Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

"Ξενοδοχείο Lutetia" Βιβλίο του Pierre Assoulin

0 σχόλια
"Ξενοδοχείο Lutetia" Βιβλίο του Pierre Assoulin (Εκδ.Πόλις,σελ.434)

Μια πρώτη γνωριμία με το βιβλίο

Το βιβλίο αυτό του Pierre Assoulin, γνώρισε τεράστια επιτυχία στην Γαλλία και στην Ευρώπη. Στη χώρα του, το 1995, πήρε το βραβείο Prix de Maisons de la Presse. Από τα προηγούμενα τρία μυθιστορήματά του, το Double vie εξασφάλισε και το Βραβείο των Βιβλιοπωλών.  Το μυθιστόρημα στη βάση του ιστορικό και λεπτομερώς τεκμηριωμένο, διαδραματίζεται σε ένα αληθινό παλάτι της αριστερής όχθης του Σηκουάνα, στο περίφημο ξενοδοχείο Lutetia,  το πρώτο ξενοδοχείο τεχνοτροπίας art-deco, χτισμένο το 1910, από τους ιδιοκτήτες του πολυκαταστήματος Bon Marche γιά να διευκολύνονται οι πελάτες του, αλλά καθιερώθηκε από την αρχή ως ένα από τα ξενοδοχεία σύμβολα της πόλης και καλύπτει γεγονότα που συνέβησαν ανάμεσα στο 1938 και το 1945. Ο συγγραφέας ο Πιέρ Ασουλίν μάζευε το υλικό του από την δεκαετία ακόμη του 1971. Πρόκειται για ένα αληθινό μυθιστόρημα που δίνει μεγάλες ελευθερίες στον συγγραφέα του να αναφερθεί όχι μόνον τα αληθινά περιστατικά αλλά να επινοήσει καταστάσεις, να αναπτύξει δράματα και να φανταστεί τη ζωή μέσα στο μεγαλοπρεπές ξενοδοχείο.Το ξενοδοχείο Lutetia, ήταν και παραμένει έως σήμερα, ένα από τα πολυτελέστερα ξενοδοχεία του Παρισιού. Στα περίπου 250 δωμάτιά του έχουν μείνει τόσο σημαντικοί άνθρωποι που ζαλίζεσαι από την παρέλαση ονομάτων και μόνο.  

Ο Ασουλίν αναδεικνύει το ξενοδοχείο Lutetia ως πρωταγωνιστή του ομώνυμου βιβλίου του. Ουσιαστικά αποτελεί την αυτοβιογραφία του ξενοδοχείου, όπως ήδη αναφέραμε και συγκεκριμένα για την περίοδο 1938 έως το 1945. Η αυτοβιογραφία αυτή (ενός ξενοδοχείου), παίρνει ζωή και πλοκή, διαμέσου της προσωπικής αφήγησης του ήρωά του Κιφέρ, ο οποίος, σε πρώτο πρόσωπο, περιγράφει όλα τα συμβαίνοντα γύρω από αυτόν και μέσα σ' αυτό, διότι από την αρχή έως το τέλος της αφήγησης ουσιαστικά παραμένει εσώκλειστος στο Ξενοδοχείο. Αν θέλετε, αυτό είναι το "εύρημα" του συγγραφέα: αυτοβιογραφία του ξενοδοχείου Lutetia από το 1938 - 45 διαμέσου του εσώκλειστου Κιφέρ!.
 
Ο Κιφέρ, ως πρώην αστυνομικός, αναλαμβάνει από την πρώτη στιγμή, την διεύθυνση της ασφάλειας του ξενοδοχείου. Είναι εγκατεστημένος σε ένα μικρό χώρο κοντά στην είσοδο και το κεντρικό σαλόνι,μπορεί να ελέγχει ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει και από επαγγελματική διαστροφή (και όχι μόνο),κρατά καρτέλες, σημειώσεις (αρχεία) για τον κάθε πελάτη. Αυτό βέβαια αλλάζει κάπως στην περίοδο της κατοχής και μετά, αλλά με τον έναν ή άλλο τρόπο, η διαστροφή του αυτή παραμένει ενεργή. Η αφήγησή του είναι στεγνή, ελλειμματική, απουσιάζει το συναίσθημα, το πάθος. μοιάζει περισσότερο με ιστορική αναφορά γεγονότων. Ο ίδιος άλλωστε σαν χαρακτήρας είναι κλειστός και μελαγχολικός, στιγματισμένος από την εγκατάλειψη της μητέρας του στα παιδικά του χρόνια.

Δομή του βιβλίου

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις περιόδους - κεφάλαια:
  • Την προπολεμική περίοδο (Ο κόσμος πριν - 158 σελίδες), από το 1938 έως πριν τον πόλεμο (1940) και την Γερμανική κατοχή. Η αφήγηση εδώ αν και σχετικά χαλαρή, γίνεται μετά την ανάγνωση των πρώτων 50 - 60 σελίδων αρκετά κουραστική και πολλές φορές ανούσια, από την συχνή αναφορά πολλών ονομάτων των διάσημων και μη θαμώνων που επισκέπτονται και μένουν στο Ξενοδοχείο. Ανάμεσα τους βρίσκονται πολλά γνωστά ονόματα όπως οι Τόμας Μαν, Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί, Ντε Γκωλ, Βίλι Μπραντ, Τζέιμς Τζόυς (για τον οποίο αφιερώνονται 8 σελίδες) και πολλοί άλλοι που μας δίνονται μέσα από τις καθημερινές, ανθρώπινές τους στιγμές.
  • Την περίοδο του πολέμου και της Γερμανικής κατοχής 1940 - 44 (Στο μεταξύ- σελ.161 έως 290, 129 σελίδες) όπου το Lutetia μετατρέπεται σε έδρα της Γερμανικής αντικατασκοπείας αφού το ξενοδοχείο επιτάσσεται από τους Γερμανούς και εκεί εγκαθίσταται η γερμανική αντικατασκοπία..Ο Κιφέρ, καθώς και μεγάλο μέρος του προσωπικού, παραμένει. Ενώ η διγλωσσία του (γεννημένος στην γερμανόγλωσση Αλσατία), τον κάνει ιδιαίτερα χρήσιμο ως διερμηνέα του κατακτητή, προσπαθεί να ισορροπήσει σ' ένα τεντωμένο σχοινί, καθώς και η Αντίσταση ζητά τη βοήθειά του. "Μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος χωρίς να χάσει την αξιοπρέπειά του; Αυτό το ερώτημα αντηχούσε διαρκώς στ' αυτιά μου, τώρα περισσότερο παρά ποτέ". Πλήθος τα ονόματα, τα περιστατικά, η Αντίσταση αλλά και οι συνεργάτες των Γερμανών καθώς βεβαίως και οι μαυραγορίτες. Πολλές ημερομηνίες και τα περιστατικά που αναφέρονται εδώ, χρωματίζουν την περίοδο 1940-44. Ο Κιφέρ στην προσπάθειά να επιζήσει προσπαθεί να ισορροπήσει σε ένα τεντωμένο σχοινί. Για τον αναγνώστη το κεφάλαιο αυτό είναι όντως, κυρίως από ιστορική άποψη, αρκετά σημαντικό.
  • Και τέλος την περίοδο της απελευθέρωσης (Η ζωή μετά - 293 έως 415, 122 σελίδες) – το σημαντικότερο και συγκλονιστικότερο κομμάτι του μυθιστορήματος, κατά την άποψή μου,όπου το ξενοδοχείο μετατρέπεται σε κέντρο υποδοχής των επιζησάντων και των προσφύγων, οι οποίοι επιστρέφουν από τα στρατόπεδα κατοχής (Άουσβιτς,Μπούχενβαλντ κλπ). Ο Κιφέρ εδώ μαζί με πλήθος εθελοντών υποδέχονται τα ανθρώπινα ερείπια που γυρίζουν από τη φρίκη, ενώ έξω από το ξενοδοχείο μαζεύεται το πλήθος που περιμένει ν' αναγνωρίσει κάποιο δικό του ή, κρατώντας φωτογραφίες στα χέρια να ρωτήσει για την τύχη του (πόσο γνώριμη, αλήθεια, αυτή η εικόνα για μας εδώ που ακόμα τη ζούμε...). Άπειρες μικρές ιστορίες καταγράφονται, προσωπικά δράματα που δεν έχουν τελειωμό, σκελετωμένοι άνθρωποι που προσπαθούν να ξανασταθούν στα πόδια τους, να ξεχάσουν, να ξαναρχίσουν τη ζωή τους. Ανάμεσά τους και η Ν., -ο ανομολόγητος έρωτας του Κιφέρ- που θα χαρίσει ένα τελευταίο, αδύναμο χαμόγελο στον πάντα μελαγχολικό Κιφέρ, καθώς φεύγει με την οικογένειά της.

Επίλογος

Το βιβλίο αυτό αν και χαρακτηρίζεται μυθιστόρημα περισσότερο μοιάζει με ιστορικό χρονικογράφημα. Αν αποτολμούσα να βαθμολογήσω τα 3 κεφάλαια του βιβλίου, θα έδεινα τους βαθμούς 2-4-4 ή 2-3-5 (με σύνολο το 10) για τα 3 κεφάλαια του βιβλίου. Το 1ο κεφάλαιο, μπορεί κανείς να το ξεπετάξει στα γρήγορα, ακόμα και να το παραλείψει, ενώ τα βασικότερα είναι το 2ο και κυρίως το 3ο, που καθηλώνει τον αναγνώστη. Τελικά σαν ιστορικό μυθιστόρημα το βιβλίο αυτό παρέχει στον αναγνώστη πολλές πληροφορίες για την κατοχική και μετακατοχική ιστορία των Γάλλων και όχι μόνο, παρόλα αυτά δεν μπορώ να πω πως άξιζε τον κόπο (και τα... πολλά 20,00 €).

Σχετικά με τον συγγραφέα

Ο Πιερ Ασουλίν γεννήθηκε  στην Καζαμπλάνκα το 1953 και ζει στο Παρίσι από 13 χρονών, ενώ από τα 18 του εργάζεται ως δημοσιογράφος. Διδάσκει μάλιστα δημοσιογραφία στη σχολή Πολιτικών Επιστημών και διατηρεί ένα από τα πιο παρεμβατικά blogs (Η δημοκρατία των βιβλίων) στο διαδικτυακό τόπο της εφημερίδας Le Monde. Άρχισε να γράφει μυθοπλασία το 1998 αφού προηγήθηκαν 15 βιβλία ντοκουμέντων, οι βιογραφίες του συγγραφέα Σιμενόν, του Καρτιέ Μπρεσόν, του Ερζέ, του Γκαλιμάρ. Είναι ένα προοδευτικό πνεύμα, πολέμιος του Σαρκοζί και θέτει διαρκώς ηθικά και υπαρξιακά ερωτήματα. «Μέχρι πού μπορεί να φτάσει κανείς χωρίς να προδώσει την συνείδησή του;» είναι ένα από τα βασικά ερωτήματα που επιθυμεί να απαντήσει γράφοντας αυτό το μυθιστόρημα. Ο Πιέρ Ασουλίν πιστεύει ότι τελικά η λογοτεχνία σε αντιδιαστολή με την ιστορική ή πολιτικοκοικωνική ανάλυση «μόνον αυτή και όχι τα ντοκουμέντα μπορεί να αποδώσει τον παραλογισμό των καταστάσεων και των ανθρώπων, μας δείχνει αυτά που αισθανόμαστε αλλά δεν βλέπουμε, μας διδάσκει ότι είμαστε διαφορετικοί», τονίζει σε συνέντευξη του στην Μικέλα Χαρτουλάρη, στα ΝΕΑ. Για να συμπληρώσει: «Είναι η προέκταση της ελευθερίας». 
 
Υ.Γ. Παραθέτω το παρακάτω ποίημα που κάποιος άγνωστος άφησε στη θυρίδα του Κιφέρ (γνωστό και σαν ποίημα του Μπρέχτ που στην πραγματικότητα ήταν ποίημα που Ο Μάρτιν Νίμελερ, ο Γερμανός λουθηρανός πάστορας, έγραψε το 1937), γιατί είναι σήμερα στην εποχή που ζούμε στην πατρίδα μας περισσότερο επίκαιρο παρά ποτέ:
Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές,
δεν είπα τίποτα, δεν ήμουν κομμουνιστής.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους συνδικαλιστές,
δεν είπα τίποτα, δεν ήμουν συνδικαλιστής.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους,
δεν είπα τίποτα, δεν ήμουν Εβραίος.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους καθολικούς,
δεν είπα τίποτα, δεν ήμουν καθολικός.
Μετά ήρθαν να πάρουν εμένα,
και δεν απέμεινε πια κανείς για να πει οτιδήποτε.


------------------------------------------------------

(Πρώτη δημοσίευση: apopseis-eponyma.blogspot.gr)

Συνέχεια →
Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

England, England - Τζούλιαν Μπαρνς

2 σχόλια
Αυτή ήταν μια εποχή ιλιγγιώδους παρακμής για την (Χ). Η οικονομία, βασισμένη καθώς ήταν στον τουρισμό, κατέρρευσε. Οι κερδοσκόποι κατέστρεψαν το νόμισμα... ενώ τα καλύτερα ακίνητα της χώρας πουλήθηκαν ως δεύτερες οικίες σε κατοίκους της (...) Ευρώπης.
...
Ύστερα από διάφορες απόπειρες διάσωσης, η Ευρώπη αρνήθηκε να ρίξει λεφτά που σίγουρα θα τα 'χανε. Κάποιοι θεώρησαν συνωμοσία τη στάση της Ευρώπης απέναντι σ' ένα έθνος που κάποτε... Φημολογούνταν ότι... πολλοί υψηλά ιστάμενοι θεωρούσαν την (Χ) λιγότερο κατάλληλη για επείγουσα χρηματοδότηση και περισσότερο οικονομικό και ηθικό δίδαγμα: έπρεπε να σκιαγραφηθεί ως ένα έκλυτο έθνος και να αφεθεί στην ελεύθερη πτώση του ως πειθαρχικό παράδειγμα για τις άλλες (...) χώρες.
...
Η φυσική πολιτική αντίδραση στην κρίση αυτή ήταν η εκλογή μιας Κυβέρνησης Ανανέωσης... Πρώτο της βήμα ήταν να επαναφέρει την παλιά (...) ως κεντρική νομισματική μονάδα καθώς το (...) ευρώ είχε πάψει να είναι ανταλλάξιμο.

Το παραπάνω απόσπασμα θα μπορούσε κάλλιστα να αναφέρεται στην ελληνική κρίση. Κι όμως τα "προφητικά" αυτά λόγια μιλούν - γραμμένα το 1998 - για μια μελλοντική Αγγλία του 21ου αιώνα.

Τον Τζούλιαν Μπαρνς (Julian Barnes) τον πρωτογνώρισα με τον Παπαγάλο του Φλωμπέρ, όπου μέσω του αφηγητή του, συνταξιούχου γιατρού Τζέφρι Μπρεϊθγουέιτ, προσπαθεί να προσεγγίσει τη ζωή του Γάλλου κλασικού, αναδεικνύοντας τα όρια που εμπεριέχει η απόπειρα να γνωρίσουμε μια ιστορική προσωπικότητα της λογοτεχνίας μέσα από τα πραγματικά ίχνη που έχει αφήσει πίσω. Πρόσφατα διάβασα επίσης το τελευταίο μυθιστόρημά του, Ένα κάποιο τέλος (Βραβείο Μπούκερ 2011), που πάλι καταπιάνεται με τους περιορισμούς της μνήμης και την υποκειμενικότητα στην ανάπλαση της ζωής ενός ανθρώπου.

Το England, England (εκδόσεις Μεταίχμιο) είναι ένα μυθιστόρημα αρκετά διαφορετικό από τα δύο προαναφερθέντα. Εδώ ο Μπαρνς ασχολείται με τη συλλογική ιστορική μνήμη και την ουσία της ταυτότητας ενός λαού, του αγγλικού εν προκειμένω. Δουλεύοντας με μια υπόθεση εργασίας, τη φανταστική δημιουργία ενός τεράστιου θεματικού πάρκου με την Ιστορία της Αγγλίας σε μικρογραφία, αποπειράται να διαχωρίσει το είναι από το φαίνεσθαι, το αληθινό από την αναπαράστασή του, το φυσικό από το ανθρώπινο.

Το μυθιστόρημα ξεκινά με την παιδική ηλικία της Μάρθα Κοχρέιν στην αγγλική επαρχία, όπου μεγαλώνει με τη μητέρα της, εγκαταλειμμένη από έναν πατέρα που φεύγοντας πήρε μαζί του ένα κομμάτι του παζλ της ζωής της. "Ποια είναι η πρώτη σου ανάμνηση;" αρχίζει το βιβλίο. "Δεν θυμάμαι," απαντά η Μάρθα στην υποθετική ερώτηση και ο Μπαρνς προχωρά την τριτοπρόσωπη αφήγησή του θέτοντας ένα ζήτημα που επανειλημμένα τον απασχολεί: τον τρόπο που διαμορφώνεται η μνήμη μας, όχι μόνο από τις πραγματικές προσωπικές μας αναμνήσεις, αλλά και επικαλυπτόμενη από αφηγήσεις άλλων, ακόμη και από παρανοήσεις.

Ως ενήλικη πια, η Μάρθα προσλαμβάνεται από τον μεγιστάνα Τζακ Πίτμαν στη θέση της Επαγγελματία Κυνικού στο μεγαλόπνοο και μεγαλομανές του σχέδιο της μεταφοράς μιας μικρογραφίας της Αγγλίας (στην ιστορική της διάσταση) στη νήσο Γουάιτ, λίγο έξω από τις νότιες ακτές της χώρας. Το θεματικό αυτό πάρκο για τουρίστες πολυτελείας - έργο ζωής για τον Πίτμαν - θα λειτουργήσει ως καταλύτης στην ιστορική εξέλιξη της ίδιας της Αγγλίας, σε έναν κόσμο όπου η αναπαράσταση κλέβει την παράσταση από την πραγματικότητα. "Έχει σημασία να κατανοήσουμε ότι στον σημερινό κόσμο προτιμάμε τη ρεπλίκα από το αυθεντικό..." λέει ένας από τους συμβούλους του Πίτμαν. "Κάποτε υπήρχε μόνο ο κόσμος ο άμεσα βιωμένος. Τώρα υπάρχει η αναπαράσταση του κόσμου. Δεν είναι υποκατάστατο του απλού και πρωτόγονου κόσμου, αλλά επαύξηση και εμπλουτισμός, η ειρωνική και συνοψισμένη θεώρηση αυτού του κόσμου. Αυτό ζούμε σήμερα." Ο Μπαρνς θα τραβήξει αυτή τη μεταφορά στα άκρα της, καταδεικνύοντας το πού μπορεί να φτάσει ένας κόσμος που έχει απολέσει την ψυχή και την ουσία του. Αργά ή γρήγορα, η φύση και η ζωή θα απαιτήσουν να πάρουν πίσω αυτό που τους ανήκει.

Διαβάζοντας για την τελετή έναρξης των φετινών Ολυμπιακών Αγώνων - για δικούς μου λόγους αρνήθηκα να την παρακολουθήσω - ένιωσα ότι εν είδει κακόγουστου αστείου κάποιος είχε αντιγράψει (ο σκηνοθέτης Ντάνι Μπόιλ;) την ιδέα του Μπαρνς μεταφέροντάς την στον χώρο του Ολυμπιακού Σταδίου του Λονδίνου. Η προφητική σύλληψη του Μπαρνς είναι συγκλονιστικά επίκαιρη (και για τον λόγο που ανέφερα στην αρχή). Δοσμένο με καυστικό χιούμορ, παρά κάποια πρόσκαιρη χαλάρωση του ενδιαφέροντος όταν περιγράφει την υλοποιημένη ιδέα (πώς να περιγράψεις το κιτς ώστε να κρατάει τον αναγνώστη;), το England, England διαβάζεται απολαυστικά και δίνει τροφή για σκέψη, ανοιχτό όπως είναι σε ερμηνείες.

[Διαβάστε εδώ κάποια βιογραφικά στοιχεία του Τζούλιαν Μπαρνς και τα βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά από το αρχείο της BiblioNet]
 
Συνέχεια →

Ετικέτες