεροπλάνο κάνει αναγκαστική προσγείωση στην έρημο του Ταμαουλίπας, γεγονός που θέτει σε κίνηση μία σειρά συμπτώσεων που θα καταρρίψουν κάθε βεβαιότητα του τεχνοκράτη Φάμπερ. Αρχικά, βέβαια, προσπαθεί να εξορθολογίσει αυτό που συμβαίνει, μιλώντας για το «απίθανο, ως ακραία εκδοχή του πιθανού», δίνοντάς μας μάλιστα και τη σχετική βιβλιογραφία. Ως αφηγητής, ο Φάμπερ πολύ νωρίς [σ. 29] ήδη προετοιμάζει τον προσεκτικό αναγνώστη για ό,τι συμβεί. Σαν να έλκεται από τη μοίρα – ή να είναι κάποιος εκτροχιασμένος νόμος των πιθανοτήτων; - ο αφηγητής του Φρις θα περιπλανηθεί στο Μεξικό για να βρει, πολύ αργά, έναν παλιό του γνωστό και έπειτα θα επιστρέψει στη Νέα Υόρκη. Από εκεί, άλλη μια παρόρμηση θα τον οδηγήσει να πάρει το πλοίο για την Ευρώπη πάνω στο οποίο θα γνωρίσει τη Ζάμπετ, τη νεαρή που θα μπορούσε να είναι – ή μήπως είναι; - κόρη του.

Τα δύο κύρια ταξίδια του Βάλτερ Φάμπερ γίνονται από την τεχνολογικά αναπτυγμένη Αμερική προς το «απολίτιστο» Μεξικό, το πρώτο, και έπειτα μέσω Γαλλίας και Ιταλίας προς την υπανάπτυκτη Ελλάδα της δεκαετίας του 1950, το δεύτερο. Αυτές οι δύο κάθοδοι θα τον κάνουν να συνειδητοποιήσει, αφού έχει πληρώσει βαρύτατο τίμημα, την «ύβρι» που έχει διαπράξει αποστεγνώνοντας τη ζωή του, αποφεύγοντας να συνδεθεί με άλλους ανθρώπους, εξοβελίζοντας οτιδήποτε δεν συνάδει με τις τεχνοκρατικές του αντιλήψεις, αρνούμενος να δει την ουσία της ζωής. [Το Παλένκε, τα καλοδιατηρημένα ερείπια της καταπληκτικής πόλης-κράτους των Μάγια, χαρακτηρίζονται ειρωνικά από τον Φάμπερ «πέτρες που υποτίθεται παρίσταναν ένα ναό», «το πώς-το-λένε». Του προκαλεί πλήξη το γεγονός πως στο πλοίο υπάρχουν μόνο μυθιστορήματα. Τον «κουράζει» η αγάπη της Ζάμπετ για τα μουσεία της Ιταλίας ενώ εκείνον «δεν τον ενδιαφέρουν». Στην Αθήνα, περνάει τον Λυκαβηττό για την Ακρόπολη: «Αυτή είναι λοιπόν η περίφημη Ακρόπολη;» ρωτάει υποτιμητικά τη Χάννα, τη μητέρα της Ζάμπετ.]

Είναι προφανής η (αντεστραμμένη) σχέση του Βάλτερ με τον Οιδίποδα ενώ δεν λείπουν και οι αναφορές σε άλλες αρχαίες τραγωδίες. Τόσο ο Οιδίποδας όσο και ο Βάλτερ είναι «τυφλοί» - δεν βλέπουν ή δεν θέλουν να δουν την πραγματικότητα. Το μυθιστόρημα βρίθει από αναφορές στην τυφλότητα και στην τύφλωση: πχ, «να βγάλω τα μάτια μου», «νιώθω σαν τυφλός αν και βλέπω πολύ καλά,» λέει ο Φάμπερ – το τελευταίο μάλιστα λίγο πριν δει το πέτρινο κεφάλι της Ερινύας στο Εθνικό Μουσείο της Ρώμης. Αυτό το κεφάλι της κοιμισμένης (ή νεκρής;) κόρης είναι το μοναδικό έκθεμα που θα τον συγκινήσει και θα μας προετοιμάσει ίσως για το τραγικό τέλος που πλησιάζει. Αργότερα, στην Αθήνα, ο Βάλτερ θα φοβηθεί το τέλος του Αγαμέμνονα [«Μέμνησο λουτρών οις ενοσφίσθης»] όταν θα νομίσει ότι η Χάννα πρόκειται να του επιτεθεί με τσεκούρι στο μπάνιο.  

Ο Μαξ Φρις καταφέρνει να δημιουργήσει σασπένς στον αναγνώστη προοικονομώντας στοιχεία της εξέλιξης της πλοκής. Προανέφερα ήδη το ότι από τη σελ. 29 κιόλας μιλάει για την κόρη που έμαθε πως έχει και για τον θάνατό της. Νωρίτερα, όταν το αεροπλάνο (που θα πέσει) ετοιμάζεται να απογειωθεί, ο Βάλτερ διαβάζει σε μια εφημερίδα για κάποιο [επινοημένο από τον Φρις] μεγάλο αεροπορικό δυστύχημα στη Νεβάδα... Όπως και ο Σοφοκλής στον "Οιδίποδά" του, ο Μαξ Φρις κλείνει συνέχεια το μάτι στον προσεκτικό αναγνώστη, ταυτίζοντάς τον συναισθηματικά με τα δρώμενα. Αυτή ακριβώς η συναισθηματική φόρτιση είναι που δημιουργεί στις αφηγηματικές τέχνες το σασπένς, το οποίο ελάχιστη σχέση έχει με την έκπληξη που έρχεται από το πουθενά.

Το δεύτερο μέρος – ο «Δεύτερος σταθμός» - είναι άλλη μια κάθοδος. Μια κάθοδος στον Άδη της ύπαρξης του ήρωα. Δοσμένη από τον Φρις ως ημερολογιακές καταγραφές του αφηγητή του, μας περιγράφει τόσο την οδυνηρή περιπλάνηση του κατατρεγμένου από τις Ερινύες Βάλτερ, αλλά και την απαρχή μιας καθυστερημένης συνειδητοποίησης της ουσίας της ύπαρξής του και αμφισβήτησης των παλιών του βεβαιοτήτων. Πότε με πικρό χιούμορ πότε με παραληρηματικό λόγο, ο Φάμπερ αφηγείται την κρίση ταυτότητας που βιώνει [ο αποκομμένος από οποιαδήποτε πατρίδα πρωταγωνιστής], την ανικανότητά του [που επέρχεται ως τιμωρία της αιμομιξίας], την απόρριψη του «αμερικανικού ονείρου» [του συνυφασμένου με την υποταγή στην τεχνολογία] που κάποτε εκθείαζε, τη λαχτάρα του να ζήσει αλλιώς τη ζωή του [«Επιθυμία να μυρίσω άχυρο», «Να μην ξαναμπώ σε αεροπλάνο», «… να οδηγώ ένα γάιδαρο, να ένα επάγγελμα!», «Να είσαι αιώνιος σημαίνει: να έχεις υπάρξει.»] Συγκλονιστικές είναι οι στιγμές όπου θυμάται το παιχνίδι με τις λέξεις που έπαιζε με τη Ζάμπετ: εκεί που στο «δαντελένιο μπούστο» της περιγραφής της για τα κυματάκια αντέτασσε το δικό του πεζό «σαν αφρός μπίρας ή υαλοβάμβακας», τώρα πια αφήνει δειλά-δειλά τη φαντασία του ελεύθερη. Ταυτόχρονα, συνεχίζει να έχει τις ψευδαισθήσεις του για τη Χάννα, ότι θα μπορούσε να παίξει γι’ αυτόν έναν ρόλο οδηγού-Αντιγόνης, κάτι που η ίδια δεν φαίνεται πουθενά να επιθυμεί.

Γραμμένο το 1957, εποχή που η τεχνολογία δεν είχε ακόμη δεχτεί την κριτική που δέχεται σήμερα, το αριστουργηματικό Homo Faber του Μαξ Φρις μάς θυμίζει το αλλοτινό αλλά πάντα επίκαιρο «Τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον και ζημιωθή την ψυχή αυτού;», προσφέροντάς μας  παράλληλα μοναδικές στιγμές αναγνωστικής απόλαυσης.



[Διαβάστε εδώ άλλη ανάρτηση στο ιστολόγιό μας σχετική με τον Μαξ Φρις.]


Συνέχεια →
Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Ο κανίβαλος που έφαγε έναν Ρουμάνο - Δημήτρης Σωτάκης

0 σχόλια
Δεν είχα διαβάσει άλλο βιβλίο του Δημήτρη Σωτάκη πριν τον Κανίβαλο που έφαγε έναν Ρουμάνο [Εκδόσεις Κέδρος] αν και κάποια παλιότερα μυθιστορήματά του μου ήταν οικεία μέσω των σελίδων του περιοδικού «Διαβάζω». Βέβαια, απ’ ό,τι διάβασα στο διαδίκτυο, ο Δημήτρης Σωτάκης αγαπά το παράδοξο άρα δεν θα έπρεπε ίσως να με αιφνιδιάζει αυτή η μη ρεαλιστική πικρή σάτιρακατ’ άλλους, αλληγορία. Δεν ξέρω αν ο ίδιος ο Δ.Σ. θα δεχόταν τέτοιο χαρακτηρισμό για το έργο του - νομίζω πως οι συγγραφείς απεχθάνονται τις ταξινομήσεις.
Ο τόπος όπου κυρίως διαδραματίζεται το μυθιστόρημα είναι μια μικρή παραθαλάσσια πόλη που θυμίζει έντονα επαρχιακή Ελλάδα, αλλά ο κ. Σωτάκης φροντίζει να μην την προσδιορίσει γεωγραφικά. Επίτηδες ίσως κάποια στιγμή μιλάει για «μετανάστες από τη νοτιοανατολική Ευρώπη» (σελ. 14) που έχουν έρθει στη συγκεκριμένη πόλη, χαρακτηρισμός που δεν θα χρησιμοποιούσαμε στην Ελλάδα.
Από την άλλη, η Ρουμανία, ως χώρα προέλευσης της οικογένειας που πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα, περιγράφεται με αρκετές λεπτομέρειες, και πιο συγκεκριμένα η ιδιαίτερη πατρίδα της, την οποία επισκέπτονται όλοι οι πρωταγωνιστές με τον κεντρικό χαρακτήρα να αναλαμβάνει ρόλο αφηγητή. Η Οράντεα είναι μια συνοριακή πόλη 200.000 κατοίκων στη Βορειοδυτική Ρουμανία με ιδιαίτερη ιστορία που αντανακλάται στην ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική και στην πληθυσμιακή της σύνθεση [3/4 Ρουμάνοι, 1/4 Ούγγροι]. Όντας στα σύνορα με την Ουγγαρία άλλαξε συχνά σημαία μέσα στους αιώνες.
Έχουμε λοιπόν δυο βασικούς πόλους στο μυθιστόρημα: μια οικογένεια με ιστορικά και πολιτισμικά προσδιορισμένη καταγωγή, που έχει εκπέσει κοινωνικά, και έναν άνθρωπο, τον Ζέριν, που τα βασικά του χαρακτηριστικά είναι η μοναξιά του, το χρήμα και οι λεπτοί τρόποι που συνήθως το συνοδεύουν – δεν ξέρουμε κάτι άλλο γι’ αυτόν.
Τι είναι λοιπόν ο Ζέριν; Ένας μοναχικός, εμμονικός τύπος που πιθανότατα δεν έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή του. ό,τι έχει το κληρονόμησε από τον πατέρα του – ο τέλειος κηφήνας. Σαραντάρης, όμορφος και νάρκισσος – συχνά ελέγχει την εμφάνισή του στον καθρέφτη. Το κίνητρό του είναι η ανάγκη του να βγει από την πλήξη, την απραξία και τη μοναξιά; Είναι παράφρων; Θα σας έλεγα, αν ήξερα ποια ακριβώς είναι τα όρια της παραφροσύνης. Πάντως ο ίδιος σκέφτεται στη σελίδα 61 ότι «ίσως να του έκανε καλό τελικά να μάθαινε να δαμάζει μόνος του το θηρίο που είχε γεννηθεί στον εγκέφαλό του».
Ο γοητευτικός λοιπόν Ζέριν έχει ψύχωση με κάθε τι ρουμάνικο και όταν πληροφορείται – μέσω των γνωριμιών του στη δημαρχία της πόλης – για την έλευση μιας οικογένειας Ρουμάνων, τους παρακολουθεί και σπεύδει να τους γνωρίσει κουβαλώντας δώρα για όλους. Στην αρχή ο νεαρός πατέρας είναι διστακτικός – «φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας», προειδοποιούσε ο Λαοκόων. Η νεαρή σύζυγος αρχικά αντιμετωπίζει αμήχανα την κατάσταση, αλλά τα παιδιά συμπαρασύρουν και τους γονείς με τον ενθουσιασμό τους και οι Ρουμάνοι αφήνουν το «κακό» - μεταμφιεσμένο σε «καλό» - να μπει μέσα στο σπίτι. Έτσι δεν γίνεται συνήθως, άλλωστε;
Η οικογένεια των Ρουμάνων γοητεύεται από τον Ζέριν. Η συμπάθειά τους «εξαγοράζεται» με το χρήμα και τον καταιγισμό των δώρων του. Από την αρχή μέχρι το τέλος, κανείς δεν εξαναγκάζεται σε τίποτα – όλα γίνονται με συναίνεση και (πολλή) προθυμία. Η Ιονέλα, η νεαρή μητέρα, κολακεύεται από το ερωτικό ενδιαφέρον που της δείχνει ο «όμορφος» Ζέριν με τη δύναμη και την αίγλη που του δίνει το χρήμα, με την ασφάλεια που μπορεί να της προσφέρει. Τα παιδιά ξετρελαίνονται με τα γλυκά και τα μπιχλιμπίδια. Ο σύζυγος, ο Φλάβιου, εθελοτυφλεί και δεν προβληματίζεται για τυχόν υποβολιμαία κίνητρα αφού η όλη κατάσταση εξυπηρετεί την επιβίωση της οικογένειας – ο πλούσιος νέος του «φίλος» φρόντισε να του βρει μια εξαιρετική εργασία.
Ο «έρωτας» είναι βέβαια αμφίδρομος. Ο Ζέριν ερωτεύεται όχι μόνο την Ιονέλα, αλλά ολόκληρη την οικογένεια. Η κτητικότητα και η πλεονεξία δεν θα του επιτρέψουν να αρκεστεί στον ρόλο του «θείου» ή του «οικογενειακού φίλου». Είναι ενδιαφέρον ότι κάπου αναρωτιέται αν είναι δειλός (σελ.156) που δεν απέκτησε ποτέ δική του οικογένεια και τώρα θέλει να κλέψει ενός άλλου.
Υπάρχουν αρκετά στοιχεία στο μυθιστόρημα που θα ήθελα να κατανοήσω καλύτερα, πχ τι ρόλο παίζει η μεγάλη οικοδομή που χτίζεται στην πόλη. Αυτό όμως που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση είναι η πανταχού παρούσα ομορφιά. Ο Ζέριν είναι «όμορφος», η Ιονέλα είναι «όμορφη», όλη η οικογένεια επίσης. Ακόμη και ασήμαντοι χαρακτήρες όπως μία πωλήτρια ή η εφοριακός στην Οράντεα. «Ωραίοι» άνθρωποι παντού. Ο Ζέριν στήνει έναν «όμορφο» μικρό οικογενειακό παράδεισο, σε μια «όμορφη» μικρή πόλη. Τελικά, σε αυτό το βιβλίο που θα μπορούσε να είναι επεισόδιο εκείνης της σουρεαλιστικής ταινίας του Μπουνιουέλ – της «Κρυφής γοητείας της μπουρζουαζίας» [1972] - ο Δημήτρης Σωτάκης μάς τρομάζει δείχνοντάς μας πως η ομορφιά – όλο αυτό το όνειρο της δυτικής ευημερίας - μπορεί να κρύβει πίσω της έναν εφιάλτη.

[Το κείμενο στηρίχτηκε στη συμβολή μου στην παρουσίαση του μυθιστορήματος στο La Petite Cantine, στον Βόλο, στις 18 Απριλίου 2018.]

Διαβάστε εδώ εργοβιογραφικά στοιχεία του Δημήτρη Σωτάκη από τη βάση δεδομένων της BiblioNet.


Συνέχεια →
Τετάρτη, 2 Μαΐου 2018

Με τον Κεβέδο, την Άνοιξη - Πάμπλο Νερούδα

0 σχόλια

Όλα ανθίσανε
σε τούτα τα λιβάδια, οι μηλιές,
διστακτικά γαλάζια, ξανθωπά χορτάρια,
κι από την πρασινάδα ξεπροβάλλουν παπαρούνες.
Ο ουρανός ο άσβεστος, ο νέος αέρας
της κάθε μέρας, η άφωνη λαμπρότητα,
μιας άνοιξης ακράτητης το δώρο.
Και μόνο στο κλειστό μου σπίτι η άνοιξη δεν ήρθε.
Αρρώστιες, φιλιά ξεψυχισμένα,
σαν εκκλησιάς κισσοί τα μαύρα
παραθύρια της ζωής μου πνίγουν
κι ο μόνος έρωτας δεν φτάνει, ούτε το άγριο,
το ακράτητο άρωμα της άνοιξης.

Και τι είναι όλα αυτά για σένα τώρα:
το φως το ξέφρενο, των αποκαλύψεων
η ανθισμένη έκρηξη, το πράσινο τραγούδι
των πράσινων φύλλων, η παρουσία
του ουρανού  με το δροσιστικό του κύπελλο;
Μη με βασανίζεις, του έξω κόσμου άνοιξη,
ρίχνοντας στα χέρια μου κρασί και χιόνι,
πέταλα και ματσάκια από τη θλίψη διαλυμένα,
απόψε τον ύπνο των φύλλων χάρισέ μου
των νυχτερινών, τη νύχτα που συναντιούνται
οι νεκροί, τα μέταλλα, τις ρίζες,
μια άνοιξη σβησμένη και άλλη μια, τόσες πολλές
να ζωντανεύουν κάθε που έρχεται η άνοιξη.

[Μετάφραση από τα Ισπανικά: Παναγιώτης Α. Αλεξανδρίδης]

Σημ. Ο Φρανθίσκο ντε Κεβέδο [1580-1645] ήταν Ισπανός ποιητής. Το έργο του θεωρείται ότι άσκησε σημαντική επίδραση στον Νερούδα, κάτι που είναι ιδιαίτερα εμφανές στα τραγικά και μελαγχολικά του ποιήματα. Το συγκεκριμένο ποίημα υπάρχει στην ποιητική συλλογή του Νερούδα "Ο κήπος του χειμώνα" που κυκλοφόρησε το 1974, λίγους μήνες μετά τον θάνατό του.

Το ποίημα γράφτηκε από τον Νερούδα όταν πια ήταν άρρωστος - διαγνώστηκε με καρκίνο του προστάτη. Μετά το πραξικόπημα κατά του Αλιέντε [11/9/1973], στη διάρκεια έρευνας που έγινε στο σπίτι του, ο ποιητής λένε ότι είπε στους ενόπλους του καθεστώτος: "Ψάξτε - ένα πράγμα μοναχά θα βρείτε εδώ επικίνδυνο για σας: ποίηση". Ο θάνατός του [23/9/1973] επίσημα οφειλόταν σε ανακοπή καρδιάς, αλλά υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες ότι δολοφονήθηκε από τους πραξικοπηματίες.

[Διαβάστε εδώ άλλα ποιήματα του Πάμπλο Νερούδα, μεταφρασμένα στο ιστολόγιό μας, κι εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο.]




Συνέχεια →
Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2018

Ερωτηματολόγιο Μαξ Φρις

0 σχόλια
Είναι γνωστό το ερωτηματολόγιο του Προυστ. [Στην ουσία, είναι μάλλον δύο ερωτηματολόγια στα οποία απάντησε ο Γάλλος συγγραφέας στην εφηβική του ηλικία]. Αυτό που δεν είναι γνωστό τουλάχιστον στην Ελλάδα - το Google δεν βγάζει αποτελέσματα στο ερώτημα διατυπωμένο στα ελληνικά - είναι πως ένα αντίστοιχο ερωτηματολόγιο συνέταξε το 1967 ο Γερμανοελβετός μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας Μαξ Φρις [1911-1991]. Οι 25 ερωτήσεις του, πέρα από το ενδιαφέρον τους για ψυχαγωγικούς και αυτογνωσιακούς λόγους, προκαλούν τη σκέψη και φωτίζουν το (υπαρξιακό) πνεύμα του έργου του.

- Σας ενδιαφέρει πραγματικά η διατήρηση του ανθρώπινου γένους από τη στιγμή που εσείς κι όλοι όσοι γνωρίζετε δεν θα ζουν πια;
- Πείτε εν συντομία γιατί.
- Πόσα από τα παιδιά σας δεν χρωστούν την ύπαρξή τους σε συνειδητή πρόθεση;
- Ποιον/ποια θα προτιμούσατε να μην είχατε γνωρίσει ποτέ;
- Έχετε ποτέ συνειδητοποιήσει ότι μπορεί να φταίξατε σε σχέση με κάποιο πρόσωπο στη ζωή σας (χωρίς απαραίτητα αυτό το άλλο άτομο να το γνωρίζει); Αν ναι, σας κάνει κάτι τέτοιο να μισείτε τον εαυτό σας – ή εκείνο το άλλο πρόσωπο;
- Θα θέλατε να είχατε τέλεια μνήμη;
- Δώστε το όνομα ενός πολιτικού του οποίου ο θάνατος από αρρώστια, δυστύχημα, κλπ θα σας γέμιζε ελπίδα. Ή μήπως δεν θεωρείτε κανέναν τους απαραίτητο.
- Ποιο πρόσωπο ή πρόσωπα, που έχουν πεθάνει, θα θέλατε να ξαναδείτε;
- Ποια όχι;
- Θα προτιμούσατε να ανήκατε σε ένα διαφορετικό έθνος (ή πολιτισμό); Αν ναι, σε ποιο;
- Μέχρι ποια ηλικία θα θέλατε να ζήσετε;
- Αν είχατε την εξουσία να εφαρμόσετε πράγματα που θεωρείτε σωστά, θα το κάνατε ακόμα κι αν κάτι τέτοιο ήταν αντίθετο στη θέληση της πλειοψηφίας; (Ναι ή όχι)
- Γιατί όχι, αφού τα θεωρείτε σωστά;
- Τι βρίσκετε πιο εύκολο να μισείτε, μια ομάδα ατόμων ή ένα άτομο; Και προτιμάτε να μισείτε ως άτομο ή ως μέρος ενός συνόλου;
- Πότε σταματήσατε να πιστεύετε ότι μπορείτε να γίνετε σοφότερος/-η  – ή το πιστεύετε ακόμη; Πόσων χρονών είστε;
- Σας πείθει η αυτοκριτική σας;
- Κατά τη γνώμη σας, τι αντιπαθούν οι άλλοι σε σας και τι αντιπαθείτε εσείς στον εαυτό σας; Αν δεν είναι το ίδιο πράγμα, ποιο θα παραβλέπατε πιο εύκολα;
- Σας ενοχλεί – αν το σκέφτεστε – η σκέψη πως θα μπορούσατε να μην είχατε γεννηθεί ποτέ;
- Όταν σκέφτεστε κάποιον/-α που έχει πεθάνει, θα θέλατε να σας μιλήσει αυτός/-ή ή να του/της πείτε κάτι εσείς;
- Αγαπάτε κανέναν/καμία;
- Πώς το ξέρετε;
- Αν υποθέσουμε πως δεν έχετε σκοτώσει ποτέ άλλον άνθρωπο, πώς το εξηγείτε;
- Τι χρειάζεστε για να είστε ευτυχισμένος/-η;
- Για τι πράγμα είστε ευγνώμων;
- Τι θα προτιμούσατε: να πεθάνετε ή να συνεχίσετε να ζείτε ως κάποιο υγιές ζώο; Ποιο ζώο;

[Μετάφραση από τα αγγλικά: Παναγιώτης Α. Αλεξανδρίδης]
[Διαβάστε εδώ άλλο άρθρο στο ιστολόγιό μας σχετικό με τον Μαξ Φρις.]



Συνέχεια →
Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Πες όλη την αλήθεια [αρ. 1129] - Έμιλι Ντίκινσον

0 σχόλια

Πες όλη την αλήθεια μα πες την πλάγια –
Το μυστικό είναι στις Περιστροφές
Ζαλίζει την αδύναμή μας Τέρψη
Το εξαίσιο της Αλήθειας ξάφνιασμα
Όπως της Αστραπής η εξήγηση
Δίνεται στα Παιδιά με τρόπο
Πρέπει σιγά-σιγά η Αλήθεια να θαμπώνει
Αλλιώς θα τυφλωνόνταν όλοι –








[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο.
Συνέχεια →
Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Το blues της ανεργίας - Παναγιώτης Βλάχος

0 σχόλια
Αποτέλεσμα εικόνας για βλαχος της ανεργιαςΌταν μια φίλη μού σύστησε να διαβάσω το Μπλουζ της ανεργίας του Παναγιώτη Βλάχου [εκδόσεις Κέδρος] και αποφάσισα να το στριμώξω – τις σχεδόν 600 σελίδες του! - στο αναγνωστικό μου πρόγραμμα, φοβόμουν ότι θα είχα να κάνω με ένα αναμενόμενο βιβλίο για την κρίση. Κάτι προβλέψιμο, κάτι ανάμεσα στην αυτολύπηση και στη φλυαρία. Ομολογώ πως δεν περίμενα ένα τόσο οικείο και συνάμα τόσο συναρπαστικό μυθιστόρημα. Όσο προχωρούσα, τόσο με κέρδιζε. Μέχρι που άρχισα να ζω – όπως συμβαίνει με την καλή λογοτεχνία – μαζί με τους ήρωές του, συμμετέχοντας στην καθημερινότητά τους σαν να ήταν κομμάτι της δικής μου ζωής, με τις γάτες τους να μπλέκονται συνέχεια στα πόδια μου.΄

Η κεντρική ηρωίδα, η Αλεξάνδρα, το 2010, παραιτείται από τη θέση της στον εκδοτικό οίκο όπου εργάζεται – κυρίως επειδή νιώθει να έρχεται σε σύγκρουση με τη συνείδησή της [σσ. 184-185/213] – και οι επιπτώσεις της ανεργίας της απλώνονται σε όλη της τη ζωή και στη σχέση της με τον σύντροφό της, τον Πέτρο. Ο Πέτρος είναι το άλλο κεντρικό πρόσωπο. Οι επαγγελματικές του ασχολίες περιγράφονται μάλλον αόριστα. Πιθανολογώ ότι τις μοιράζεται με τον ίδιο τον συγγραφέα [δηλ. εκπονεί οικονομικές μελέτες], ενώ η συγγραφική περσόνα του Παναγιώτη Βλάχου ίσως κάνει μία cameo εμφάνιση προς το τέλος του μυθιστορήματος ως misfit [=περιθωριακός, αταίριαστος, απροσάρμοστος], όπως τον αποκαλούν. Με αφετηρία την ανεργία της Αλεξάνδρας, ο Π. Β. ξεκινά το «κουτσό» στον χρόνο [για να αναφερθώ στο εμβληματικό μυθιστόρημα του Κορτάσαρ, που παίζει κι αυτό τον ρόλο του στο βιβλίο, σσ. 159, 496 – η Αλεξάνδρα το λατρεύει]. Μπρος-πίσω σε όλα τα χρόνια από τη μεταπολίτευση μέχρι το 2015, με στιγμιότυπα-ξυραφιές που ανοίγουν τομές στο σώμα της ζωής των ηρώων ώστε ο συγγραφέας να παρατηρεί, να περιγράφει, να εξηγεί ή, συχνότερα, να αφήνει  τον αναγνώστη να ερμηνεύει τα δρώμενα.

Η σχέση του Πέτρου και της Αλεξάνδρας περνάει κι αυτή τις εντάσεις της. Γοητευτική και άκρως ενδιαφέρουσα η ηρωίδα, αλλά ταυτόχρονα περίπλοκη, τζαναμπέτισσα και ανεξάρτητη, σαν τις γάτες που λατρεύει – όχι λιγότερο δύσκολος ο Πέτρος. Αναζητούν και οι δύο μια (τελικά, ασταθή) ισορροπία ανάμεσα στην εγγύτητα που φέρνει ο έρωτας και στη διατήρηση του προσωπικού τους χώρου. Πέρα από τις ζωές των δύο βασικών χαρακτήρων, από το μυθιστόρημα παρελαύνουν μια σειρά δευτερεύοντες ήρωες, που ο καθένας με το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του και τη διαφορετικότητά του φωτίζουν μια ολόκληρη εποχή. Άλλωστε, πολύ χαρακτηριστικά, ο Αλέξανδρος, ο αγαπημένος θείος της Αλεξάνδρας, αριστερός διανοούμενος παλιάς κοπής, της λέει: «Η Ελλάδα δεν είναι μόνο μία, αγάπη μου, ούτε ο τρόπος για να ζει κανείς είναι ένας και μοναδικός.» [σ. 210] Από τον χρηματομεσίτη Ιάκωβο, τον παιδικό φίλο του Αλέξανδρου, που παρότι ταγμένος στο κυνήγι της προσωπικής του κερδοφορίας, προβλέπει με εξαιρετική διαύγεια το μέλλον της παγκόσμιας και της ελληνικής οικονομίας [«ξέρουμε το φάρμακο, μένει να βρούμε την ασθένεια»] ως τον πολιτικό μηχανικό και στέλεχος του ΚΚΕ Αργύρη και τον ζωγράφο Νάσο, οι ήρωες δεν είναι ποτέ μονοδιάστατοι, συμπεριλαμβανομένου του εκ πρώτης όψεως «εικονοποιημένου» θείου Αλέξανδρου.

Αυτό που όμως κυρίως κάνει τη διαφορά στο μυθιστόρημα είναι η γλώσσα. Λιτή όταν χρειάζεται [σχεδόν ρεπορτάζ] αλλά και χυμώδης αλλού, προσαρμόζεται εντυπωσιακά όταν την αφήγηση αναλαμβάνουν άλλες – πλην του κύριου αφηγητή, του Πέτρου – φωνές, της Αλεξάνδρας ή της μητέρας της, ή όταν π.χ. περιγράφει το επεισόδιο με τον γάτο, τον Τσίου, στην Εύβοια, το οποίο οργανώνει σαν θεατρικό έργο.

Ένα άλλο εντυπωσιακό στοιχείο είναι η ευρυμάθεια του συγγραφέα, όπως αναδεικνύεται μέσα από τις αναφορές σε βιβλία, ταινίες, τραγούδια [ευρύς κατάλογός τους υπάρχει στο τέλος της έκδοσης], αλλά και την αναπαράσταση του εκδοτικού χώρου, του χρηματιστικού κόσμου του Ιάκωβου, των ελληνικών, λονδρέζικων και δουβλινέζικων μπαρ, κλαμπ και παμπ. Εξάλλου, από μόνο του το γεγονός της συμπερίληψης τόσων χαρακτήρων απαιτεί γνώσεις και δουλειά και πολύ καλό στήσιμο για να μην καταρρεύσει το όλο μυθιστορηματικό οικοδόμημα. Εδώ όχι απλώς δεν καταρρέει, αλλά απογειώνεται σελίδα τη σελίδα.

Στο Μπλουζ της ανεργίας αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας και την εποχή μας. Οι καταλήψεις ενάντια στον νόμο 815 για τα ΑΕΙ, το 1979, τα χρόνια του ΠΑΣΟΚ,  οι δολοφονίες Κουμή-Κανελλοπούλου [16/11/1980], Μιχάλη Καλτεζά [17/11/1985], Αλέξη Γρηγορόπουλου [6/12/2008], θυμάτων της αστυνομικής βίας, η εποχή της κρίσης, οι Αγανακτισμένοι, η αυξημένη επιρροή του φασιστικού μορφώματος, οι εκλογές και το δημοψήφισμα του 2015: μερικά μόνο από τα κομβικά σημεία, δοσμένα μέσα από τις επιπτώσεις τους στην καθημερινή ζωή των χαρακτήρων του, που συνήθως συμμετέχουν ενεργά στα πολιτικά δρώμενα. Όλα αυτά δίνουν την ευκαιρία στον αναγνώστη να αναθυμηθεί τα γεγονότα και ίσως να στοχαστεί τις αιτίες που μας έφεραν εδώ.

Όμως, σε καμιά περίπτωση το Μπλουζ της ανεργίας δεν σε καταθλίβει, δεν σε πνίγει. Αντίθετα, μέσα από την καθαρή ματιά και την περηφάνια των ηρώων του, την αλληλεγγύη και τις δυνατές φιλίες, τον έρωτα και όλες τις μικρές αγάπες, ο κόσμος του Παναγιώτη Βλάχου - λαβωμένος αλλά ζωντανός - δείχνει ικανός να ξεπεράσει τη βαθιά του κρίση.



[Το κείμενο στηρίχτηκε στη συμβολή μου στην παρουσίαση του μυθιστορήματος στο La Petite Cantine, στον Βόλο, στις 26 Απριλίου 2017.]

Διαβάστε εδώ εργοβιογραφικά στοιχεία του Παναγιώτη Βλάχου από τη βάση δεδομένων της BiblioNet.


Συνέχεια →
Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Συνέντευξη του Ζάουμε Καμπρέ για το Confiteor

3 σχόλια
https://www.guernicamag.com/wp-content/uploads/2015/01/JUAME-CABRE-by-Anita-Sethi_550.jpg
Η συνέντευξη του Ζάουμε Καμπρέ δόθηκε στο αγγλόφωνο περιοδικό Guernica και δημοσιεύτηκε στις 15 Ιανουαρίου 2015.

Ε: Η γλώσσα και η ταυτότητα είναι δυο πολύ δυνατά θέματα στο Confiteor*. Από μικρός ο Αντριά έχει «έφεση στις γλώσσες» και θεωρείται ότι μπορεί να μάθει δέκα. Και γράφετε: «Δεν κατοικούμε μια χώρα. κατοικούμε μια γλώσσα.» Πώς σας ήρθε αυτή η ιδέα;
Α: Τα Καταλανικά αντιμετώπισαν διώξεις και απαγορεύσεις, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Φράνκο αλλά και πριν από αυτή, από την άφιξη των Βουρβόνων στην Ισπανία. Για κάποια σαν εσάς που είστε Βρετανίδα πολίτης αυτό μπορεί να φαίνεται παράξενο. Πώς μπορείς να απαγορεύσεις μια γλώσσα; Προκύπτει ότι μπορείς. Στη δικτατορία ήταν παράνομο να μιλάς Καταλανικά. Είναι μια εμπειρία που όλοι οι Καταλανοί είχαμε στον ένα ή τον άλλο βαθμό. Κάποιοι πολύ πιο έντονα από άλλους, αλλά είναι κάτι που όλοι μοιραστήκαμε.
Όταν διαβάζεις αυτό που λέει ο Τζορτζ Στάινερ για τη γλώσσα – ότι η γλώσσα καταλαμβάνει ένα σύμπαν – βλέπεις πόσο φοβερή παγκόσμια καταστροφή είναι ο θάνατος μιας γλώσσας. Κάθε χρόνο, σ’ αυτόν τον κόσμο, αρκετές γλώσσας πραγματικά πεθαίνουν. Υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες γλώσσες που έχουν εξασφαλισμένη την επιβίωσή τους για πολλά χρόνια, όπως τα Αγγλικά, αλλά υπάρχουν άλλες των οποίων η επιβίωση δεν είναι και τόσο βέβαιη, όπως τα Καταλανικά, ιδιαίτερα αν δεν έχουν ένα κράτος να τις προστατεύει. Τα Καταλανικά μιλιούνται στην Καταλονία, στη Βαλένθια, στις Βαλεαρίδες Νήσους και στην Ανδόρα. Περίπου δέκα εκατομμύρια τα καταλαβαίνουν και οκτώμιση εκατομμύρια τα μιλάνε. Αλλά το μέλλον τους είναι λιγότερο βέβαιο από, λόγου χάρη, τα Δανέζικα, τα Σλοβάκικα ή τα Λετονικά, επειδή αυτά έχουν κράτος.

Ε: Το μυθιστόρημα διερευνά τη σύγκρουση του ατόμου με την κοινωνία και το προσωπικό συνυφαίνεται δεξιοτεχνικά με το πολιτικό και το φιλοσοφικό.
Α: Με ενδιαφέρει η Ιστορία των ιδεών. Δημιουργώ ένα παράδοξο μέσα στο μυθιστόρημα: από τη μια μεριά βλέπεις τη δύναμη της Ευρωπαϊκής κουλτούρας και την ίδια στιγμή την Ευρωπαϊκή βαναυσότητα. Για μένα είναι ένα παράδοξο στο οποίο δεν μπορεί να δοθεί λύση. Αυτό με κρατούσε να συνεχίζω να γράφω το μυθιστόρημα.
Προσπαθώ να πετύχω να φτιάχνω τους χαρακτήρες μου να μοιάζουν αληθινοί άνθρωποι ώστε ο αναγνώστης να τους βιώνει σαν τέτοιους – είναι κάτι που το παλεύω σ’ όλη μου τη ζωή. Δεν θα μπορούσα να είχα γράψει αυτό το μυθιστόρημα στα 20 ή στα 30 μου για τεχνικούς λόγους – δεν κατείχα την τεχνική τότε – αλλά πάνω απ’ όλα γιατί δεν είχα τις εμπειρίες ζωής που έχω τώρα στα 67 μου.
Πάντα διαβάζω, και μαθαίνεις πολλά διαβάζοντας. Όταν ήμουν 25, διάβαζα πολύ αλλά δεν είχα πολύ διάβασμα πίσω μου.

Ε: Ποιοι συγγραφείς σάς επηρέασαν;
Α: Διαβάζω πολλή ποίηση. Κάθε είδος ποίησης, αλλά κυρίως Καταλανική, γιατί πιστεύω πως η ποίηση είναι η ουσία της γλώσσας. Η κλασική ποίηση, είτε μεσαιωνική είτε σύγχρονη, μου δίνει τη στιλιστική ενέργεια που με ενδιαφέρει.
Διαβάζω κάθε είδος λογοτεχνίας, μυθιστορήματα σε μετάφραση ή όχι. Σέξπιρ, Τολστόι, Τόμας Μαν, Προυστ, Τζέιμς Τζόις – αυτοί είναι οι βασικοί συγγραφείς για μένα. Διαβάζω επίσης Καταλανούς πεζογράφους, αλλά είμαι παμφάγος όσον αφορά το διάβασμα Ρωσικής και Γερμανικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα. Μου αρέσει να επηρεάζομαι, είμαι ανοιχτός σε επιδράσεις.

Ε: Θέλατε ανέκαθεν να γίνετε συγγραφέας;
Α: Το σπίτι των γονιών μου είχε πολλά βιβλία. Ήμασταν πέντε αδέρφια και όλοι διαβάζαμε. Έτσι όταν έφυγα από το σπίτι, είχα ήδη διαβάσει πολλά βιβλία και ήθελα να διαβάσω περισσότερα. Τότε άρχισε η επιθυμία μου να γράψω. Αλλά δεν ήταν κάποια θεία επιφοίτηση με Χερουβείμ και Σεραφείμ από ψηλά. Όχι για μένα, τουλάχιστον.
Αφού ήμασταν πέντε αδέρφια κι εγώ ήμουν ο τέταρτος, καθώς μεγάλωναν και έφευγαν έπαιρνα ή καταλάμβανα τα δωμάτιά τους. Θυμάμαι πως, στο τελευταίο δωμάτιο που κατέλαβα, έγραψα ότι πραγματικά απολάμβανα το διάβασμα κι ότι τώρα ήθελα να δω αν μπορούσα να δημιουργήσω έναν χαρακτήρα και να τον κάνω να κινείται. Θυμάμαι πως η ιστορία ήταν πολύ μικρή – για ένα αγόρι στην ηλικία μου που πήγε με το ποδήλατό του στην κρήνη, ήπιε και γύρισε. Συναρπαστική πλοκή! Τη διάβασα και είπα: «Κοίτα, τον έκανα να κινείται.» Αλλά μετά σκέφτηκα: «Ποιος είναι, από πού έρχεται, πού πηγαίνει;»
Κάτι άλλο που άρχισα να κάνω εκείνη την εποχή περίπου, όταν ερωτεύτηκα το μυθιστόρημα – θύμωνα όταν ένα βιβλίο τέλειωνε κι έτσι έγραφα τη συνέχεια του μυθιστορήματος που διάβαζα. Κι αυτό είχε ένα πλεονέκτημα. Το μυθιστόρημα είχε ένα ύφος που μιμούμουν. Για αρκετές μέρες συνέχιζα την ιστορία και την άλλαζα – για παράδειγμα, ξαναζωντάνευα χαρακτήρες.

Ε: Περιγράφετε ότι θέλατε να κάνετε έναν χαρακτήρα να «κινείται». Οι χαρακτήρες σας κινούνται γεωγραφικά, αλλά "κινούν" και τα συναισθήματα των αναγνωστών.
Α: Σε ένα παλαιότερο μυθιστόρημά μου, στη Señoría, ένας σημαντικός χαρακτήρας πεθαίνει στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος. Διαδραματίζεται στη Βαρκελώνη στα τέλη του 18ου αιώνα και ο ήρωας πεθαίνει υπό σκοτεινές συνθήκες. Σκεφτόμουν ότι ίσως κάποιος θα ερχόταν να τον σώσει αλλά κανείς δεν ήρθε. Επηρεάστηκα τόσο από τον θάνατό του που για δέκα μέρες μού ήταν αδύνατο να γράψω. Αλλά συνήρθα και συνέχισα το γράψιμο. Διάφοροι αναγνώστες μού είπαν πως είχαν παρόμοια συναισθήματα με τα δικά μου όταν έγραφα. Και είμαι πεπεισμένος πως αν δεν είχα επηρεαστεί τόσο, ούτε ο αναγνώστης θα επηρεαζόταν. Έτσι λοιπόν παίρνω όλους τους χαρακτήρες μου στα σοβαρά – τους κεντρικούς, τους δευτερεύοντες, τους κομπάρσους. Ακόμη κι αν εμφανίζονται μόνο μια φορά, πρέπει να έχουν τη δική τους ζωή. Κάποιοι απουσιάζουν λογοτεχνικά αλλά ταυτόχρονα είναι πολύ, πολύ παρόντες.

Ε: Γιατί βάλατε το θέμα της μουσικής στο Confiteor;
Α: Το βιολί μπήκε από μόνο του στην ιστορία. Δεν είχα προβλέψει ότι το βιολί θα ήταν ένας από τους βασικούς άξονες του μυθιστορήματος, αλλά από τη στιγμή που έφτιαξα τον πατέρα ως έναν χαρακτήρα που τον ενδιαφέρουν οι αντίκες, είχα την ιδέα πως ένα συγκεκριμένο αντικείμενο θα συνόδευε τον Αντριά σε όλη του τη ζωή. Αυτό έγινε το βιολί, το οποίο είναι ένα τόσο σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του πατέρα του και του τραγικού του τέλους.
Το βιολί έχει επίσης και μια συμβολική διάσταση. Έτσι άρχισα να το βλέπω κάπως διαφορετικά. Ο Αντριά ανήκει στη ζωή του βιολιού, γιατί η ζωή του βιολιού έχει πολύ, πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από τη ζωή του Αντριά ή του πατέρα του. Αυτό λοιπόν με τράβηξε στο παρελθόν και ακολούθησα την ιστορία του βιολιού.
Μια και μου πήρε οκτώ χρόνια να γράψω το μυθιστόρημα, είχα χρόνο να το σκεφτώ. Με ενδιέφεραν τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου τού από πού ήταν το ξύλο από το οποίο ήταν κατασκευασμένο το βιολί. Αυτό με πήγε σε όλη την οικογένεια, στα αδέρφια που ζούσαν από την ξυλεία του δάσους. Αυτό ήταν ένα ολόκληρο διαφορετικό σύμπαν. Κι ύστερα χρειάστηκε να το ενσωματώσω στο υπόλοιπο μυθιστόρημα χωρίς να φαίνονται οι ραφές. Σκεφτόμουν: «Βρήκα το δέντρο, ας πάω στον σπόρο.» Ανακαλύπτω πράγματα μέσα από τη διαδικασία της συγγραφής.
Θυμάμαι που περπατούσα κοντά σε ένα μοναστήρι με τη γυναίκα μου και τον αδερφό μου, ο οποίος είναι βιολόγος. Του εξηγούσα πως είχα γράψει για το ξύλο εκείνης της περιοχής και μου είπε ότι οι σπόροι μπορεί να βρίσκονται εν υπνώσει για πολλά, πολλά χρόνια, ακόμη και για αιώνες. Έμεινα άναυδος. Στη διαδικασία της συγγραφής υπάρχουν πάντα τέτοιες στιγμές αποκάλυψης.

Ε: Το μυθιστόρημα είναι πλούσιο σε λεπτομέρειες. Μπορείτε να περιγράψετε τις ερευνητικές διαδικασίες που ακολουθήσατε;
Α: Στην πορεία, για ορισμένα πράγματα συνειδητοποιείς: «Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτό.» Σκέφτεσαι: «Θα φαίνεται γελοίο αυτό;» Οπότε ενόχλησα πάνω από εκατό διαφορετικούς ανθρώπους στη διαδρομή αυτού του βιβλίου. Κι όταν το τελείωσα, το έδωσα σε έξι-εφτά αναγνώστες που εμπιστεύομαι, που είναι πάντα οι ίδιοι, αλλά το έδωσα και σε έναν αδερφό μου που είναι γιατρός και του ζήτησα να το διαβάσει. Με βοήθησε πολύ. Είναι καλό να έχεις μια ομάδα αναγνωστών που εμπιστεύεσαι. Καθώς τα παιδιά μου έχουν μεγαλώσει, μπήκαν κι αυτά στην ομάδα. Όταν βρουν κάτι, θα μου το πουν – ή θα σιωπήσουν για πάντα.
Η έρευνα είναι απαραίτητη. Όμως, πρέπει να προσέχεις να μην πέσεις στην παγίδα της. Πρέπει να σου μένει χρόνος και για το γράψιμο. Για να αποφύγω την παγίδα, απλώς ρίχνομαι στην άβυσσο ενώ ταυτόχρονα γνωρίζω πως αν έχω στα χέρια μου μια πληροφορία για την οποία δεν ξέρω αρκετά, πρέπει να βρω κάποιον να μιλήσω γι’ αυτή.

Ε: Το ζήτημα της αδυναμίας γνώσης εμφανίζεται στο Confiteor. Ο αφηγητής λέει ότι «υπάρχουν τμήματα της ψυχής που δεν πιστεύω ότι γνωρίζεις πραγματικά γιατί σε κάθε περίπτωση είναι αδύνατο να γνωρίζεις κάποιον απόλυτα.»
Α: Ο αναγνώστης διαθέτει πληροφορίες για τους χαρακτήρες που οι ίδιοι οι χαρακτήρες δεν διαθέτουν. Όλοι έχουμε τις κρυφές μας πλευρές. Ακόμη κι εγώ συνειδητοποιώ πράγματα για τους χαρακτήρες μου μόνο μέσα από τη διαδικασία της συγγραφής, όπως προχωράω.
Νομίζω πως αυτό ισχύει και στην πραγματική ζωή – ποτέ δεν γνωρίζουμε κάποιον απόλυτα. Τα μυστικά είναι σημαντικά για να δημιουργηθεί ένα αληθοφανές αφηγηματικό έργο. Οι χαρακτήρες έρχονται στον μυθιστορηματικό κόσμο με τα μυστικά τους, όπως συμβαίνει με όλους μας. Όσο ειλικρινείς και να προσπαθούμε να είμαστε στις σχέσεις μας, ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίσουμε κάποιον απόλυτα. Από αφηγηματική σκοπιά, είναι πολύ σημαντικό και ευχάριστο – θέλεις να υπάρχουν αυτά τα μυστικά. Το μυστικό είναι ουσιώδες μέρος της δημιουργίας του μυθιστορήματος.

Ε: Το βιβλίο καταπιάνεται επίσης με τη μνήμη, και με το ζήτημα της ανάκλησης των αναμνήσεων. Σας συνάρπαζε πάντα αυτό;
Α: Με ενδιαφέρει το πώς η μνήμη και η εξουσία υπεισέρχονται μαζί στο κακό. Είναι εμμονές μου που υπάρχουν σε διάφορα σημεία του βιβλίου, σαν το θέμα της μουσικής. Ξέρω πως εδώ κι εκεί κάποια εμμονή μου θα εμφανιστεί. Δεν ξέρετε πόσα γλιτώνω σε έξοδα για ψυχίατρους με αυτό το γράψιμο!
Το αντίθετο της μνήμης – η ιδέα της λήθης – ήταν η αφετηρία για ένα μυθιστόρημα που τιτλοφορείται L’ombra del eunuch [Η σκιά του ευνούχου]. Τα παιδιά μου γνώρισαν τον πατέρα μου, αλλά όχι τη μητέρα μου, και δεν γνώρισαν κανέναν από τους παππούδες μου. Γνώρισαν μία από τις γιαγιάδες της γυναίκας μου, αλλά όχι τον πατέρα της. Τα παιδιά των παιδιών μου δεν γνώρισαν κανέναν από εκείνη τη γενιά – έτσι είναι η ζωή, συμβαίνει σε όλες τις οικογένειες. Αλλά σκέφτεσαι: «Πώς μπορώ να τους διασώσω από τη λήθη;»

Ε: Ένας από τους χαρακτήρες σας λέει: «Ξέρω πως βγάζω απ’ το μυαλό μου διάφορα. Αλλά και πάλι λέω την αλήθεια.»
Α: Χαίρομαι που το προσέξατε αυτό, καθώς η ουσία του μυθιστοριογράφου είναι να επινοεί ιστορίες και ταυτόχρονα να λέει την αλήθεια. Και ο Αντριά το καταλαβαίνει αυτό πολύ καλά. Ο τρόπος με τον οποίο καταφέρνει να εκφράζει κάποια πράγματα είναι επινοώντας πολλά απ’ αυτά, αλλά μέσα από αυτά τα «ψέματα» θα δεις την αλήθεια. Για μένα αυτή είναι μία από τις ουσιώδεις πλευρές της αφήγησης. Με ενοχλεί όταν ακούω κάποιον μυθιστοριογράφο να λέει πως η δουλειά μας είναι να γράφουμε ψέματα. Οι μυθιστοριογράφοι μιλάνε την αλήθεια.

Ε: Το έργο σας έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Πιστεύετε πως η ανταπόκριση του κοινού διαφέρει ανάλογα με το από ποιο μέρος του κόσμου είναι ο αναγνώστης;

Α: Μεθαύριο πηγαίνω στην Πολωνία και σύντομα στη Βουδαπέστη. Παντού βρίσκεις αναγνώστες που ενδιαφέρονται, παρόλο που η ιστορία διαδραματίζεται εδώ, σ’ αυτή ακριβώς τη γειτονιά. Δεν έχει σημασία ο τόπος όπου διαδραματίζεται αν υπάρχει η πρόθεση να την κάνεις παγκόσμια. Αυτό προσπαθώ να πετύχω.

* Ο μεταφραστής του μυθιστορήματος δηλώνει πως ο συγγραφέας ζήτησε να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος της ελληνικής έκδοσης το λατινικό ρήμα confiteor, που σημαίνει ομολογώ, εξομολογούμαι τις αμαρτίες μου. Όμως ο πρωτότυπος τίτλος είναι στα καταλανικά Jo confesso, στα ισπανικά Yo confiesco και στα αγγλικά μεταφράστηκε ως Confessions. Το μυθιστόρημα θα συζητηθεί στην επόμενη συνάντηση της λέσχης μας, στις 23 Οκτωβρίου 2016.

Ο Ζάουμε Καμπρέ (Jaume Cabre) γεννήθηκε το 1947 στη Βαρκελώνη. Σπούδασε καταλανική φιλολογία. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Λέριδα. Είναι επίσης μέλος του Ινστιτούτου Καταλανικών Σπουδών. Εδώ και χρόνια συνδυάζει επαγγελματικά την εκπαίδευση και τη συγγραφή. Έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια, τηλεοπτικά και κινηματογραφικά σενάρια. Στα ελληνικά, εκτός από το Confiteor [εκδόσεις Πόλις], κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάπυρος το μυθιστόρημα Οι φωνές του Ποταμού Παμάνο.

[Μετάφραση της συνέντευξης από τα αγγλικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
Συνέχεια →

Ετικέτες