Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρουσίαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρουσίαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Το blues της ανεργίας - Παναγιώτης Βλάχος

0 σχόλια
Αποτέλεσμα εικόνας για βλαχος της ανεργιαςΌταν μια φίλη μού σύστησε να διαβάσω το Μπλουζ της ανεργίας του Παναγιώτη Βλάχου [εκδόσεις Κέδρος] και αποφάσισα να το στριμώξω – τις σχεδόν 600 σελίδες του! - στο αναγνωστικό μου πρόγραμμα, φοβόμουν ότι θα είχα να κάνω με ένα αναμενόμενο βιβλίο για την κρίση. Κάτι προβλέψιμο, κάτι ανάμεσα στην αυτολύπηση και στη φλυαρία. Ομολογώ πως δεν περίμενα ένα τόσο οικείο και συνάμα τόσο συναρπαστικό μυθιστόρημα. Όσο προχωρούσα, τόσο με κέρδιζε. Μέχρι που άρχισα να ζω – όπως συμβαίνει με την καλή λογοτεχνία – μαζί με τους ήρωές του, συμμετέχοντας στην καθημερινότητά τους σαν να ήταν κομμάτι της δικής μου ζωής, με τις γάτες τους να μπλέκονται συνέχεια στα πόδια μου.΄

Η κεντρική ηρωίδα, η Αλεξάνδρα, το 2010, παραιτείται από τη θέση της στον εκδοτικό οίκο όπου εργάζεται – κυρίως επειδή νιώθει να έρχεται σε σύγκρουση με τη συνείδησή της [σσ. 184-185/213] – και οι επιπτώσεις της ανεργίας της απλώνονται σε όλη της τη ζωή και στη σχέση της με τον σύντροφό της, τον Πέτρο. Ο Πέτρος είναι το άλλο κεντρικό πρόσωπο. Οι επαγγελματικές του ασχολίες περιγράφονται μάλλον αόριστα. Πιθανολογώ ότι τις μοιράζεται με τον ίδιο τον συγγραφέα [δηλ. εκπονεί οικονομικές μελέτες], ενώ η συγγραφική περσόνα του Παναγιώτη Βλάχου ίσως κάνει μία cameo εμφάνιση προς το τέλος του μυθιστορήματος ως misfit [=περιθωριακός, αταίριαστος, απροσάρμοστος], όπως τον αποκαλούν. Με αφετηρία την ανεργία της Αλεξάνδρας, ο Π. Β. ξεκινά το «κουτσό» στον χρόνο [για να αναφερθώ στο εμβληματικό μυθιστόρημα του Κορτάσαρ, που παίζει κι αυτό τον ρόλο του στο βιβλίο, σσ. 159, 496 – η Αλεξάνδρα το λατρεύει]. Μπρος-πίσω σε όλα τα χρόνια από τη μεταπολίτευση μέχρι το 2015, με στιγμιότυπα-ξυραφιές που ανοίγουν τομές στο σώμα της ζωής των ηρώων ώστε ο συγγραφέας να παρατηρεί, να περιγράφει, να εξηγεί ή, συχνότερα, να αφήνει  τον αναγνώστη να ερμηνεύει τα δρώμενα.

Η σχέση του Πέτρου και της Αλεξάνδρας περνάει κι αυτή τις εντάσεις της. Γοητευτική και άκρως ενδιαφέρουσα η ηρωίδα, αλλά ταυτόχρονα περίπλοκη, τζαναμπέτισσα και ανεξάρτητη, σαν τις γάτες που λατρεύει – όχι λιγότερο δύσκολος ο Πέτρος. Αναζητούν και οι δύο μια (τελικά, ασταθή) ισορροπία ανάμεσα στην εγγύτητα που φέρνει ο έρωτας και στη διατήρηση του προσωπικού τους χώρου. Πέρα από τις ζωές των δύο βασικών χαρακτήρων, από το μυθιστόρημα παρελαύνουν μια σειρά δευτερεύοντες ήρωες, που ο καθένας με το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του και τη διαφορετικότητά του φωτίζουν μια ολόκληρη εποχή. Άλλωστε, πολύ χαρακτηριστικά, ο Αλέξανδρος, ο αγαπημένος θείος της Αλεξάνδρας, αριστερός διανοούμενος παλιάς κοπής, της λέει: «Η Ελλάδα δεν είναι μόνο μία, αγάπη μου, ούτε ο τρόπος για να ζει κανείς είναι ένας και μοναδικός.» [σ. 210] Από τον χρηματομεσίτη Ιάκωβο, τον παιδικό φίλο του Αλέξανδρου, που παρότι ταγμένος στο κυνήγι της προσωπικής του κερδοφορίας, προβλέπει με εξαιρετική διαύγεια το μέλλον της παγκόσμιας και της ελληνικής οικονομίας [«ξέρουμε το φάρμακο, μένει να βρούμε την ασθένεια»] ως τον πολιτικό μηχανικό και στέλεχος του ΚΚΕ Αργύρη και τον ζωγράφο Νάσο, οι ήρωες δεν είναι ποτέ μονοδιάστατοι, συμπεριλαμβανομένου του εκ πρώτης όψεως «εικονοποιημένου» θείου Αλέξανδρου.

Αυτό που όμως κυρίως κάνει τη διαφορά στο μυθιστόρημα είναι η γλώσσα. Λιτή όταν χρειάζεται [σχεδόν ρεπορτάζ] αλλά και χυμώδης αλλού, προσαρμόζεται εντυπωσιακά όταν την αφήγηση αναλαμβάνουν άλλες – πλην του κύριου αφηγητή, του Πέτρου – φωνές, της Αλεξάνδρας ή της μητέρας της, ή όταν π.χ. περιγράφει το επεισόδιο με τον γάτο, τον Τσίου, στην Εύβοια, το οποίο οργανώνει σαν θεατρικό έργο.

Ένα άλλο εντυπωσιακό στοιχείο είναι η ευρυμάθεια του συγγραφέα, όπως αναδεικνύεται μέσα από τις αναφορές σε βιβλία, ταινίες, τραγούδια [ευρύς κατάλογός τους υπάρχει στο τέλος της έκδοσης], αλλά και την αναπαράσταση του εκδοτικού χώρου, του χρηματιστικού κόσμου του Ιάκωβου, των ελληνικών, λονδρέζικων και δουβλινέζικων μπαρ, κλαμπ και παμπ. Εξάλλου, από μόνο του το γεγονός της συμπερίληψης τόσων χαρακτήρων απαιτεί γνώσεις και δουλειά και πολύ καλό στήσιμο για να μην καταρρεύσει το όλο μυθιστορηματικό οικοδόμημα. Εδώ όχι απλώς δεν καταρρέει, αλλά απογειώνεται σελίδα τη σελίδα.

Στο Μπλουζ της ανεργίας αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας και την εποχή μας. Οι καταλήψεις ενάντια στον νόμο 815 για τα ΑΕΙ, το 1979, τα χρόνια του ΠΑΣΟΚ,  οι δολοφονίες Κουμή-Κανελλοπούλου [16/11/1980], Μιχάλη Καλτεζά [17/11/1985], Αλέξη Γρηγορόπουλου [6/12/2008], θυμάτων της αστυνομικής βίας, η εποχή της κρίσης, οι Αγανακτισμένοι, η αυξημένη επιρροή του φασιστικού μορφώματος, οι εκλογές και το δημοψήφισμα του 2015: μερικά μόνο από τα κομβικά σημεία, δοσμένα μέσα από τις επιπτώσεις τους στην καθημερινή ζωή των χαρακτήρων του, που συνήθως συμμετέχουν ενεργά στα πολιτικά δρώμενα. Όλα αυτά δίνουν την ευκαιρία στον αναγνώστη να αναθυμηθεί τα γεγονότα και ίσως να στοχαστεί τις αιτίες που μας έφεραν εδώ.

Όμως, σε καμιά περίπτωση το Μπλουζ της ανεργίας δεν σε καταθλίβει, δεν σε πνίγει. Αντίθετα, μέσα από την καθαρή ματιά και την περηφάνια των ηρώων του, την αλληλεγγύη και τις δυνατές φιλίες, τον έρωτα και όλες τις μικρές αγάπες, ο κόσμος του Παναγιώτη Βλάχου - λαβωμένος αλλά ζωντανός - δείχνει ικανός να ξεπεράσει τη βαθιά του κρίση.



[Το κείμενο στηρίχτηκε στη συμβολή μου στην παρουσίαση του μυθιστορήματος στο La Petite Cantine, στον Βόλο, στις 26 Απριλίου 2017.]

Διαβάστε εδώ εργοβιογραφικά στοιχεία του Παναγιώτη Βλάχου από τη βάση δεδομένων της BiblioNet.


Συνέχεια →
Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Το τάνγκο: η ιστορία και η εξέλιξή του - Horacio A. Ferrer

0 σχόλια
Ο Οράσιο Φερέρ είναι ένας αφισιονάδο – ένας παθιασμένος τανγκέρο. Η μελέτη του εξετάζει το τάνγκο κυρίως από ανθρωπολογική άποψη: «Το τάνγκο δεν γεννιέται από τον συνδυασμό διαφόρων μουσικών ειδών, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο το δημιουργικό πνεύμα και η υπαρξιακή διάθεση του πορτένιο* πλάθει αυτά τα μουσικά είδη. Άλλο πράγμα ο ζωγράφος κι άλλο η παλέτα.»
[*πορτένιο = άνθρωπος του λιμανιού - ο κάτοικος του Μπουένος Άιρες]

Το βιβλίο [1959] είναι, εκτός από ιστορική μελέτη και ανάλυση, μια πολεμική ενάντια σε όσους έβλεπαν το τάνγκο ως ένα είδος προς εκμετάλλευση [μουσική βιομηχανία] ή ένα ακαδημαϊκό μουσικό είδος που έπρεπε να μείνει προσηλωμένο στο παρελθόν – να μην εξελιχθεί.

Ο Φερέρ προσπάθησε να εντάξει το τάνγκο στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Το βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο σε όσους έχουν μουσικές γνώσεις, αλλά προπάντων στο ευρύτερο κοινό. Παρέχει πλούσιο υλικό για τον μελετητή του τάνγκο και ταυτόχρονα δίνει με απόλυτη σαφήνεια και ζωντάνια το κλίμα μέσα στο οποίο γεννήθηκε και εξελίχθηκε το τάνγκο.

Από τις πρώτες σελίδες, δεν μπορεί κανείς να μη χαμογελάσει με πικρία όταν διαβάζει για την απαξίωση με την οποία αντιμετώπισαν τη λαϊκή μουσική του κόλπου του Ρίο ντε λα Πλάτα [του ποταμού του ασημιού] η άρχουσα τάξη και το εκπαιδευτικό σύστημα. Κι αυτό γιατί η ίδια αντιμετώπιση επιφυλάχθηκε και στην ελληνική λαϊκή μουσική [ρεμπέτικα] και πιθανότατα το ίδιο συνέβη στις περισσότερες χώρες του κόσμου.

Είναι προφανές ότι ο Φερέρ, όπως οι περισσότεροι τανγκέρος, άντλησε τις μουσικές του γνώσεις, την έμπνευση και τη συγκρότησή του έξω από το εκπαιδευτικό σύστημα.

Το τάνγκο [όπως και το λαϊκό θέατρο, που έχει στενή σχέση μαζί του] είναι τέχνη των λαϊκών τάξεων και γεννήθηκε στις πόλεις του κόλπου του Ρίο ντε λα Πλάτα [Μπουένος Άιρες, Μοντεβιδέο]από τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Η εξωτερική μετανάστευση αφορά κυρίως Ισπανούς, Ιταλούς και Γερμανούς, ενώ η εσωτερική τους εξαθλιωμένους γκάουτσο [ανθρώπους της υπαίθρου] και αυτόχθονες πληθυσμούς που στρέφονται στην πόλη για να επιβιώσουν. Η μετανάστευση στην Αργεντινή μετά τη δεκαετία του 1880 – δεύτερη σε αριθμούς μετά από αυτή στις ΗΠΑ – βοήθησε ώστε το 1908 η χώρα να είναι η 7η πιο αναπτυγμένη χώρα στον κόσμο. Η μετανάστευση οδήγησε στην επανασύσταση της αργεντίνικης κοινωνίας.

Το τάνγκο λοιπόν γεννιέται στα περίχωρα της μεγαλούπολης. Στα κονβεντίγιος, τις φτωχικές αυλές που σε μικρά δωμάτια γύρω τους στριμώχνονται πολυπληθείς οικογένειες, κοντά στα λιμάνια – εικόνα οικεία και σε όσους μεγάλωσαν σε προσφυγικές συνοικίες στην Ελλάδα. Εκεί βράζει η ψυχή του φτωχού μετανάστη και του περιθωριοποιημένου Αργεντίνου – του ξεπεσμένου γκάουτσο, του κομπάδρε [καπέλο, μαντίλι, μαχαίρι] και της πόρνης. Των στρωμάτων εκείνων που αρνιούνται τους κανόνες της αστικής κοινωνίας. Είναι η μουσική των κακόφημων καφενείων και των οίκων ανοχής. Των οίκων ανοχής, όπου οι μάγκες και οι κουτσαβάκηδες της περιφέρειας πηγαίνουν, εκτός των άλλων, να ακούσουν μουσική και να χορέψουν - με πρόδηλο το ερωτικό στοιχείο.

Αυτό το γοητευτικό και άθλιο χαρμάνι – ανάλογα από ποια σκοπιά το βλέπεις – που ζούσε σε μόνιμη κατάσταση  άγχους, πόνου και περιθωριοποίησης, δημιούργησε νέες συνθέσεις. Ο Φερέρ θεωρεί το τάνγκο υβριδική σύνθεση τριών μουσικών ειδών: του τάνγκο ανδαλούς, της χαμπανέρα [που έφεραν οι Κουβανοί ναύτες του λιμανιού της Μπόκα] και της μιλόνγκα. Ταυτόχρονα, θεωρεί σημαντική τη συμβολή της αφρικάνικης μουσικής και τις επιρροές από την αυτόχθονη  μουσική των Ινδιάνων, χωρίς όμως να τις αναλύει, λέγοντας πως υπερβαίνουν τα όρια της μελέτης του. Αντίθετα, αναλύει επιμελώς τον ρόλο που έπαιξε το λαϊκό θέατρο στην ανάμειξη αυτών των ειδών και στην αποδοχή του τάνγκο από ευρύτερες λαϊκές μάζες. Αυτό έγινε κυρίως με την εισαγωγή του στις ισπανικής προέλευσης σαϊνέτε – μονόπρακτα με κωμική διάθεση και λαϊκό χαρακτήρα που παιζόταν στο τέλος ή ανάμεσα σε μεγαλύτερες παραστάσεις. Η συμμετοχή αυτή του τάνγκο στις λαϊκές θεατρικές παραστάσεις με τον καιρό γενικεύτηκε συμβάλλοντας στη δημιουργία του «εθνικού θεάτρου».

Όπως λέει ο Φερέρ, «το πνεύμα του τάνγκο υπήρχε στις πόλεις του Ρίο ντε λα Πλάτα πριν εμφανιστεί το ίδιο το τάνγκο». Οι λαϊκές τάξεις ασχολούνται με το θέατρο και το τάνγκο ως καλλιτεχνικά μέσα έκφρασης γιατί οι απαιτούμενες τεχνικές δεξιότητες δεν υπερβαίνουν τις δυνατότητές τους – οποιοσδήποτε παίζει ένα μουσικό όργανο μπαίνει σε έναν κύκλο και παίζει. Η έκφραση μέσα από ένα τάνγκο δεν χρειάζεται ιδιαίτερες μουσικές γνώσεις, σε εκείνο το πρώτο στάδιο τουλάχιστον. «Το σφύριγμα ενός σκοπού, ένα προφορικό ποίημα, είναι και μπορεί να είναι ένα τάνγκο.»

Όλοι αυτοί οι ανώνυμοι αναλφάβητοι μουσικοί βάζουν το λιθαράκι τους στην αυθεντική φυσιογνωμία του τάνγκο. Τα πρόσωπα-κλειδιά και τα έργα-ορόσημα στην ιστορία του τάνγκο δεν είναι περισσότερο από το 10% μιας τεράστιας καλλιτεχνικής παραγωγής.

Από κει και πέρα, στο δεύτερο περίπου μισό της μελέτης του, ο Φερέρ ασχολείται με τα προβλήματα της περιοδολόγησης και της εξέλιξης του τάνγκο.

Χοντρικά χωρίζει την εξέλιξη αυτή σε Παλιά και Νέα Φρουρά [Guardia Vieja – Guardia Nueva] με μορφολογικά κυρίως κριτήρια.

Η Παλιά Φρουρά – περίπου 1880-1920 – χαρακτηρίζεται από την οριστικοποίηση του ηχοχρώματος.Οι πρώτες ορχήστρες είχαν άναρχη σύνθεση. Αρχικά, φεύγουν τα χάλκινα και στις ορχήστρες καθιερώνεται η άρπα, το βιολί και το φλάουτο. Στις αρχές του 20ου αιώνα η άρπα αντικαθίσταται από την κιθάρα. Λίγο αργότερα κυριαρχούν το πιάνο, το βιολί και το μπαντονεόν – όργανο με γερμανικές ρίζες.
Επίσης οριστικοποιείται ο χορός του τάνγκο.
Κοινωνικά, σιγά-σιγά περνά από τα χέρια των περιθωριακών ομάδων στα φτωχά και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης. Η μπουρζουαζία απορρίπτει συστηματικά το τάνγκο. Όμως, «με απορρίπτουν άρα υπάρχω».

Με τη Νέα Φρουρά – περίπου 1920-1960 – σταθεροποιείται η δομή του τάνγκο σε 2-3 16μετρα. Η γλώσσα των τραγουδιών είναι ένα αμάλγαμα ισπανικών με ιταλικά, γερμανικά και αυτόχθονα στοιχεία. Οι φιγούρες του χορού απλοποιούνται. Τώρα πια, ακόμη και τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα διασκεδάζουν ακούγοντας και χορεύοντας τάνγκο.
Εκεί που αρχικά παιζόταν σε κακόφημα καφενεία των περιχώρων, σε παράνομα μαγαζιά και σε οίκους ανοχής, τώρα το βρίσκει κανείς σε καφέ, καμπαρέ, ανοιχτούς χώρους αναψυχής, σινεμά, θέατρα, ζαχαροπλαστεία, αίθουσες χορούς, κλπ.
Η μουσική βιομηχανία ασχολείται συστηματικά πια με την οικονομική του εκμετάλλευση και αυτό συνακόλουθα φέρνει αναγνώριση πνευματικών δικαιωμάτων αλλά και οργάνωση των καλλιτεχνών σε επαγγελματικά σωματεία.

Ονόματα καλλιτεχνών που εμφανίζονται την πρώτη εποχή είναι ο «τίγρης» Εδουάρδο Αρόλας, ο «Γερμανός» Αρτούρο Μπερνστάιν, ο Πέδρο Μάφια, ο Ρομπέρτο Φίρπο και η ορχήστρα του, ο Χουάν Κάρλος Κομπιάν [La casita de mis viejos], ο Πασκουάλ Κοντούρσι που μας δίνει το πρώτο τάνγκο με στίχους, το Mi noche triste [1916-1917]. Χωρίς βέβαια οι παλιοί να εξαφανιστούν, νέα ονόματα βγαίνουν στην επιφάνεια λίγο πριν ή μετά το 1920: Αγκουστίν Μπαρντί [Que Noche!, El Abrojo], ο Χούλιο ντε Κάρο, ο Οσβάλντο Πουλιέσε, που το τραγούδι του Recuerdo ο Φερέρ θεωρεί σταθμό στη διάκριση των περιόδων, και φυσικά ο μεγάλος Κάρλος Γκαρδέλ, στον οποίο αφιερώνει ένα μικρό κεφάλαιο, θεωρώντας τον σταθμό στην ερμηνεία των τραγουδιών του τάνγκο. Σε ένα άλλο κεφάλαιο μελετά την εξέλιξη των μουσικών σχημάτων από το απλό τρίο [βιολί, πιάνο, μπαντονεόν] στο σεξτέτο [2 βιολιά, 2 μπαντονεόν, κοντραμπάσο, πιάνο], που δίνει ηχητική βαρύτητα και τέλος στην Orquesta tipica [1915-20] που συνήθως αποτελείται από μια ομάδα εγχόρδων [βιολιά, βιόλα, βιολοντσέλο], μια ομάδα μπαντονεόν [3+] και μια ομάδα ρυθμού [πιάνο, κοντραμπάσο].

Όλα αυτά τα ονόματα - άγνωστα στον μέσο Έλληνα αναγνώστη - ίσως θολώνουν αυτό που πραγματικά είναι το τάνγκο. Με τα λόγια του Φερέρ: «Το τάνγκο είναι η ίδια η ζωή, σ’ αυτό συγκλίνουν όλα τα αινίγματα της ανθρώπινης ψυχής. Το υπόβαθρό του θα είναι αναγκαστικά μελαγχολικό διότι η ζωή είναι μελαγχολική. Και γι’ αυτό είναι κάτι προσωπικό. Διότι μια εξομολόγηση δε γίνεται φωναχτά. Το τάνγκο είναι μια ατμόσφαιρα, συνδέει στιγμές…»


[Το άρθρο αυτό για το βιβλίο του Οράσιο Φερέρ, Το τάνγκο, η ιστορία και η εξέλιξή του (εκδόσεις Κοντύλι), βασίστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο καφέ Φιλίππου στην παραλία του Βόλου, στις 22 Ιουνίου 2014, από τον Παναγιώτη Αλεξανδρίδη και την Σοφία Ηλιάδη, που διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο. Η παρουσίαση τελείωσε με τα μέλη του Puerto del Tango - και όχι μόνο - να χορεύουν τάνγκο.]

Ο Οράσιο Φερέρ γεννήθηκε το 1933 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης. Ποιητής, μελετητής και στιχουργός, είναι ιδιαίτερα γνωστός για τους στίχους που έγραψε σε τάνγκο του Άστορ Πιατσόλα, με κορυφαία ίσως το Balada para un loco και Chiquilin de Bachin.
Συνέχεια →
Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Λούλα - Βαγγέλης Ραπτόπουλος

0 σχόλια
Πρωτοδιάβασα τη Λούλα λίγους μήνες μετά την πρώτη της έκδοση το 1997. Ήταν μια εποχή μακαριότητας και υποτιθέμενων βεβαιοτήτων. Μπλεγμένος κι εγώ ίσως τότε στις δικές μου βεβαιότητες - τα δικά μου «ξέρω», που λέει ο "άγνωστος" του βιβλίου - ενοχλήθηκα κάπως. Όχι, όχι από τις «ωμές» σεξουαλικές περιγραφές. Πώς θα μπορούσα άλλωστε; Με ενδιέφερε η ανθρώπινη σεξουαλικότητα και είχα ξεσκονίσει αρκετά σχετικά δοκίμια. Αγαπούσα την ερωτική λογοτεχνία, από τον Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι ως τον Χένρι Μίλερ και τον Μέγα Ανατολικό. Άρα ήταν φυσικό να δω θετικά την τόλμη του Βαγγέλη Ραπτόπουλου να καταπιαστεί με ένα τέτοιο θέμα. Αυτό που δεν μου κάθισε καλά ήταν η αοριστία με την οποία περιέβαλλε ο συγγραφέας έναν από τους κεντρικούς του ήρωες και η επένδυση της ερωτικής ιστορίας με στοιχεία μεταφυσικού τρόμου που θύμιζαν Κινγκ και Λάβκραφτ, συγγραφείς που κάποια βιβλία τους – ταγμένος ορθολογιστής – δεν είχα συμπαθήσει ποτέ ιδιαίτερα. 

Ξαναπιάνοντας τη Λούλα σχεδόν 17 χρόνια μετά, η απόσταση από την εποχή που τη γέννησε αλλά και τα χρόνια που περάσαν από πάνω μου μού επέτρεψαν να τη δω με διαφορετικό μάτι. Τον καιρό εκείνο της επίπλαστης – όπως φάνηκε – μακάριας ευημερίας, στο μυθιστόρημα του Β.Ρ. υπήρχε το στοιχείο μιας απειλής. Η αοριστία λοιπόν έδενε με αυτή την απειλή για να δημιουργήσει έναν κόσμο εφιαλτικό, ιδίως στο δεύτερο και το τρίτο μέρος του βιβλίου, σε πολύ ταιριαστή αντίθεση με το ρεαλιστικό και καθημερινό πρώτο μέρος.

Αλλά ας πιάσουμε τα πράγματα με τη σειρά. Η Λούλα είναι μια 20χρονη φοιτήτρια Φιλοσοφικής με μάλλον τετριμμένες ανησυχίες, χωρίς ιδιαίτερο πνευματικό βάθος, με άγχη και αναστολές, με μοναδικό της όνειρο τον γάμο με τον κατάλληλο άντρα – μια μέση κοπέλα, δηλαδή. Στο πλαίσιο των σεξουαλικών της αναζητήσεων, η όμορφη αυτή επαρχιωτοπούλα, από τη Χαλκίδα έχει ένα σοβαρό πρόβλημα: δεν μπορεί να φτάσει σε οργασμό. Έχει βρει όμως τον ιδανικό (;) μελλοντικό σύζυγο, τον Στέλιο, που όχι μόνο θα την αποκαταστήσει, αλλά πιθανότατα, λόγω των τεράστιων προσόντων του, θα της λύσει και το πρόβλημα της ανοργασμίας. Από την άλλη, η συγκάτοικός της, η Λαρισαία Εύη, αποτελεί έναν πολύ ενδιαφέροντα αντίποδα της Λούλας. Όχι ιδιαίτερα όμορφη, αλλά «ξεπεταγμένη», η Εύη με το μυαλό γεμάτο ρετσέτες για τις σχέσεις γίνεται ο (αφερέγγυος; καταστροφικός;) σύμβουλος και οδηγός της στον αχαρτογράφητο μεταφεμινιστικό κόσμο. Η άβουλη Λούλα ακούει συνεχώς την εσωτερικευμένη φωνή της «έμπειρης» Εύης πότε να τη σπρώχνει, πότε να της εφιστά την προσοχή, αλλά και να κοντράρεται με μια άλλη φωνή μέσα της, αυτή του «καλού» κοριτσιού, του οικογενειακού της ίσως υπόβαθρου.

Η κρίσιμη στιγμή έρχεται όταν η Λούλα, μαστουρωμένη, μαλωμένη με τον Στέλιο, ανακαλύπτει – ναι, για πρώτη φορά! - την απόλαυση του αυνανισμού και βλέπει μέσα απ’ αυτόν μια πιθανή οδό προς τον πολυπόθητο οργασμό. Και τότε - άραγε ως τιμωρία για την αποχαλίνωσή της; ως επιβράβευση; - εμφανίζεται ο «άγνωστος». Εξαρχής ο Β.Ρ. μάς έχει πληροφορήσει ότι η ηρωίδα του είναι καταδικασμένη και ο άντρας που εμφανίζεται να της χτυπά την πόρτα είναι προφανές πως θα είναι ο καταλύτης σ’ αυτή την ιστορία. Αλλά ποιος είναι αυτός ο άγνωστος άντρας; Ο άντρας των ονείρων της; Ψυχωτικός; Βιαστής; Δολοφόνος; Τραγόμορφος θεός; Βρικόλακας; Ένας Μεφιστοφελής που αντί για νιάτα, σοφία ή πλούτη χαρίζει στις γυναίκες το δώρο της σεξουαλικής πλήρωσης; Ο Β.Ρ. δεν θα μας το αποκαλύψει παρά στο τέλος. Αλλά και πάλι παίζει μαζί μας. Για παράδειγμα, στην εφιαλτική βόλτα του άγνωστου με τη Λούλα βάζει μια μάρτυρα – την κυρία με το σκυλάκι – να διαπιστώνει ότι ο άγνωστος δεν έχει σκιά. Αυτό έρχεται σε αντίφαση με την εκδοχή που μας προτείνεται στο τέλος. Αλλού αναφέρεται η ιστορία της Λίμνης ως «υποτιθέμενη», ενώ παρακάτω μιλάει «για μεγάλες αμαρτίες… σαν αυτές που διέπραξες στη Λίμνη». Όλα αυτά, ωστόσο, συντείνουν στη δημιουργία δυσοίωνης απροσδιοριστίας. Η ασάφεια ταιριάζει στο μυθιστόρημα. Εξάλλου, η ίδια αυτή βόλτα στο καμίνι της Ιουλιάτικης Αθήνας σε ποιο βαθμό γίνεται πραγματικά και σε ποιο στο «νταγκλαρισμένο» μυαλό της Λούλας; Η γλώσσα είναι πια παραληρηματική σε αντίθεση με τον καθημερινό λόγο και την προφορικότητα του πρώτου μέρους. Ο χρόνος παύει να είναι γραμμικός, το παρόν μπλέκεται με το παρελθόν. Δεν θέλω να μιλήσω για το τρίτο και τελευταίο μέρος, μη τυχόν παρασυρθώ, αποκαλύψω κάτι και χαλάσω το σασπένς.


Η Λούλα δεν κατατάσσεται εύκολα. Γιατί θα έπρεπε άλλωστε; Λογοτεχνία του τρόμου, ψυχολογικό θρίλερ, ψυχογράφημα, μεταφεμινιστικό ερωτικό μυθιστόρημα, παρωδία, πορνογραφία; Υπάρχουν στοιχεία από όλα αυτά τα είδη. Το τελευταίο, η κατηγορία της πορνογραφίας, έχει χρησιμοποιηθεί από πολλούς για να επιτεθούν στο μυθιστόρημα. Πορνογραφία [κατά τη Wikipedia] είναι η περιγραφή ερωτικών πράξεων με σκοπό τον σεξουαλικό ερεθισμό του αναγνώστη. Είναι αυτός ο σκοπός του συγγραφέα; Ακόμη κι αν ναι σε έναν βαθμό, προσωπικά δεν με ενοχλεί. Το αντίθετο θα ήταν υποκρισία. Είναι προφανές ότι ο Β.Ρ. λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Οι περιγραφές ίσως σοκάρουν κάποιους ή κάποιες. Αλλά γιατί η λογοτεχνία θα πρέπει να αφήνει στην άκρη τη σεξουαλικότητα; Ή να την τυλίγει με ζαχαρίτσα για να καταπίνεται εύκολα; Μήπως επειδή δεν τολμάμε – ούτε καν ιδιωτικά, πόσο μάλλον δημόσια – να την εξερευνήσουμε; Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος με τη Λούλα τόλμησε. Να μιλήσει για πράγματα που ούτε στον εαυτό μας δεν ομολογούμε, αλλά και για τα αδιέξοδα μιας εποχής με πήλινα πόδια και ίσως έμμεσα να προοιωνιστεί το κακό της τέλος.


[Το κείμενο είναι η συμβολή μου στην παρουσίαση του βιβλίου του Βαγγέλη Ραπτόπουλου στον Βόλο, στο καφέ Ποδηλάτισσα, στις 17 Μαρτίου 2014]

Διαβάστε εδώ βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου από το αρχείο της BiblioNet και εδώ συνέντευξή του  στο diavasame.gr, με αφορμή το καινούργιο του βιβλίο, Η πιο κρυφή πληγή.
Συνέχεια →
Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Παντρεμένες - Άρη Σφακιανάκη

0 σχόλια
Δεν είχα διαβάσει άλλο μυθιστόρημα του Άρη Σφακιανάκη πριν τις Παντρεμένες. Σε ανύποπτο όμως χρόνο είχα ακούσει μια ραδιοφωνική συνέντευξή του στην ΕΡΑ, στο σβησμένο πια από τον χάρτη Β’ πρόγραμμα, και μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον – άλλωστε ανήκουμε λίγο-πολύ στην ίδια γενιά και μοιάζει να έχουμε παρόμοιο υπόβαθρο και εμπειρίες.

Η πρώτη ερώτηση που πιθανόν θα γεννιόταν σε έναν υποψήφιο άντρα αναγνώστη, όπως εγώ, είναι γιατί να διαβάσει ένα βιβλίο με τέτοιο τίτλο και που εκ πρώτης όψεως απευθύνεται σε γυναίκες. Η απάντηση δείχνει ίσως προφανής: μάλλον περιμένει συμβουλές από κάποιον επαγγελματία Δον Ζουάν για το πώς να ρίξει στα δίχτυα του παντρεμένες ή τουλάχιστον να πάρει λίγη μυρωδιά από έναν κόσμο ερωτισμού με διαθέσιμες και λαμπερές γυναίκες.

Ωστόσο, το βιβλίο του Άρη Σφακιανάκη κάθε άλλο παρά αυτό κάνει. Ο συγγραφέας πλάθει έναν ήρωα που διακατέχεται από αγωνία αναζήτησης ερωτικών σχέσεων, προσπαθώντας ταυτόχρονα να αποφύγει την οποιαδήποτε δέσμευση. Όμως αντί να αναζητά τον Έρωτα, μάλλον επιδιώκει απλώς να προσθέσει μερικά ακόμη τρόπαια στη συλλογή του με έναν ψυχαναγκαστικό τρόπο. Αναρωτήθηκα ποια είναι τα κίνητρα του ήρωα. Πιθανότατα, είναι αυτά που μοιράζεται με την τεράστια πλειοψηφία των ανδρών και που δεν τον οδηγούν σε κάποια ορατή (από μένα τουλάχιστον) απόλαυση – δεν βρίσκει και πολλά κολακευτικά λόγια να πει για τις ερωμένες του. Φυσικά, ο αφηγητής-ήρωας, ο Παρθένιος Σατανάκης, έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα ως «κυνηγός» σε σχέση με τους περισσότερους από εμάς: το χάρισμα του λόγου με το οποίο μπορεί να πείσει μία γυναίκα για το οτιδήποτε – ή σχεδόν – και μαζί βέβαια τη συγγραφική ιδιότητα που κολακεύει τη ματαιοδοξία των στόχων του που ονειρεύονται (λογοτεχνική) δόξα Έμα Μποβαρύ.

Αυτά όμως ακριβώς τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα είναι που τον παγιδεύουν όταν για να ξελασπώσει οικονομικά δέχεται τον ρόλο που του αναθέτει ο παλιός του συμμαθητής, πλαστικός χειρουργός. Ο εν λόγω Αλμπάνης έχει καταστρέψει έναν μεγάλο αριθμό γυναικών που, αναζητώντας τη χαμένη τους αυτοπεποίθηση ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο, έχουν προσφύγει σ’ αυτόν για να τους φτιάξει τη μυτούλα, να τους χαρίσει τέλειο χαμόγελο ή ραφινάτα χέρια. Στα χέρια του πλαστικού οι γυναίκες αυτές έχουν μετατραπεί σε «τέρατα» τα οποία ο Σατανάκης θα πρέπει να πείσει ότι το ελάττωμά τους είναι ακριβώς η νέα γοητεία τους.

Το εύρημα του πλαστικού χειρουργού και της ανάθεσης του συγκεκριμένου έργου στον συγγραφέα-αφηγητή είναι καταπληκτικό με άκρως ενδιαφέρουσες συμπαραδηλώσεις. Πόσοι από εμάς, ατομικά ή συλλογικά, δεν πέφτουμε - χρόνια τώρα - πρόθυμα θύματα ενός εκμαυλισμού; [Εννοώ σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.] Ακόμη και σήμερα, πόσες σειρήνες των διάφορων Νιουσπικ [των διάφορων σαξές στόρι] δεν μας παρασέρνουν σε κάθε λογής νύχια; Ας μη μας εκπλήσσει λοιπόν το ότι καταφέρνει αυτός ο μέγας πλανευτής, ο Παρθένιος Σατανάκης, να πείθει τις γυναίκες ηρωίδες του μυθιστορήματος. Ο καθένας μας πείθεται με μεγάλη ευκολία από αυτό που θέλει να ακούσει. Ο καθένας μας πλανεύεται όταν είναι έτοιμος να πλανευτεί.

Δεν θέλω να μπω στην αιώνια συζήτηση πού σταματάει ο συγγραφέας και πού αρχίζει ο ήρωας. Αυτό που προσλαμβάνω διαβάζοντας τις Παντρεμένες είναι ένας αυτοσαρκασμός και ταυτόχρονα μια συνεχής αγωνία του αφηγητή να βρει τον χαμένο του συγγραφικό - και όχι μόνο -  λόγο ύπαρξης. Νομίζω ότι πέρα από τον καημό του για τις τρίχες που του λείπουν, τα λεφτά που ποτέ δεν του φτάνουν και τις γυναίκες που ποτέ δεν χόρτασε, αυτό είναι το βασικό κίνητρο του αφηγητή Παρθένιου. Με λάθος τρόπους και μέσα από τις αντιφάσεις του – όπως όλοι μας άλλωστε – προσπαθεί να βρει την «ψυχή» του. Ίσως έτσι ερμηνεύεται και η αναδρομή στο παρελθόν με το επεισόδιο της νεότητας του Σατανάκη στη Ρόδο – για να βρει το πότε άρχισε η πτώση; - αλλά και η ανάγκη να «γειωθεί» με την ύπαρξη της κόρης του.

Ήρωες και ηρωίδες του βιβλίου είναι εξίσου μοναχικοί, εξίσου εύπιστοι – ο καθένας με τον τρόπο του – και μπαίνουν και οι μεν και οι δε στο σατιρικό στόχαστρο του Άρη Σφακιανάκη. Η κάποια εστίαση στην ανδρική φιλία – μαύρη φιλία, στο κάτω-κάτω, μια και πολύ εύκολα προδίνεται – εξισορροπείται από τις απίθανες αναφορές στις ενδυματολογικές, κοσμητολογικές, αρωματολογικές, κλπ, επιλογές των ηρωίδων. Πραγματικά, οι γνώσεις αυτές είναι ένα προσόν που το ζήλεψα και αναρωτήθηκα αν ο συγγραφέας έκανε επί τούτου έρευνα ή αν έτσι κι αλλιώς τα γνώριζε όλα αυτά. Αυτά είναι αρκετά για να φανεί πως είναι λάθος να καταχωρίσουμε το μυθιστόρημα στον χώρο της λογοτεχνίας για γυναίκες – εξάλλου τέτοιες διακρίσεις αφορούν περισσότερο εκδότες και βιβλιοπώλες παρά συγγραφείς και αναγνώστες. Οι Παντρεμένες διαβάζονται άνετα τόσο από γυναίκες όσο και από άντρες. 


[Το παραπάνω κείμενο βασίστηκε στη συμβολή μου στην παρουσίαση του μυθιστορήματος του Άρη Σφακιανάκη, Παντρεμένες, στο Καφέ Ποδηλάτισσα στον Βόλο, στις 15 Ιανουαρίου 2014.]
Συνέχεια →
Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Αλλάζει πουκάμισο το φίδι - Κώστας Ακρίβος

0 σχόλια
Ο Κώστας Ακρίβος χωρίζει το βιβλίο του σε 7+1 κεφάλαια [δεν ξέρω αν υπάρχει ηθελημένος συμβολισμός σ’ αυτό – υποψιάζομαι πως ναι]. Κάθε ένα απ’ αυτά τα κεφάλαια είναι και ένα ταξίδι στον (ελληνικό και μη) ΧΩΡΟ και ΧΡΟΝΟ. Αφορμή γι’ αυτά τα ταξίδια είναι ένα πραγματικό περιστατικό – όπως δηλώνει ο ίδιος σε συνεντεύξεις του – όταν σοκάρεται από τον τρόπο με τον οποίο ένας ξένος [ο Τούρκος Χασάν, στο βιβλίο] βλέπει την Ελλάδα της κρίσης. Τρόπο που δηλώνει οίκτο αλλά και πιθανή χαιρεκακία. [Σε όλο το βιβλίο ο αφηγητής νιώθει έντονη την ανάγκη να μάθει πώς βλέπουν εμάς τους Έλληνες οι ξένοι. Άλλο, βέβαια, είναι να γνωρίζουμε εμείς τα ελαττώματά μας κι άλλο να μας τα τρίβουν στη μούρη οι άλλοι.] Η απόφασή του βοηθιέται κάποια στιγμή από μια παροδική αναπηρία [μια επέμβαση στο χέρι] και τη συνακόλουθη αναρρωτική άδεια που τον βγάζει στον δρόμο, αρχικά οδοιπόρο σε αναζήτηση του τι έχει μείνει από την Ελλάδα της αρχαίας και της σύγχρονης εθνικής αφήγησης. Ταυτόχρονα, με το τσίγκλισμα κάποιων μυστηριωδών μηνυμάτων, αναζητά και τη χαμένη του (;) συγγραφική έμπνευση.
Ο πραγματικός χρόνος των ταξιδιών εκτείνεται περίπου από τις αρχές του 2010 ως τις αρχές του 2013. Ωστόσο, ο μυθιστορηματικός χρόνος πηδάει συνέχεια από το παρόν στο παρελθόν και κάποια στιγμή στο μέλλον. Αυτό που απασχολεί εναγωνίως τον αφηγητή-ταξιδευτή είναι να ανακαλύψει τι κράτησε ζωντανό αυτό τον τόπο, αυτό τον πολιτισμό, όλους αυτούς τους αιώνες. Και αν μένει ακόμη κάποια σπίθα απ’ όλα αυτά ή αν τα έχουν σβήσει για πάντα η ιδιοτέλεια, ο ωχαδερφισμός, η καλοπέραση κι ο εύκολος πλουτισμός – για να αναφέρω μερικά μόνο από τα αρνητικά χαρακτηριστικά που διάφοροι χαρακτήρες του βιβλίου προσάπτουν στον σύγχρονο Έλληνα.
Ο αφηγητής – είναι και δεν είναι ο συγγραφέας: μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, αν και σε κάποια στιγμή ο Κ.Α. παίρνει τις αποστάσεις του μέσω μιας τριτοπρόσωπης αφήγησης – καταπιάνεται με άγνωστες πτυχές της Ελλάδας που ξέρουμε ή δεν ξέρουμε [άλλη ιστορία αυτή]. Με ξεχασμένους μύθους [έποψ-τσαλαπετεινός/Κένταυρος Φόλος], λέξεις [μποτσουλάδι, μολόχα, τζίπα], έθιμα, λαογραφικά στοιχεία [κατασκευή τσαμπούνας, καραγκιόζης], αλλά και ανθρώπους. Ανθρώπους παλιούς και καινούργιους, γνωστούς και λιγότερο γνωστούς ή εντελώς άγνωστους – καθημερινούς μικρούς [από άποψη φήμης] ήρωες. Ο συγγραφέας σκύβει πάνω απ’ όλα αυτά με ευλάβεια και ταπεινότητα και σιγά-σιγά υφαίνει τον ιστό αυτού που ήταν και εξακολουθεί να είναι η Ελλάδα. Ευγένεια ψυχής, ανήσυχο πνεύμα, δημιουργική φαντασία, φιλομάθεια, ευαισθησία, μεράκι, λεβεντιά, ανιδιοτελής προσφορά [δεν τα εξαντλώ]. Και πάνω απ’ όλα, αυτό που του χαρίζεται ως έμπνευση μια (παράνομη) νύχτα στην Ακρόπολη: «η αρχοντιά της φτώχειας».
Ο Κ.Α. γνωρίζει ότι όλη αυτή η μεγαλοσύνη δεν χωράει στο στενό παπούτσι – ας μου επιτραπεί η έκφραση – μιας κακώς νοούμενης μονοδιάστατης «ελληνικότητας» [ελληνολατρίας]. Ο δικός του ελληνικός κόσμος έχει χώρο για τους αιρετικούς Ισλαμιστές Μπεκτασήδες, τον Τούρκο ποιητή και επαναστάτη Μπεντρετίν, τα αρβανίτικα του Μάρκου Μπότσαρη, τον Αυστριακό Αλφόνς, τον Ελληνο-Νορβηγό Ούλαφ Δημήτρη Ρόε, τους καθημερινούς Αλβανούς μετανάστες, τα φτωχά παιδιά από το Πακιστάν ή το Μπαγκλαντές. Αυτός ο τόπος είναι ένα μεγάλο χωνευτήρι όπου αξία δεν έχει το σωματικό DNA αλλά το πολιτισμικό DNA που συνεισφέρει ο καθένας.
Η λογοτεχνική υφαντουργία του Κ.Α. – με πολλή δουλειά, αληθινό κοιλοπόνημα – στήνει έναν κόσμο γοητευτικό με ήρωες άλλους γνωστούς, τους περισσότερους παρεξηγημένους ή άγνωστους. Έναν κόσμο με φίλους [τον Τσιρίλο, τον Παρασκευά, τη Ράνια], ανθρώπους ανοιχτούς και φιλόξενους [Ποιον να πρωτοθυμηθείς;], παρέες, τσίπουρο, κρασί (ρετσίνα), ή ρούμι, μουσικές, ποίηση, την ΑΥΡΑ, τον ΔΙΟΝΥΣΗ, τον ΚΑΒΟΥΡΑ, το ΡΑΚΟΥΜΕΛ, το ΚΟΡΤΟ ΜΑΛΤΕΖΕ, τη ΜΙΝΕΡΒΑ, και το ιδανικό βιβλιοπωλείο, τον ΦΑΡΟ, που ικανοποιεί την κάθε σου βιβλιοφιλική απορία. Έναν κόσμο που σε καλεί να τον κατοικήσεις. Νιώθεις άνετα εκεί μέσα. Πιάνεις τον εαυτό σου να λέει «κι εγώ έχω νιώσει έτσι», «κι εγώ το έχω ζήσει αυτό» ή «θα ήθελα να το ζήσω». Έναν κόσμο, τελικά, που ο συγγραφέας σε κάνει να αισθάνεσαι ότι αξίζει να επιβιώσει.
Κατά τη γνώμη μου, αυτό που κάνει εντέλει τόσο γοητευτικό το μυθιστόρημα του Κ.Α. είναι το παιχνίδι του με τα όρια, με αυτό που είναι και δεν είναι. Ο τρόπος που «ασύστολα» καταπατά τα όρια μεταξύ μυθιστορήματος, ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, ποίησης, δοκιμίου, κινηματογραφικής κριτικής. Όλα αυτά δένουν ιδανικά με το κεντρικό νήμα της αφήγησης. Ας δώσω ένα παράδειγμα. Είναι εντυπωσιακό το πώς οι ταινίες πχ, που χρησιμοποιεί στο βιβλίο στην ουσία αποτελούν κατά κάποιον τρόπο σχόλια για το ίδιο το μυθιστόρημα. Θυμάμαι τα λόγια του για την ταινία του Λεχ Μαγιέφσκι «Ο μύλος και ο σταυρός», που αναφέρεται στον πίνακα του Μπρίγκελ «Ο δρόμος για τον Γολγοθά», ότι το κεντρικό θέμα (ο Χριστός που οδεύει προς τον Γολγοθά) περνάει σε δεύτερη μοίρα γιατί πρωταγωνιστές είναι οι πεντακόσιες ανθρώπινες φιγούρες με τα διάφορα επεισόδια της ζωής τους (που περιβάλλουν την κεντρική σκηνή). Αυτό δεν γίνεται και με το βιβλίο;  Ή το «ταξίδι» του ήρωα του «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» του Γούντι Άλεν που επιστρέφει νοσταλγικά στον κόσμο των δικών του νεκρών ηρώων. Η νύχτα στο Παρίσι μπορεί κάλλιστα να γίνει μια νύχτα στην Ακρόπολη. Το «Άλογο του Τορίνο» του Μπέλα Ταρ μπορεί άνετα να αναφέρεται στην ίδια την προσπάθεια του συγγραφέα να αξιοποιήσει μέσω της μυθοπλασίας τα τρίμματα μιας πράξης για να φωτίσει το βλάσφημο την ύβρη το ασεβές.
Νομίζω ότι αρκούν αυτά για εισαγωγή στο βιβλίο και στη συζήτηση. Θέλω να τελειώσω ευχαριστώντας τον Κώστα για τα λυτρωτικά βουρκώματα που μου πρόσφερε το «Αλλάζει πουκάμισο το φίδι» αλλά και τις πολλαπλές ανατριχίλες στις οποίες με υπέβαλε η ανάγνωσή του.


[Το παραπάνω κείμενο είναι η συμβολή μου στην παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Ακρίβου "Αλλάζει πουκάμισο το φίδι" στο Αχίλλειο του Βόλου, στις 4/12/2013.]

Συνέχεια →

Ετικέτες