Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Λούλα - Βαγγέλης Ραπτόπουλος

0 σχόλια
Πρωτοδιάβασα τη Λούλα λίγους μήνες μετά την πρώτη της έκδοση το 1997. Ήταν μια εποχή μακαριότητας και υποτιθέμενων βεβαιοτήτων. Μπλεγμένος κι εγώ ίσως τότε στις δικές μου βεβαιότητες - τα δικά μου «ξέρω», που λέει ο "άγνωστος" του βιβλίου - ενοχλήθηκα κάπως. Όχι, όχι από τις «ωμές» σεξουαλικές περιγραφές. Πώς θα μπορούσα άλλωστε; Με ενδιέφερε η ανθρώπινη σεξουαλικότητα και είχα ξεσκονίσει αρκετά σχετικά δοκίμια. Αγαπούσα την ερωτική λογοτεχνία, από τον Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι ως τον Χένρι Μίλερ και τον Μέγα Ανατολικό. Άρα ήταν φυσικό να δω θετικά την τόλμη του Βαγγέλη Ραπτόπουλου να καταπιαστεί με ένα τέτοιο θέμα. Αυτό που δεν μου κάθισε καλά ήταν η αοριστία με την οποία περιέβαλλε ο συγγραφέας έναν από τους κεντρικούς του ήρωες και η επένδυση της ερωτικής ιστορίας με στοιχεία μεταφυσικού τρόμου που θύμιζαν Κινγκ και Λάβκραφτ, συγγραφείς που κάποια βιβλία τους – ταγμένος ορθολογιστής – δεν είχα συμπαθήσει ποτέ ιδιαίτερα. 

Ξαναπιάνοντας τη Λούλα σχεδόν 17 χρόνια μετά, η απόσταση από την εποχή που τη γέννησε αλλά και τα χρόνια που περάσαν από πάνω μου μού επέτρεψαν να τη δω με διαφορετικό μάτι. Τον καιρό εκείνο της επίπλαστης – όπως φάνηκε – μακάριας ευημερίας, στο μυθιστόρημα του Β.Ρ. υπήρχε το στοιχείο μιας απειλής. Η αοριστία λοιπόν έδενε με αυτή την απειλή για να δημιουργήσει έναν κόσμο εφιαλτικό, ιδίως στο δεύτερο και το τρίτο μέρος του βιβλίου, σε πολύ ταιριαστή αντίθεση με το ρεαλιστικό και καθημερινό πρώτο μέρος.

Αλλά ας πιάσουμε τα πράγματα με τη σειρά. Η Λούλα είναι μια 20χρονη φοιτήτρια Φιλοσοφικής με μάλλον τετριμμένες ανησυχίες, χωρίς ιδιαίτερο πνευματικό βάθος, με άγχη και αναστολές, με μοναδικό της όνειρο τον γάμο με τον κατάλληλο άντρα – μια μέση κοπέλα, δηλαδή. Στο πλαίσιο των σεξουαλικών της αναζητήσεων, η όμορφη αυτή επαρχιωτοπούλα, από τη Χαλκίδα έχει ένα σοβαρό πρόβλημα: δεν μπορεί να φτάσει σε οργασμό. Έχει βρει όμως τον ιδανικό (;) μελλοντικό σύζυγο, τον Στέλιο, που όχι μόνο θα την αποκαταστήσει, αλλά πιθανότατα, λόγω των τεράστιων προσόντων του, θα της λύσει και το πρόβλημα της ανοργασμίας. Από την άλλη, η συγκάτοικός της, η Λαρισαία Εύη, αποτελεί έναν πολύ ενδιαφέροντα αντίποδα της Λούλας. Όχι ιδιαίτερα όμορφη, αλλά «ξεπεταγμένη», η Εύη με το μυαλό γεμάτο ρετσέτες για τις σχέσεις γίνεται ο (αφερέγγυος; καταστροφικός;) σύμβουλος και οδηγός της στον αχαρτογράφητο μεταφεμινιστικό κόσμο. Η άβουλη Λούλα ακούει συνεχώς την εσωτερικευμένη φωνή της «έμπειρης» Εύης πότε να τη σπρώχνει, πότε να της εφιστά την προσοχή, αλλά και να κοντράρεται με μια άλλη φωνή μέσα της, αυτή του «καλού» κοριτσιού, του οικογενειακού της ίσως υπόβαθρου.

Η κρίσιμη στιγμή έρχεται όταν η Λούλα, μαστουρωμένη, μαλωμένη με τον Στέλιο, ανακαλύπτει – ναι, για πρώτη φορά! - την απόλαυση του αυνανισμού και βλέπει μέσα απ’ αυτόν μια πιθανή οδό προς τον πολυπόθητο οργασμό. Και τότε - άραγε ως τιμωρία για την αποχαλίνωσή της; ως επιβράβευση; - εμφανίζεται ο «άγνωστος». Εξαρχής ο Β.Ρ. μάς έχει πληροφορήσει ότι η ηρωίδα του είναι καταδικασμένη και ο άντρας που εμφανίζεται να της χτυπά την πόρτα είναι προφανές πως θα είναι ο καταλύτης σ’ αυτή την ιστορία. Αλλά ποιος είναι αυτός ο άγνωστος άντρας; Ο άντρας των ονείρων της; Ψυχωτικός; Βιαστής; Δολοφόνος; Τραγόμορφος θεός; Βρικόλακας; Ένας Μεφιστοφελής που αντί για νιάτα, σοφία ή πλούτη χαρίζει στις γυναίκες το δώρο της σεξουαλικής πλήρωσης; Ο Β.Ρ. δεν θα μας το αποκαλύψει παρά στο τέλος. Αλλά και πάλι παίζει μαζί μας. Για παράδειγμα, στην εφιαλτική βόλτα του άγνωστου με τη Λούλα βάζει μια μάρτυρα – την κυρία με το σκυλάκι – να διαπιστώνει ότι ο άγνωστος δεν έχει σκιά. Αυτό έρχεται σε αντίφαση με την εκδοχή που μας προτείνεται στο τέλος. Αλλού αναφέρεται η ιστορία της Λίμνης ως «υποτιθέμενη», ενώ παρακάτω μιλάει «για μεγάλες αμαρτίες… σαν αυτές που διέπραξες στη Λίμνη». Όλα αυτά, ωστόσο, συντείνουν στη δημιουργία δυσοίωνης απροσδιοριστίας. Η ασάφεια ταιριάζει στο μυθιστόρημα. Εξάλλου, η ίδια αυτή βόλτα στο καμίνι της Ιουλιάτικης Αθήνας σε ποιο βαθμό γίνεται πραγματικά και σε ποιο στο «νταγκλαρισμένο» μυαλό της Λούλας; Η γλώσσα είναι πια παραληρηματική σε αντίθεση με τον καθημερινό λόγο και την προφορικότητα του πρώτου μέρους. Ο χρόνος παύει να είναι γραμμικός, το παρόν μπλέκεται με το παρελθόν. Δεν θέλω να μιλήσω για το τρίτο και τελευταίο μέρος, μη τυχόν παρασυρθώ, αποκαλύψω κάτι και χαλάσω το σασπένς.


Η Λούλα δεν κατατάσσεται εύκολα. Γιατί θα έπρεπε άλλωστε; Λογοτεχνία του τρόμου, ψυχολογικό θρίλερ, ψυχογράφημα, μεταφεμινιστικό ερωτικό μυθιστόρημα, παρωδία, πορνογραφία; Υπάρχουν στοιχεία από όλα αυτά τα είδη. Το τελευταίο, η κατηγορία της πορνογραφίας, έχει χρησιμοποιηθεί από πολλούς για να επιτεθούν στο μυθιστόρημα. Πορνογραφία [κατά τη Wikipedia] είναι η περιγραφή ερωτικών πράξεων με σκοπό τον σεξουαλικό ερεθισμό του αναγνώστη. Είναι αυτός ο σκοπός του συγγραφέα; Ακόμη κι αν ναι σε έναν βαθμό, προσωπικά δεν με ενοχλεί. Το αντίθετο θα ήταν υποκρισία. Είναι προφανές ότι ο Β.Ρ. λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Οι περιγραφές ίσως σοκάρουν κάποιους ή κάποιες. Αλλά γιατί η λογοτεχνία θα πρέπει να αφήνει στην άκρη τη σεξουαλικότητα; Ή να την τυλίγει με ζαχαρίτσα για να καταπίνεται εύκολα; Μήπως επειδή δεν τολμάμε – ούτε καν ιδιωτικά, πόσο μάλλον δημόσια – να την εξερευνήσουμε; Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος με τη Λούλα τόλμησε. Να μιλήσει για πράγματα που ούτε στον εαυτό μας δεν ομολογούμε, αλλά και για τα αδιέξοδα μιας εποχής με πήλινα πόδια και ίσως έμμεσα να προοιωνιστεί το κακό της τέλος.


[Το κείμενο είναι η συμβολή μου στην παρουσίαση του βιβλίου του Βαγγέλη Ραπτόπουλου στον Βόλο, στο καφέ Ποδηλάτισσα, στις 17 Μαρτίου 2014]

Διαβάστε εδώ βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου από το αρχείο της BiblioNet και εδώ συνέντευξή του  στο diavasame.gr, με αφορμή το καινούργιο του βιβλίο, Η πιο κρυφή πληγή.
Συνέχεια →
Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Πώς θα φιλάς; - Τζούντιθ Πόρντον

0 σχόλια

Πώς θα φιλάς;  


Τα χείλη σου τραγούδα μου,
με τις χαμένες μας ανάσες ενωμένες.

Τη σιωπή μας συγχρόνισε
οι ώρες οι νωθρές καθώς κυλάνε.

Γέμισε τον αέρα μυρουδιές,
κακάο, φουντούκι και κανέλα.

Τρέμε μαζί μου
με παύσεις παραλυτικές.

Ίσως ξανά μην αναπνεύσω πια
χωρίς εσένα να αναπνέω.


[Τζούντιθ Πόρντον (Judith Pordon, 1954), Αμερικανίδα ποιήτρια. Τα πρώτα της ποιήματα ασχολούνται με διάφορα θέματα, συμπεριλαμβανομένης της επαφής με τη φύση αλλά και με ζητήματα κοινωνικής κριτικής. Από τη δεκαετία του 1990, που μετακόμισε στη Χαβάη, η ποίησή της δίνει έμφαση σε πολυπολιτισμικά ζητήματα. Στην Ελλάδα, απ' όσο γνωρίζω, είναι άγνωστη και αμετάφραστη.]

[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης. Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο]

Η ανάρτηση γίνεται για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, 21 Μαρτίου 2014
Συνέχεια →
Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Παντρεμένες - Άρη Σφακιανάκη

0 σχόλια
Δεν είχα διαβάσει άλλο μυθιστόρημα του Άρη Σφακιανάκη πριν τις Παντρεμένες. Σε ανύποπτο όμως χρόνο είχα ακούσει μια ραδιοφωνική συνέντευξή του στην ΕΡΑ, στο σβησμένο πια από τον χάρτη Β’ πρόγραμμα, και μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον – άλλωστε ανήκουμε λίγο-πολύ στην ίδια γενιά και μοιάζει να έχουμε παρόμοιο υπόβαθρο και εμπειρίες.

Η πρώτη ερώτηση που πιθανόν θα γεννιόταν σε έναν υποψήφιο άντρα αναγνώστη, όπως εγώ, είναι γιατί να διαβάσει ένα βιβλίο με τέτοιο τίτλο και που εκ πρώτης όψεως απευθύνεται σε γυναίκες. Η απάντηση δείχνει ίσως προφανής: μάλλον περιμένει συμβουλές από κάποιον επαγγελματία Δον Ζουάν για το πώς να ρίξει στα δίχτυα του παντρεμένες ή τουλάχιστον να πάρει λίγη μυρωδιά από έναν κόσμο ερωτισμού με διαθέσιμες και λαμπερές γυναίκες.

Ωστόσο, το βιβλίο του Άρη Σφακιανάκη κάθε άλλο παρά αυτό κάνει. Ο συγγραφέας πλάθει έναν ήρωα που διακατέχεται από αγωνία αναζήτησης ερωτικών σχέσεων, προσπαθώντας ταυτόχρονα να αποφύγει την οποιαδήποτε δέσμευση. Όμως αντί να αναζητά τον Έρωτα, μάλλον επιδιώκει απλώς να προσθέσει μερικά ακόμη τρόπαια στη συλλογή του με έναν ψυχαναγκαστικό τρόπο. Αναρωτήθηκα ποια είναι τα κίνητρα του ήρωα. Πιθανότατα, είναι αυτά που μοιράζεται με την τεράστια πλειοψηφία των ανδρών και που δεν τον οδηγούν σε κάποια ορατή (από μένα τουλάχιστον) απόλαυση – δεν βρίσκει και πολλά κολακευτικά λόγια να πει για τις ερωμένες του. Φυσικά, ο αφηγητής-ήρωας, ο Παρθένιος Σατανάκης, έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα ως «κυνηγός» σε σχέση με τους περισσότερους από εμάς: το χάρισμα του λόγου με το οποίο μπορεί να πείσει μία γυναίκα για το οτιδήποτε – ή σχεδόν – και μαζί βέβαια τη συγγραφική ιδιότητα που κολακεύει τη ματαιοδοξία των στόχων του που ονειρεύονται (λογοτεχνική) δόξα Έμα Μποβαρύ.

Αυτά όμως ακριβώς τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα είναι που τον παγιδεύουν όταν για να ξελασπώσει οικονομικά δέχεται τον ρόλο που του αναθέτει ο παλιός του συμμαθητής, πλαστικός χειρουργός. Ο εν λόγω Αλμπάνης έχει καταστρέψει έναν μεγάλο αριθμό γυναικών που, αναζητώντας τη χαμένη τους αυτοπεποίθηση ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο, έχουν προσφύγει σ’ αυτόν για να τους φτιάξει τη μυτούλα, να τους χαρίσει τέλειο χαμόγελο ή ραφινάτα χέρια. Στα χέρια του πλαστικού οι γυναίκες αυτές έχουν μετατραπεί σε «τέρατα» τα οποία ο Σατανάκης θα πρέπει να πείσει ότι το ελάττωμά τους είναι ακριβώς η νέα γοητεία τους.

Το εύρημα του πλαστικού χειρουργού και της ανάθεσης του συγκεκριμένου έργου στον συγγραφέα-αφηγητή είναι καταπληκτικό με άκρως ενδιαφέρουσες συμπαραδηλώσεις. Πόσοι από εμάς, ατομικά ή συλλογικά, δεν πέφτουμε - χρόνια τώρα - πρόθυμα θύματα ενός εκμαυλισμού; [Εννοώ σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.] Ακόμη και σήμερα, πόσες σειρήνες των διάφορων Νιουσπικ [των διάφορων σαξές στόρι] δεν μας παρασέρνουν σε κάθε λογής νύχια; Ας μη μας εκπλήσσει λοιπόν το ότι καταφέρνει αυτός ο μέγας πλανευτής, ο Παρθένιος Σατανάκης, να πείθει τις γυναίκες ηρωίδες του μυθιστορήματος. Ο καθένας μας πείθεται με μεγάλη ευκολία από αυτό που θέλει να ακούσει. Ο καθένας μας πλανεύεται όταν είναι έτοιμος να πλανευτεί.

Δεν θέλω να μπω στην αιώνια συζήτηση πού σταματάει ο συγγραφέας και πού αρχίζει ο ήρωας. Αυτό που προσλαμβάνω διαβάζοντας τις Παντρεμένες είναι ένας αυτοσαρκασμός και ταυτόχρονα μια συνεχής αγωνία του αφηγητή να βρει τον χαμένο του συγγραφικό - και όχι μόνο -  λόγο ύπαρξης. Νομίζω ότι πέρα από τον καημό του για τις τρίχες που του λείπουν, τα λεφτά που ποτέ δεν του φτάνουν και τις γυναίκες που ποτέ δεν χόρτασε, αυτό είναι το βασικό κίνητρο του αφηγητή Παρθένιου. Με λάθος τρόπους και μέσα από τις αντιφάσεις του – όπως όλοι μας άλλωστε – προσπαθεί να βρει την «ψυχή» του. Ίσως έτσι ερμηνεύεται και η αναδρομή στο παρελθόν με το επεισόδιο της νεότητας του Σατανάκη στη Ρόδο – για να βρει το πότε άρχισε η πτώση; - αλλά και η ανάγκη να «γειωθεί» με την ύπαρξη της κόρης του.

Ήρωες και ηρωίδες του βιβλίου είναι εξίσου μοναχικοί, εξίσου εύπιστοι – ο καθένας με τον τρόπο του – και μπαίνουν και οι μεν και οι δε στο σατιρικό στόχαστρο του Άρη Σφακιανάκη. Η κάποια εστίαση στην ανδρική φιλία – μαύρη φιλία, στο κάτω-κάτω, μια και πολύ εύκολα προδίνεται – εξισορροπείται από τις απίθανες αναφορές στις ενδυματολογικές, κοσμητολογικές, αρωματολογικές, κλπ, επιλογές των ηρωίδων. Πραγματικά, οι γνώσεις αυτές είναι ένα προσόν που το ζήλεψα και αναρωτήθηκα αν ο συγγραφέας έκανε επί τούτου έρευνα ή αν έτσι κι αλλιώς τα γνώριζε όλα αυτά. Αυτά είναι αρκετά για να φανεί πως είναι λάθος να καταχωρίσουμε το μυθιστόρημα στον χώρο της λογοτεχνίας για γυναίκες – εξάλλου τέτοιες διακρίσεις αφορούν περισσότερο εκδότες και βιβλιοπώλες παρά συγγραφείς και αναγνώστες. Οι Παντρεμένες διαβάζονται άνετα τόσο από γυναίκες όσο και από άντρες. 


[Το παραπάνω κείμενο βασίστηκε στη συμβολή μου στην παρουσίαση του μυθιστορήματος του Άρη Σφακιανάκη, Παντρεμένες, στο Καφέ Ποδηλάτισσα στον Βόλο, στις 15 Ιανουαρίου 2014.]
Συνέχεια →
Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Μαργκερίτ Γιουρσενάρ

0 σχόλια
Μαργκερίτ Γιουρσενάρ [Marguerite Yourcenar, 1903-1987]

Η Γιουρσενάρ έγινε ιδιαίτερα γνωστή στη χώρα μας από τις εκδόσεις Χατζηνικολή [ήταν φίλη με την εκδότρια και συνήθη μεταφράστρια των έργων της Ιωάννα Χατζηνικολή] αλλά επίσης λόγω της αγάπης της για τον ελληνικό πολιτισμό και τα συχνά ταξίδια της εδώ. Επιμελήθηκε μάλιστα μια ανθολογία ελληνικής ποίησης, έγραψε μελέτη για τον Καβάφη και ήταν φίλη με τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Όλα αυτά δημιούργησαν μια οικεία εικόνα που ίσως σε συνδυασμό με την ανακήρυξή της σε ακαδημαϊκό [πρώτη γυναίκα ακαδημαϊκό στη Γαλλία!] να αποτρέπει κάποιους να αγγίξουν το έργο της θεωρώντας το υπερβολικά κλασικό. Κάτι τέτοιο βέβαια αδικεί τη συγγραφέα που ασχολήθηκε μεταξύ άλλων με καθόλου βολικά θέματα, όπως οι σεξουαλικές παρεκκλίσεις ή η αιμομιξία, και που κάθε άλλο παρά συμβατική ζωή έζησε – έκρυψε αρχικά την ταυτότητά της χρησιμοποιώντας αναγραμματισμό του ονόματός της, επιμελώς απέφευγε να αποκαλύψει στοιχεία της προσωπικής της ζωής, συζούσε επί σχεδόν 40 χρόνια με μια γυναίκα, κατόπιν ερωτεύτηκε έναν πολύ μικρότερό της άντρα και ταξίδεψε μαζί του όλον τον κόσμο.

Το έργο της Γιουρσενάρ δείχνει μια αγάπη και βαθιά γνώση για τα κλασικά γράμματα, είναι ωστόσο προφανές ότι χρησιμοποιεί ιστορικά θέματα για να μιλήσει για σύγχρονα ή διαχρονικά και πανανθρώπινα ζητήματα. Η γλώσσα της είναι συγκρατημένα λυρική, γεμάτη καλά ζυγιασμένες αφοριστικές προτάσεις, οι στοχαστικοί ήρωές της είναι στηριγμένοι σε κοπιώδη έρευνα και συχνές ιστορικές και πολιτιστικές αναφορές.

Αποκορύφωμα του έργου της είναι το Αδριανού απομνημονεύματα, μυθιστόρημα [ολιστικό, θα το χαρακτήριζα] όπου ο αυτοκράτορας Αδριανός αφηγείται σε γράμμα στον διάδοχό του, Μάρκο Αυρήλιο, τη ζωή του, το έργο του και τον έρωτά του για τον νεαρό Αντίνοο. Το άλλο της μεγάλο έργο είναι η Άβυσσος όπου ο Ζήνων, ένας καλόγερος-αλχημιστής-διανοούμενος του 16ου αιώνα, θα περιπλανηθεί σε όλη την Ευρώπη αναζητώντας την ουσία της ύπαρξης.

Επειδή καλό είναι να μην μυείται κανείς στο έργο ενός μεγάλου συγγραφέα αρχίζοντας από τα κορυφαία έργα, θα πρότεινα τη γνωριμία με τη Γιουρσενάρ μέσα από την πρώτη της νουβέλα Αλέξης, που έχει τη μορφή επιστολής που απευθύνει ένας παντρεμένος άντρας στη γυναίκα και το παιδί του, εξηγώντας τους λόγους που τους εγκαταλείπει σε αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας.

[Διαβάστε βιογραφικά στοιχεία και εργογραφία στα ελληνικά της Γιουρσενάρ από το αρχείο της BiblioNet]
Συνέχεια →
Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

Τόνι Μόρισον

2 σχόλια
Τόνι Μόρισον [Toni Morrison, 1931]

Άλλη μια σπουδαία συγγραφέας που βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1993. Τα μυθιστορήματά της ασχολούνται κυρίως με μαύρες ηρωίδες που αναζητούν την ταυτότητά τους σε έναν ανδροκρατούμενο και άδικο κόσμο στον οποίο προσπαθούν να επιβιώσουν. Τα θέματά της είναι σαφώς επηρεασμένα από αφροαμερικανικούς μύθους με έντονο το στοιχείο του φανταστικού. Οι χαρακτήρες της είναι άρτια δοσμένοι, η γλώσσα της ποιητική και οι διάλογοί της εξαιρετικά καλοδουλεμένοι.


Οι προσωπικές μου επιλογές από το έργο της θα ήταν Το τραγούδι του Σόλομον (εκδ. Οδυσσέας) όπου ένας νεαρός μαύρος, ο Γαλατάς, ονειρεύεται να πετάξει - μια εκπληκτική ιστορία που θα μπορούσε να ανήκει στο είδος του μαγικού ρεαλισμού και η Αγάπη (εκδ. Νεφέλη), μυθιστόρημα το οποίο έχουμε συζητήσει πριν κάποια χρόνια στη λέσχη μας και στο οποίο πέντε μαύρες γυναίκες αφηγούνται την εμμονή τους με έναν άντρα, τον νεκρό ξενοδόχο Μπιλ Κόζι, που τις καθόρισε - μια καθηλωτική ιστορία πάθους και μίσους που διερευνά τα όρια της αγάπης και τη σχέση ανάμεσα στους νεκρούς και τους ζωντανούς.

Το μυθιστόρημα που συνήθως θεωρείται το κορυφαίο της είναι η λυρική και πολυεπίπεδη Αγαπημένη (εκδ. Νεφέλη) που διαδραματίζεται τα χρόνια της σκλαβιάς και μιλάει για τη Σεθ που δραπετεύει προς την ελευθερία αλλά κατατρύχεται από τις τύψεις της για την κόρη της, ένα μωρό που πέθανε σχεδόν ανώνυμο και που χρόνια αργότερα εμφανίζεται (ίσως) ξανά για να στοιχειώσει και να αναστατώσει τους πάντες.


[Διαβάστε εδώ βιογραφικά στοιχεία και εργογραφία της στα ελληνικά από το αρχείο της BiblioNet]
Συνέχεια →
Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Πάτρικ Γουάιτ

0 σχόλια
Πάτρικ Γουάιτ [Patrick White, 1912-1990]


Ο Αυστραλός Πάτρικ Γουάιτ βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1973. Είναι ελάχιστα γνωστός στην Ελλάδα, παρά τη λογοτεχνική του αξία και την ιδιαίτερη αγάπη του για τη χώρα μας - υπηρέτησε εδώ στον πόλεμο, ήρθε αρκετές φορές  και διατηρούσε μια μακρόχρονη φιλική-ερωτική σχέση με έναν Έλληνα, τον Μανώλη Λάσκαρη, ο οποίος τον μύησε στην Ελλάδα ["μια χώρα για μαζοχιστές όπως εγώ"].

Η Ακαδημία της Στοκχόλμης τον βράβευσε για "την επική και ψυχολογική αφηγηματική του τέχνη που γνώρισε στη λογοτεχνία μιαν ολόκληρη νέα ήπειρο" και πραγματικά δύσκολα βρίσκει κανείς συγγραφέα να διεισδύει με τέτοιο χειρουργικό τρόπο στην ανθρώπινη ψυχή, μέσω της ευρηματικής χρήσης της γλώσσας και της λεπτομερούς παρατήρησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Πυκνή και με συχνές αλλαγές οπτικής γωνίας, η πρόζα του δεν είναι πάντα εύκολο να προσεγγιστεί, αλλά ανταμείβει τους γενναίους με μια υψηλής ποιότητας αναγνωστική απόλαυση. 


Από τα λίγα βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά, θα πρότεινα ανεπιφύλακτα την Ιστορία της θείας (εκδ. Εστία) [μια μεσήλικη γυναίκα ταξιδεύει στη Γαλλία και μετά στην Αμερική και οδηγείται σε κάποιο είδος κρίσης που μπορεί να είναι και μια αποκαλυπτική επιφοίτηση], ενώ αριστουργήματά του θεωρώ τα αμετάφραστα The Vivisector [η ιστορία ενός επιτυχημένου αλλά αμφιλεγόμενου ζωγράφου], και The Solid Mandala [οι σχέσεις δύο παράξενων (;) αδερφών, μια ανελέητη ανάλυση της σύγχρονης οικογένειας]

Με μεγάλο ενδιαφέρον διαβάζεται επίσης η "αυτοπροσωπογραφία" του Ψεγάδια στον καθρέφτη (εκδ. Τυπωθήτω). Διαβάστε εδώ σύντομη βιογραφία και εργογραφία του στα ελληνικά από το αρχείο της BiblioNet.

Συνέχεια →

Ετικέτες