Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζάουμε Καμπρέ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζάουμε Καμπρέ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Συνέντευξη του Ζάουμε Καμπρέ για το Confiteor

3 σχόλια
https://www.guernicamag.com/wp-content/uploads/2015/01/JUAME-CABRE-by-Anita-Sethi_550.jpg
Η συνέντευξη του Ζάουμε Καμπρέ δόθηκε στο αγγλόφωνο περιοδικό Guernica και δημοσιεύτηκε στις 15 Ιανουαρίου 2015.

Ε: Η γλώσσα και η ταυτότητα είναι δυο πολύ δυνατά θέματα στο Confiteor*. Από μικρός ο Αντριά έχει «έφεση στις γλώσσες» και θεωρείται ότι μπορεί να μάθει δέκα. Και γράφετε: «Δεν κατοικούμε μια χώρα. κατοικούμε μια γλώσσα.» Πώς σας ήρθε αυτή η ιδέα;
Α: Τα Καταλανικά αντιμετώπισαν διώξεις και απαγορεύσεις, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Φράνκο αλλά και πριν από αυτή, από την άφιξη των Βουρβόνων στην Ισπανία. Για κάποια σαν εσάς που είστε Βρετανίδα πολίτης αυτό μπορεί να φαίνεται παράξενο. Πώς μπορείς να απαγορεύσεις μια γλώσσα; Προκύπτει ότι μπορείς. Στη δικτατορία ήταν παράνομο να μιλάς Καταλανικά. Είναι μια εμπειρία που όλοι οι Καταλανοί είχαμε στον ένα ή τον άλλο βαθμό. Κάποιοι πολύ πιο έντονα από άλλους, αλλά είναι κάτι που όλοι μοιραστήκαμε.
Όταν διαβάζεις αυτό που λέει ο Τζορτζ Στάινερ για τη γλώσσα – ότι η γλώσσα καταλαμβάνει ένα σύμπαν – βλέπεις πόσο φοβερή παγκόσμια καταστροφή είναι ο θάνατος μιας γλώσσας. Κάθε χρόνο, σ’ αυτόν τον κόσμο, αρκετές γλώσσας πραγματικά πεθαίνουν. Υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες γλώσσες που έχουν εξασφαλισμένη την επιβίωσή τους για πολλά χρόνια, όπως τα Αγγλικά, αλλά υπάρχουν άλλες των οποίων η επιβίωση δεν είναι και τόσο βέβαιη, όπως τα Καταλανικά, ιδιαίτερα αν δεν έχουν ένα κράτος να τις προστατεύει. Τα Καταλανικά μιλιούνται στην Καταλονία, στη Βαλένθια, στις Βαλεαρίδες Νήσους και στην Ανδόρα. Περίπου δέκα εκατομμύρια τα καταλαβαίνουν και οκτώμιση εκατομμύρια τα μιλάνε. Αλλά το μέλλον τους είναι λιγότερο βέβαιο από, λόγου χάρη, τα Δανέζικα, τα Σλοβάκικα ή τα Λετονικά, επειδή αυτά έχουν κράτος.

Ε: Το μυθιστόρημα διερευνά τη σύγκρουση του ατόμου με την κοινωνία και το προσωπικό συνυφαίνεται δεξιοτεχνικά με το πολιτικό και το φιλοσοφικό.
Α: Με ενδιαφέρει η Ιστορία των ιδεών. Δημιουργώ ένα παράδοξο μέσα στο μυθιστόρημα: από τη μια μεριά βλέπεις τη δύναμη της Ευρωπαϊκής κουλτούρας και την ίδια στιγμή την Ευρωπαϊκή βαναυσότητα. Για μένα είναι ένα παράδοξο στο οποίο δεν μπορεί να δοθεί λύση. Αυτό με κρατούσε να συνεχίζω να γράφω το μυθιστόρημα.
Προσπαθώ να πετύχω να φτιάχνω τους χαρακτήρες μου να μοιάζουν αληθινοί άνθρωποι ώστε ο αναγνώστης να τους βιώνει σαν τέτοιους – είναι κάτι που το παλεύω σ’ όλη μου τη ζωή. Δεν θα μπορούσα να είχα γράψει αυτό το μυθιστόρημα στα 20 ή στα 30 μου για τεχνικούς λόγους – δεν κατείχα την τεχνική τότε – αλλά πάνω απ’ όλα γιατί δεν είχα τις εμπειρίες ζωής που έχω τώρα στα 67 μου.
Πάντα διαβάζω, και μαθαίνεις πολλά διαβάζοντας. Όταν ήμουν 25, διάβαζα πολύ αλλά δεν είχα πολύ διάβασμα πίσω μου.

Ε: Ποιοι συγγραφείς σάς επηρέασαν;
Α: Διαβάζω πολλή ποίηση. Κάθε είδος ποίησης, αλλά κυρίως Καταλανική, γιατί πιστεύω πως η ποίηση είναι η ουσία της γλώσσας. Η κλασική ποίηση, είτε μεσαιωνική είτε σύγχρονη, μου δίνει τη στιλιστική ενέργεια που με ενδιαφέρει.
Διαβάζω κάθε είδος λογοτεχνίας, μυθιστορήματα σε μετάφραση ή όχι. Σέξπιρ, Τολστόι, Τόμας Μαν, Προυστ, Τζέιμς Τζόις – αυτοί είναι οι βασικοί συγγραφείς για μένα. Διαβάζω επίσης Καταλανούς πεζογράφους, αλλά είμαι παμφάγος όσον αφορά το διάβασμα Ρωσικής και Γερμανικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα. Μου αρέσει να επηρεάζομαι, είμαι ανοιχτός σε επιδράσεις.

Ε: Θέλατε ανέκαθεν να γίνετε συγγραφέας;
Α: Το σπίτι των γονιών μου είχε πολλά βιβλία. Ήμασταν πέντε αδέρφια και όλοι διαβάζαμε. Έτσι όταν έφυγα από το σπίτι, είχα ήδη διαβάσει πολλά βιβλία και ήθελα να διαβάσω περισσότερα. Τότε άρχισε η επιθυμία μου να γράψω. Αλλά δεν ήταν κάποια θεία επιφοίτηση με Χερουβείμ και Σεραφείμ από ψηλά. Όχι για μένα, τουλάχιστον.
Αφού ήμασταν πέντε αδέρφια κι εγώ ήμουν ο τέταρτος, καθώς μεγάλωναν και έφευγαν έπαιρνα ή καταλάμβανα τα δωμάτιά τους. Θυμάμαι πως, στο τελευταίο δωμάτιο που κατέλαβα, έγραψα ότι πραγματικά απολάμβανα το διάβασμα κι ότι τώρα ήθελα να δω αν μπορούσα να δημιουργήσω έναν χαρακτήρα και να τον κάνω να κινείται. Θυμάμαι πως η ιστορία ήταν πολύ μικρή – για ένα αγόρι στην ηλικία μου που πήγε με το ποδήλατό του στην κρήνη, ήπιε και γύρισε. Συναρπαστική πλοκή! Τη διάβασα και είπα: «Κοίτα, τον έκανα να κινείται.» Αλλά μετά σκέφτηκα: «Ποιος είναι, από πού έρχεται, πού πηγαίνει;»
Κάτι άλλο που άρχισα να κάνω εκείνη την εποχή περίπου, όταν ερωτεύτηκα το μυθιστόρημα – θύμωνα όταν ένα βιβλίο τέλειωνε κι έτσι έγραφα τη συνέχεια του μυθιστορήματος που διάβαζα. Κι αυτό είχε ένα πλεονέκτημα. Το μυθιστόρημα είχε ένα ύφος που μιμούμουν. Για αρκετές μέρες συνέχιζα την ιστορία και την άλλαζα – για παράδειγμα, ξαναζωντάνευα χαρακτήρες.

Ε: Περιγράφετε ότι θέλατε να κάνετε έναν χαρακτήρα να «κινείται». Οι χαρακτήρες σας κινούνται γεωγραφικά, αλλά "κινούν" και τα συναισθήματα των αναγνωστών.
Α: Σε ένα παλαιότερο μυθιστόρημά μου, στη Señoría, ένας σημαντικός χαρακτήρας πεθαίνει στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος. Διαδραματίζεται στη Βαρκελώνη στα τέλη του 18ου αιώνα και ο ήρωας πεθαίνει υπό σκοτεινές συνθήκες. Σκεφτόμουν ότι ίσως κάποιος θα ερχόταν να τον σώσει αλλά κανείς δεν ήρθε. Επηρεάστηκα τόσο από τον θάνατό του που για δέκα μέρες μού ήταν αδύνατο να γράψω. Αλλά συνήρθα και συνέχισα το γράψιμο. Διάφοροι αναγνώστες μού είπαν πως είχαν παρόμοια συναισθήματα με τα δικά μου όταν έγραφα. Και είμαι πεπεισμένος πως αν δεν είχα επηρεαστεί τόσο, ούτε ο αναγνώστης θα επηρεαζόταν. Έτσι λοιπόν παίρνω όλους τους χαρακτήρες μου στα σοβαρά – τους κεντρικούς, τους δευτερεύοντες, τους κομπάρσους. Ακόμη κι αν εμφανίζονται μόνο μια φορά, πρέπει να έχουν τη δική τους ζωή. Κάποιοι απουσιάζουν λογοτεχνικά αλλά ταυτόχρονα είναι πολύ, πολύ παρόντες.

Ε: Γιατί βάλατε το θέμα της μουσικής στο Confiteor;
Α: Το βιολί μπήκε από μόνο του στην ιστορία. Δεν είχα προβλέψει ότι το βιολί θα ήταν ένας από τους βασικούς άξονες του μυθιστορήματος, αλλά από τη στιγμή που έφτιαξα τον πατέρα ως έναν χαρακτήρα που τον ενδιαφέρουν οι αντίκες, είχα την ιδέα πως ένα συγκεκριμένο αντικείμενο θα συνόδευε τον Αντριά σε όλη του τη ζωή. Αυτό έγινε το βιολί, το οποίο είναι ένα τόσο σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του πατέρα του και του τραγικού του τέλους.
Το βιολί έχει επίσης και μια συμβολική διάσταση. Έτσι άρχισα να το βλέπω κάπως διαφορετικά. Ο Αντριά ανήκει στη ζωή του βιολιού, γιατί η ζωή του βιολιού έχει πολύ, πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από τη ζωή του Αντριά ή του πατέρα του. Αυτό λοιπόν με τράβηξε στο παρελθόν και ακολούθησα την ιστορία του βιολιού.
Μια και μου πήρε οκτώ χρόνια να γράψω το μυθιστόρημα, είχα χρόνο να το σκεφτώ. Με ενδιέφεραν τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου τού από πού ήταν το ξύλο από το οποίο ήταν κατασκευασμένο το βιολί. Αυτό με πήγε σε όλη την οικογένεια, στα αδέρφια που ζούσαν από την ξυλεία του δάσους. Αυτό ήταν ένα ολόκληρο διαφορετικό σύμπαν. Κι ύστερα χρειάστηκε να το ενσωματώσω στο υπόλοιπο μυθιστόρημα χωρίς να φαίνονται οι ραφές. Σκεφτόμουν: «Βρήκα το δέντρο, ας πάω στον σπόρο.» Ανακαλύπτω πράγματα μέσα από τη διαδικασία της συγγραφής.
Θυμάμαι που περπατούσα κοντά σε ένα μοναστήρι με τη γυναίκα μου και τον αδερφό μου, ο οποίος είναι βιολόγος. Του εξηγούσα πως είχα γράψει για το ξύλο εκείνης της περιοχής και μου είπε ότι οι σπόροι μπορεί να βρίσκονται εν υπνώσει για πολλά, πολλά χρόνια, ακόμη και για αιώνες. Έμεινα άναυδος. Στη διαδικασία της συγγραφής υπάρχουν πάντα τέτοιες στιγμές αποκάλυψης.

Ε: Το μυθιστόρημα είναι πλούσιο σε λεπτομέρειες. Μπορείτε να περιγράψετε τις ερευνητικές διαδικασίες που ακολουθήσατε;
Α: Στην πορεία, για ορισμένα πράγματα συνειδητοποιείς: «Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτό.» Σκέφτεσαι: «Θα φαίνεται γελοίο αυτό;» Οπότε ενόχλησα πάνω από εκατό διαφορετικούς ανθρώπους στη διαδρομή αυτού του βιβλίου. Κι όταν το τελείωσα, το έδωσα σε έξι-εφτά αναγνώστες που εμπιστεύομαι, που είναι πάντα οι ίδιοι, αλλά το έδωσα και σε έναν αδερφό μου που είναι γιατρός και του ζήτησα να το διαβάσει. Με βοήθησε πολύ. Είναι καλό να έχεις μια ομάδα αναγνωστών που εμπιστεύεσαι. Καθώς τα παιδιά μου έχουν μεγαλώσει, μπήκαν κι αυτά στην ομάδα. Όταν βρουν κάτι, θα μου το πουν – ή θα σιωπήσουν για πάντα.
Η έρευνα είναι απαραίτητη. Όμως, πρέπει να προσέχεις να μην πέσεις στην παγίδα της. Πρέπει να σου μένει χρόνος και για το γράψιμο. Για να αποφύγω την παγίδα, απλώς ρίχνομαι στην άβυσσο ενώ ταυτόχρονα γνωρίζω πως αν έχω στα χέρια μου μια πληροφορία για την οποία δεν ξέρω αρκετά, πρέπει να βρω κάποιον να μιλήσω γι’ αυτή.

Ε: Το ζήτημα της αδυναμίας γνώσης εμφανίζεται στο Confiteor. Ο αφηγητής λέει ότι «υπάρχουν τμήματα της ψυχής που δεν πιστεύω ότι γνωρίζεις πραγματικά γιατί σε κάθε περίπτωση είναι αδύνατο να γνωρίζεις κάποιον απόλυτα.»
Α: Ο αναγνώστης διαθέτει πληροφορίες για τους χαρακτήρες που οι ίδιοι οι χαρακτήρες δεν διαθέτουν. Όλοι έχουμε τις κρυφές μας πλευρές. Ακόμη κι εγώ συνειδητοποιώ πράγματα για τους χαρακτήρες μου μόνο μέσα από τη διαδικασία της συγγραφής, όπως προχωράω.
Νομίζω πως αυτό ισχύει και στην πραγματική ζωή – ποτέ δεν γνωρίζουμε κάποιον απόλυτα. Τα μυστικά είναι σημαντικά για να δημιουργηθεί ένα αληθοφανές αφηγηματικό έργο. Οι χαρακτήρες έρχονται στον μυθιστορηματικό κόσμο με τα μυστικά τους, όπως συμβαίνει με όλους μας. Όσο ειλικρινείς και να προσπαθούμε να είμαστε στις σχέσεις μας, ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίσουμε κάποιον απόλυτα. Από αφηγηματική σκοπιά, είναι πολύ σημαντικό και ευχάριστο – θέλεις να υπάρχουν αυτά τα μυστικά. Το μυστικό είναι ουσιώδες μέρος της δημιουργίας του μυθιστορήματος.

Ε: Το βιβλίο καταπιάνεται επίσης με τη μνήμη, και με το ζήτημα της ανάκλησης των αναμνήσεων. Σας συνάρπαζε πάντα αυτό;
Α: Με ενδιαφέρει το πώς η μνήμη και η εξουσία υπεισέρχονται μαζί στο κακό. Είναι εμμονές μου που υπάρχουν σε διάφορα σημεία του βιβλίου, σαν το θέμα της μουσικής. Ξέρω πως εδώ κι εκεί κάποια εμμονή μου θα εμφανιστεί. Δεν ξέρετε πόσα γλιτώνω σε έξοδα για ψυχίατρους με αυτό το γράψιμο!
Το αντίθετο της μνήμης – η ιδέα της λήθης – ήταν η αφετηρία για ένα μυθιστόρημα που τιτλοφορείται L’ombra del eunuch [Η σκιά του ευνούχου]. Τα παιδιά μου γνώρισαν τον πατέρα μου, αλλά όχι τη μητέρα μου, και δεν γνώρισαν κανέναν από τους παππούδες μου. Γνώρισαν μία από τις γιαγιάδες της γυναίκας μου, αλλά όχι τον πατέρα της. Τα παιδιά των παιδιών μου δεν γνώρισαν κανέναν από εκείνη τη γενιά – έτσι είναι η ζωή, συμβαίνει σε όλες τις οικογένειες. Αλλά σκέφτεσαι: «Πώς μπορώ να τους διασώσω από τη λήθη;»

Ε: Ένας από τους χαρακτήρες σας λέει: «Ξέρω πως βγάζω απ’ το μυαλό μου διάφορα. Αλλά και πάλι λέω την αλήθεια.»
Α: Χαίρομαι που το προσέξατε αυτό, καθώς η ουσία του μυθιστοριογράφου είναι να επινοεί ιστορίες και ταυτόχρονα να λέει την αλήθεια. Και ο Αντριά το καταλαβαίνει αυτό πολύ καλά. Ο τρόπος με τον οποίο καταφέρνει να εκφράζει κάποια πράγματα είναι επινοώντας πολλά απ’ αυτά, αλλά μέσα από αυτά τα «ψέματα» θα δεις την αλήθεια. Για μένα αυτή είναι μία από τις ουσιώδεις πλευρές της αφήγησης. Με ενοχλεί όταν ακούω κάποιον μυθιστοριογράφο να λέει πως η δουλειά μας είναι να γράφουμε ψέματα. Οι μυθιστοριογράφοι μιλάνε την αλήθεια.

Ε: Το έργο σας έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Πιστεύετε πως η ανταπόκριση του κοινού διαφέρει ανάλογα με το από ποιο μέρος του κόσμου είναι ο αναγνώστης;

Α: Μεθαύριο πηγαίνω στην Πολωνία και σύντομα στη Βουδαπέστη. Παντού βρίσκεις αναγνώστες που ενδιαφέρονται, παρόλο που η ιστορία διαδραματίζεται εδώ, σ’ αυτή ακριβώς τη γειτονιά. Δεν έχει σημασία ο τόπος όπου διαδραματίζεται αν υπάρχει η πρόθεση να την κάνεις παγκόσμια. Αυτό προσπαθώ να πετύχω.

* Ο μεταφραστής του μυθιστορήματος δηλώνει πως ο συγγραφέας ζήτησε να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος της ελληνικής έκδοσης το λατινικό ρήμα confiteor, που σημαίνει ομολογώ, εξομολογούμαι τις αμαρτίες μου. Όμως ο πρωτότυπος τίτλος είναι στα καταλανικά Jo confesso, στα ισπανικά Yo confiesco και στα αγγλικά μεταφράστηκε ως Confessions. Το μυθιστόρημα θα συζητηθεί στην επόμενη συνάντηση της λέσχης μας, στις 23 Οκτωβρίου 2016.

Ο Ζάουμε Καμπρέ (Jaume Cabre) γεννήθηκε το 1947 στη Βαρκελώνη. Σπούδασε καταλανική φιλολογία. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Λέριδα. Είναι επίσης μέλος του Ινστιτούτου Καταλανικών Σπουδών. Εδώ και χρόνια συνδυάζει επαγγελματικά την εκπαίδευση και τη συγγραφή. Έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια, τηλεοπτικά και κινηματογραφικά σενάρια. Στα ελληνικά, εκτός από το Confiteor [εκδόσεις Πόλις], κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάπυρος το μυθιστόρημα Οι φωνές του Ποταμού Παμάνο.

[Μετάφραση της συνέντευξης από τα αγγλικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
Συνέχεια →

Ετικέτες