Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Μακριδάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Μακριδάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Ήλιος με δόντια - Γιάννης Μακριδάκης

0 σχόλια
Ήλιος με δόντια - Γιάννης Μακριδάκης
Αν φτιάξουμε μια συνταγή στην οποία:
1)Παίρνουμε σαν βάση ένα άγνωστο στους πολλούς πολεμικό συμβάν στη Χίο, που συνέβη τον Φεβρουάριο το 1944. Στο λιμάνι της Χίου έχει αγκυροβολήσει ένα σουηδικό πλοίο υπό την αιγίδα του Ερυθρού Σταυρού, με σκοπό να φέρει τρόφιμα στο νησί. Οι Βρετανοί, θεωρώντας ότι μεταφέρει καύσιμα για τους Γερμανούς κατακτητές, επιτίθενται και βομβαρδίζουν το πλοίο. Εκείνη τη μέρα 16 άνθρωποι σκοτώνονται ενώ πολλοί τραυματίζονται. Αυτές οι απώλειες ήταν για το νησί οι μεγαλύτερες από τις έως τότε καταστροφές που είχαν φέρει στο νησί οι ίδιοι οι Γερμανοί κατακτητές!, 
2)Ανακαλύπτουμε και περιγράφουμε την ιστορία του λιμανιού της Χίου, τη ζωή γύρω από αυτό, την ταξική διαστρωμάτωση της κοινωνίας, με την φτωχολογιά αποκλεισμένη μέσα στο Κάστρο και τους υπόλοιπους έξω απ' αυτό, στο περίφημο Τρίγωνο και γύρω απ' το λιμάνι, όπως ήταν τότε κατά την περίοδο του μεσοπολέμου και τέλος 
3)Αναφερόμαστε και στην παρουσία του Αγγλικού παράγοντα αλλά και του αντιστασιακού κινήματος ενάντια στον κατακτητή,

τότε με τα παραπάνω, ένας συγγραφέας, το πολύ-πολύ που μπορεί να γράψει, είναι ένα αξιόλογο ιστορικό αφήγημα ή ιστορικό μυθιστόρημα. Όμως στον Γ.Μ. αυτά τα συστατικά δεν αρκούν, έτσι προσθέτει τα παρακάτω 4) και 5).

4)Τώρα προσθέτουμε στη συνταγή το απαραίτητο και αναζωογονητικό καρύκευμα, δηλαδή το κοινωνικοπολιτικό πρόταγμα, ή το μήνυμα που θέλει να υπηρετήσει το βιβλίο, τον βασικό λόγο για τον οποίο αξίζει  κανείς να κάνει τον κόπο να γράψει ένα βιβλίο -αν και πολλοί συγγραφείς το αρνούνται αυτό-, εφευρίσκοντας έναν ήρωα περιθωριακό, θηλυπρεπή, κατατρεγμένο, που ξεχωρίζει απ' τη μάζα σαν την μύγα μέσα στο γάλα, που βολοδέρνει μια ζωή προπιλακιζόμενος και απορριπτόμενος από τον κοινωνικό του περίγυρο - μια καθαρή περίπτωση Bulling όπως αυτή που βιώσαμε πρόσφατα στην τραγική περίπτωση του Βαγγέλη Γιακουμάκη απ' την Κρήτη. Έτσι το καθαρό μήνυμα εδώ του Γ.Μ. είναι να καυτηριάσει αυτή την συμπεριφορά του περίγυρου και της κοινωνίας γενικότερα, απέναντι σ' αυτά τα υπερευαίσθητα, ξεχωριστά και περιθωριακά άτομα.

5)Τέλος δεν έχουμε παρά τελευταία να προσθέσουμε το απαραίτητο λαδάκι στην συνταγή μας, στην περίπτωσή μας, μια εκπληκτική μυθοπλασία και μια μαεστρική οργάνωση της ύλης, ένα μαστερ-πλαν όπως θα λέγαμε ελληνιστί. Στο βιβλίο αυτό, είναι τόσο πειστική η μυθοπλασία και η οργάνωση της ύλης, που ενώ το διαβάζεις όλο, διαβάζεις και την τελευταία σελίδα του συγγραφέα, στην οποία ο ίδιος επεξηγεί ποια απ' όλα αυτά που διαβάσαμε ήταν υπαρκτά πρόσωπα και ιστορικά γεγονότα, έχεις άρνηση να αποδεχθείς ότι π.χ. ο Κωσταντής δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά!

Την παραπάνω συνταγή μόνο ένας ταλαντούχος και προικισμένος μάστορας του Λόγου της Ζωής και της Γραφής σαν τον Γιάννη Μακριδάκη, μπορούσε να επιλέξει και με επιτυχία να πραγματοποιήσει. Έτσι λοιπόν ο Γ.Μ., για άλλη μια φορά κεντώντας  διπλοβελονάκι γράφει το υπέροχο "Ήλιος με δόντια"!

Τελείωσα το βιβλίο μόλις 2 μέρες πριν ανακαλύψουν το πτώμα του αδικοχαμένου παιδιού του Βαγγέλη Γιακουμάκη από την Κρήτη. Δεν περίμενα τόσο σύντομα και τραγικά  να επαναληφθούν παρόμοιες καταστάσεις σαν αυτές που αναφέρονταν στο βιβλίο, κοντολογίς δεν περίμενα τόσο γρήγορα να επιβεβαιωθούν οι φόβοι του συγγραφέα. Έτσι κατάλαβα πιο βαθιά μέσα μου τον πόνο και τα βάσανα που βίωσε ο δυστυχής Βαγγέλης, ίδια κι όμοια μ' αυτά που βίωνε τόσα χρόνια κι ο ήρωας Κωσταντής του βιβλίου. Αυτό συνετέλεσε στο να καταλάβω το μεγαλείο του συγγραφέα, -που άλλωστε αυτός είναι μεταξύ των άλλων κι ο ρόλος του-, να προβλέπει, να αναλύει και να καυτηριάζει το κακό.

Έτσι την αποφράδα εκείνη Κυριακή, στις 15/3/2015, ένοιωσα την ανάγκη να γράψω την παρακάτω ανάρτηση:

Δεν πέρασαν παρά μόνο 7 λεπτά και είχα την τιμή, να μου απαντήσει προσωπικά ο ίδιος ο συγγραφέας:


Ήταν σωστό που -κατά τύχη- διάβασα πρώτα το βιβλίο αυτό και μετά τη "Η μητέρα του σκύλου" του Π. Μάτεσι, -βιβλίο αληθινά κλασσικό για την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία-, που αναφέρεται επίσης στο ίδιο θέμα το bulling και έτσι μπόρεσα λογοτεχνικά να πάω, απ' τον θετικό στον υπερθετικό βαθμό αξιολόγησης των δυο βιβλίων. Είμαι σχεδόν απόλυτα σίγουρος πως το βιβλίο "Η μητέρα του σκύλου" του Π. Μάτεσι, απετέλεσε τον μπούσουλα ή την αφορμή για την συγγραφή αυτού του βιβλίου.

Δεν θέλω να μαρτυρήσω πολλά πράγματα ακόμη από την υπόθεση του βιβλίου. Θέλω να πω μόνο, πως για μένα και αυτό όπως και τα άλλα 3 βιβλία του που διάβασα, δηλαδή "Τη δεξιά τσέπη του ράσου", "Η άλωση της Κωσταντίας", και "το ζουμί του πετεινού", αποτελούν πολύτιμα μαργαριτάρια στο βιβλιοιστορικό μου ρεπερτόριο.

Και σ' αυτό του το βιβλίο, η φαντασία και η ευρηματικότητα του Γ.Μ στην μυθοπλασία. όπως προανέφερα, είναι κάτι που σε καθηλώνει. Κι όλο αυτό είναι συνδυασμένο με ιδιαίτερο σεβασμό και με απόλυτη συσχέτιση με την ιστορική πραγματικότητα. Έτσι ο αναγνώστης πληροφορείται τη φυσιογνωμία μιας ολόκληρης βιωμένης ιστορικής μνήμης, όπως την καταστροφή της Σμύρνης, τη δικτατορία του Μεταξά, την ζωή στην κατοχή, ακόμη και τη τοπική λαϊκή αντίσταση στη Χίο αλλά και τη σχέση των Άγγλων μ' όλα αυτά. Όταν τα βάλεις όλ' αυτά όπως ο Γ.Μ. μαστορικά μαζί, τότε παράγεις σαν αποτελέσματα έναν τέλειο μύθο και μια σφιχτή πλοκή όπως συμβαίνει κατά κόρον στο βιβλίο αυτό. Και όλο αυτό το σκηνικό συνδυάζεται με την ζωή του βασικού ήρωα Κωνσταντή, που βέβαια δεν έχασε τη ζωή του, αλλά παραφρόνησε όταν είδε ανάμεσα στους νεκρούς του βομβαρδισμού τον θετό του ουσιαστικά πατέρα τον Μαστρο-Μιμήκο, -που άτυπα τον υιοθέτησε- και τον μόνο άνθρωπο που αγαπούσε, τον Απόστολο. Για όλα αυτά τα γεγονότα, αφήνει τον Κωσταντή ο συγγραφέας σε πρώτο πρόσωπο να ανασυνθέσει στη μνήμη του, μιλώντας κάθε Σάββατο ξανά και ξανά μπροστά στον καθρέφτη, με ένα λόγο αστείρευτο, χειμαρρώδη, προσπαθώντας να ξαναθυμηθεί τι ακριβώς συνέβη.

Αυτό όμως που μοιάζει να τον ενδιαφέρει δεν είναι  μόνο  η ιστορία  και η καταγραφή ενός σχεδόν άγνωστου στους πολλούς πολεμικού συμβάντος στο λιμάνι της Χίου αλλά η παρουσίαση του παράδοξου ήρωα του. Τον ενδιαφέρει περισσότερο να σκηνοθετήσει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής και της κοινωνίας και τη σχέση του ομοφυλόφιλου ήρωα μαζί τους που φτάνει τελικά να γίνει αποδεκτός τόσο από μια αντιστασιακή ομάδα όσο και από την ίδια την εκκλησία, γεγονός που από μόνο του προκαλεί με την αντίφασή του. Τι είναι τελικά ο Κωνσταντής; Είναι ένας άνθρωπος που καταφέρνει από αποδιοπομπαίος τράγος  της μικρής κοινωνίας να γίνει ακόμη και ιερέας παρά τη γνωστή του ιδιαιτερότητα ή ένα πρόσωπο ψυχικά διαταραγμένο που βιώνει μια σκληρότητα από την κοινωνία γύρω του, έναν παρανοϊκό εγκλεισμό στους  ηθικούς κώδικες της εποχής του και στην προσωπική του διαταραχή;  Και το ίδιο το βιβλίο είναι τελικά η συνειρμική αφήγηση μιας προσωπικής ιστορίας που χάνεται στη δίνη της ιστορικής πραγματικότητας ή η καταγραφή των παράπλευρων απωλειών που οι κοινωνικοί κώδικες της ηθικής μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου έφεραν και πόσο διαχρονικές μπορεί να είναι αυτές;[από την Τέσυ Μπάιλα]


Για τον Γιάννη Μακριδάκη

Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου, είναι σήμερα μόνο 40 χρονών, και έχει γράψει ήδη 11 επιτυχημένα βιβλία. Όμως ο Γ.Μ. δεν είναι μόνο ένας επιτυχημένος συγγραφέας, είναι συγχρόνως βιοκαλλιεργητής, ακτιβιστής, στοχαστής, πολιτικός σχολιαστής, έχει φτιάξει το απλεπιστήμιο, είναι ένας πανεπιστήμων με την αρχαιοελληνική αριστοτελική έννοια του όρου, με το δικό του όραμα, την δικιά του ουτοπία. Προσωπικά, εκτιμώ απεριόριστα τον Γ.Μ. και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το λογοτεχνικό του έργο. Δυστυχώς τέτοιοι άνθρωποι δεν υπάρχουν πολλοί στην Ελλάδα, μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι συμφωνώ σε όλα μαζί του -ιδίως σε κάποιους από τους πολιτικούς σχολιασμούς του.

Η εκτίμησή μου μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, όταν πληροφορήθηκα προχθές ότι αρνήθηκε να συμμετάσχει σε εκδήλωση του Ιανού. Ιδού το κείμενο που παραθέτει ο ίδιος:
«Μου τηλεφώνησε ο υπεύθυνος του Ιανού και μου είπε ότι θέλουν να μου κάνουν αφιέρωμα. Έχουν κάνει, είπε, αφιερώματα σε πολλούς γνωστούς σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, μου τους απαρίθμησε κιόλας έναν προς ένα και μία προς μία και κατόπιν με ρώτησε αν θέλω να πάω κι εγώ, και πότε.
Τον ευχαρίστησα τον άνθρωπο που με σκέφτηκε αλλά του απάντησα ότι έχω ιδεολογικό πρόβλημα με τον Ιανό, δεν συμφωνώ με τις πρακτικές, τις οποίες μαθαίνω από διάφορες καταγγελίες του σωματείου εργαζομένων στον χώρο του βιβλίου, ότι εφαρμόζει ο ιδιοκτήτης του στους εργαζόμενους, συνεπώς δεν μπορώ να δίνω άλλοθι σε αυτές με την παρουσία μου εκεί, άρα ότι δεν θέλω να μου κάνουν αφιέρωμα.
Με ευχαρίστησε κι αυτός και μου είπε ότι αυτήν ακριβώς την απάντηση περίμενε από μένα…
Καλό αυτό.
Το καταγράφω το περιστατικό επειδή όλα αυτά πρέπει να καταγράφονται. Προς γνώση των πάντων. Διότι αυτό που θίγεται όλα αυτά τα χρόνια είναι η αξιοπρέπειά μας και έχουμε χρέος να την υπερασπιζόμαστε με κάθε τρόπο αλλά και να στηρίζουμε έμπρακτα όσους την υπερασπίζονται και όσους δέχονται επιθέσεις επ’ αυτής».
Τελευταία πληροφορήθηκα ότι το ίδιο έκανε και ο δικός μας Κοροβίνης, μπράβο λοιπόν και σ' αυτόν!

Προσωπικά τον γνώρισα πέρυσι όταν ήρθε να μιλήσει για το κίνημα του Νερού  στον Βόλο και του έσφιξα το χέρι. Του υποσχέθηκα ότι αν μπορέσω οικονομικά, θα προσπαθήσω φέτος το καλοκαίρι να τον επισκεφτώ στην Χίου, στο μούρκι του. Ελπίζω να τα καταφέρω και να έχει το χρόνο να με δεχτεί έστω για λίγο.

Αποστόλης Μωραϊτόπουλος (AMOR)


-------------------------
Αναδημοσίευση από apopseis-eponyma.blogspot.com
Συνέχεια →
Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

«Η άλωση της Κωσταντίας», Βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη

0 σχόλια
Η άλωση της Κωσταντίας βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη

Εισαγωγικά

Φέτος το καλοκαίρι, είναι αλήθεια ότι διάβασα αρκετά ενδιαφέροντα βιβλία νέων Ελλήνων λογοτεχνών, όπως το "Κάτι θα γίνει, θα δεις" του Χρήστου Οικονόμου, το Ο κύριος Επισκοπάκης του Ανδρέα Μήτσου, όμως η αληθινή αποκάλυψη για μένα είναι το "Η δεξιά τσέπη του ράσου", Βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη, όπως και το τελευταίο που τελείωσα και παρουσιάζω σήμερα, το βιβλίο «Η άλωση της Κωσταντίας», επίσης του Γιάννη Μακριδάκη

Ο Γιάννης Μακριδάκης αποτελεί κυριολεκτικά την αποκάλυψη για μένα, φέτος, αν και το πρώτο του μυθιστόρημα το έγραψε το ήδη το 2008 ("Ανάμισης ντενεκές" - βιβλιοπαρουσίαση 1 & 2). Δεν είχα την τύχη να τον διαβάσω νωρίτερα, αν και συμμετέχω σε λέσχη βιβλίου και γενικά είμαι λάτρης του καλού βιβλίου. Στο βιβλίο του "Η δεξιά τσέπη του ράσου", με συνεπήρε η λογοτεχνική περιγραφή της ασκητικής ζωής του μοναχού Βικέντιου, που μ' έκανε σχεδόν να θυμηθώ παπαδιαμάντια μαεστρία. Στο βιβλίο του αυτό με τίτλο «Η άλωση της Κωσταντίας» η γραφή του είναι χείμαρρος, χωρίς κεφάλαια και με ελάχιστες τελείες (και πάρα πολλές άνω τελείες) όπου οι προτάσεις είναι σιδηρόδρομοι -θυμίζουν Σαραμάγκου και κάπου Καρυστιάνη- κι όμως, το διαβάζεις κυριολεκτικά απνευστί. Σε μαγεύει η αμεσότητα της περιγραφής, η μίξη του τρίτου και πρώτου ενικού στην ίδια πρόταση δεν σε κουράζει, αντίθετα, σε απογειώνει, σε μεταφέρει αλλού, στα αληθινά μονοπάτια της λογοτεχνίας, που σπάνια συναντάς στη νεότερη ελληνική βιβλιογραφία. Αληθινά πιστεύω πως ο Μακριδάκης -αν και είναι μόλις 41 χρονών- αποτελεί ήδη ένα μεγάλο ταλέντο για την ελληνική λογοτεχνία.

Ιδού ένα απόσπασμα από το βιβλίο:

«η Κωσταντία κουνούσε το κεφάλι της σαν να 'χει απέναντί της έναν τρελό, δε σε το ΄πα εγώ ότι δεν είναι με τα καλά του, ότι τον αρέσουνε οι παλιατσαρίες, τη διάκοψε απότομα, εκείνη τη μέρα μ΄έφερε κάτι αρχαία λυχνάρια θεοβρόμικα, και κάτι κουταλάκια που σιχαινόσουνα να τα διείς όχι να τα πιάσεις και είχε την απαίτηση να τα χρηιμοποιώ κιόλας, παρ' τα ν' ανακατεύεις το τσάι σου να με σκέφτεσαι, με είπε ο αδικιωρισμένος, σιγά όμως μη τα κρατούσα, εγώ στην κόρη μου τα 'δωσα, από δω μέσα να φύγουνε, σιγά μη βάλω μέσα στο σπίτι μου ό,τι άχρηστο πετάνε οι Τούρκοι, μα είμαστε με τα καλά μας, ας τα πάρει η Άννα που πήρε και του λόγου του, και να τονε χαίρεται, σταμάτησε απότομα, κάπως τσαντισμένη. Η Βαγγελία είχε ένα συγκαταβατικό χαμόγελο στο στόμα της, στέναξε σα να της έλεγε δίκιο έχεις καημένη, έμπλεξες, τί να κάνεις κι εσύ, δε φταίς, η κόρη σου τα φταίει όλα, δεν άρθρωσε όμως λέξη, ξαναγύρισε στα χαρτιά και διάβασε παρακάτω, εκείνη τη μέρα ήτανε που σου πήρα δώρο τα κουταλάκια, Κωσταντία μου, και το λυχναράκι»(σελ. 72-73).

Περιττό να πω, ότι αρχίζει και τελειώνει με άνω τελεία. Όπως προανέφερα, αρχίζει με περιγραφή στον τρίτο ενικό "η Κωσταντία κουνούσε το κεφάλι της..." και στην ίδια πρόταση, βάζει ένα κόμα και συνεχίζει σε πρώτο ενικό "δε σε το ΄πα εγώ ότι δεν είναι με τα καλά του..." κ.ο.κ. Στην παρακάτω πρόταση "Η Βαγγελία είχε...", κάνει αρχικά ακριβώς το ίδιο όπως και πρίν και τελειώνει με το "εκείνη τη μέρα ήτανε που σου πήρα δώρο τα κουταλάκια, Κωσταντία μου, και το λυχναράκι", που πλέον συνεχίζει την αφήγηση του γράμματος! Δηλαδή σε μία πρόταση -που τελειώνει σε άνω τελεία ("στο λυχναράκι")- έχουμε 3 λεκτικά σχήματα μαζί: τρίτο, πρώτο ενικό και αφήγηση (του γράμματος) μαζί..! Καταπληπτικό!. Τέλος χρησιμοποιεί αυθεντική ντοπιολαλιά, που προσδίδει αμεσότητα και προφορική σχεδόν περιγραφή.

 

Η υπόθεση του βιβλίου  (όπως την περιγράφει ο ίδιος ο συγγραφέας)

 

«Τον Οκτώβριο του 2005 η 60χρονη Κωσταντία, Ρωμιά της Κωνσταντινούπολης, λαμβάνει ένα ογκωδέστατο γράμμα από τη Χίο. Αποστολέας είναι ο Γιάννης, ο γαμπρός της, ο οποίος ζει στο νησί μαζί με τη μοναχοκόρη της την Άννα και με την επιστολή αυτή τής καθιστά γνωστά (για να μην τα μάθει από άλλους) τα όσα έζησε και τα όσα έμαθε σχετικά με τον εαυτό του κατά την πρόσφατη επίσκεψη του ζεύγους στην Πόλη. Ιστορίες και καταστάσεις οι οποίες ξεκίνησαν από ένα τυχαίο περιστατικό και βήμα προς βήμα τού αποκάλυψαν το άγνωστο και σοκαριστικά ανατρεπτικό προσωπικό του παρελθόν. Διότι ο Γιάννης δεν είναι αυτός που νόμιζε ότι ήταν, μέχρι τα 35 χρόνια του. Ο γαμπρός της Κωσταντίας είναι Τούρκος από τη μεριά του πατέρα του αλλά υιοθετήθηκε όταν ήταν βρέφος από ανάδοχη ελληνική και χριστιανική οικογένεια στη Χίο. 

Η Κωσταντία λοιπόν, όπως κάθε Ρωμιά που σέβεται τον εαυτό της και την καταγωγή της, νιώθει τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια της καθώς διαβάζει αυτή την πληροφορία, δεν μπορεί να το διανοηθεί, δεν μπορεί να το πιστέψει, η κόρη της πήρε Τούρκο τελικά, πήγε στην Ελλάδα να παντρευτεί αλλά της βγήκε τουρκόσπορος, τρελαίνεται η Κωσταντία και είναι έτοιμη να σκάσει με αυτό το ύπουλο χτύπημα της μοίρας. Μετά το πρώτο σοκ επιστρατεύει όση ψυχραιμία της απέμεινε και ξεκινά, μαζί με την κουτσομπόλα φίλη της τη Βαγγελία να διαβάζουν όλη νύχτα εναλλάξ μεγαλοφώνως το ογκωδέστατο αυτό γράμμα του γαμπρού της, να περιπλανιούνται μαζί του στο Κουρτουλούς, στο Ντολάπντερε, στην Αντιγόνη, στο Μπαλουκλή, να μένουν άφωνες με αυτά που άκουσε ο ίδιος από Τούρκους και Ρωμιούς συγγενείς των πραγματικών του γονιών, να σχολιάζουν άλλοτε σαρκαστικά και άλλοτε με πίκρα τα γραφόμενά του, να ξαναζούν και να αναβιώνουν με διαφορετική ματιά γεγονότα και καταστάσεις που είχαν ζήσει παραλλήλως κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Πόλη, τέλος δε να απορούν και να βάζει ο νους τους ακόμη πολλά και διάφορα. Ο αναγνώστης παρακολουθεί αυτήν ακριβώς την ολονυκτία ανάγνωσης και τις αντιδράσεις των δύο φιλενάδων, καθώς ξεδιπλώνεται μπροστά τους λέξη προς λέξη η υπόθεση. 

Η άλωση της Κωσταντίας είναι ένα μυθιστόρημα βασισμένο στην ιδέα του «Αλλου», στο πώς αντιμετωπίζει ο καθένας τον «Αλλον», τον εθνικά και θρησκευτικά διαφορετικό, αλλά και τον «Αλλο του εαυτό» μέσα από τους πολλούς άλλους. Είναι εμπνευσμένο από τον τρόπο με τον οποίον η πλειονότητα των μελών της ελληνικής μειονότητας της Πόλης (αλλά και κάθε μειονότητας) αντιμετωπίζει το μέγα ζήτημα των μικτών γάμων αλλά και από τις ψυχολογικές αναταράξεις που συμβαίνουν σε έναν άνθρωπο όταν βλέπει να καταρρέουν ξαφνικά όλα όσα είχε βέβαια και δεδομένα για την ύπαρξή του τόσα χρόνια, όταν από τη μια στιγμή στην άλλη νιώθει ένας άλλος μέσα στον ίδιο του τον εαυτό. 

Η Κωσταντία αλώθηκε ψυχολογικά από τον πορθητή γαμπρό της, με σύγχρονο δούρειο ίππο έναν ογκωδέστατο φάκελο που έκρυβε εντός του μια ιστορία απίστευτη και γεμάτη εκπλήξεις από την αρχή ώς το τέλος της» (στο Τυπωθείτω της παλαι ποτέ Ελευθεροτυπίας στις 29/4/2011) 

Σχολιασμός πάνω στην υπόθεση του βιβλίου 

 

Το κλειδί της υπόθεσης είναι βέβαια η επιστολή του Γιάννη προς την πεθερά του Κωσταντία. Το μεγαλύτερο μέρος της δράσης ενσωματώνεται στο γράμμα του Γιάννη Γιασάρ Φρατζεσκάκη προς την πεθερά του, το οποίο διαβάζουν φωναχτά η ίδια και η φίλη της Βαγγελία, αναλαμβάνοντας εναλλάξ τον ρόλο της αναγνώστριας και της ακροάτριας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ο συγγραφέας πετυχαίνει μια σταθερή αντίστιξη λόγων (ο απολογητικός λόγος του Γιάννη για την τουρκική καταγωγή του και ο εξοργισμένος λόγος των δύο γυναικών για τη συνταρακτική παραδοχή του), που συμπλέκονται με έναν ασθματικό, σχεδόν παραληρηματικό ρυθμό, προσδίδοντας στην αφήγηση μια σπάνια ζωντάνια. 

Εκείνο που ενδιαφέρει είναι το παιχνίδι του συγγραφέα µε την έννοια της αλήθειας,  κι όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας, με την ιδέα του «Αλλου», στο πώς αντιμετωπίζει ο καθένας τον «Αλλον», τον εθνικά και θρησκευτικά διαφορετικό, αλλά και τον «Αλλο του εαυτό» μέσα από τους πολλούς άλλους. Διότι άλλη είναι η αλήθεια όταν ο Γιάννης εστιάζει στα γεγονότα ως ερευνητής του οικογενειακού παρελθόντος του και άλλη όταν τα παρακολουθεί ως εν δυνάµει µυθιστοριογράφος. Η αλήθεια είναι λοιπόν θέµα οπτικής γωνίας και ανάλογα µε την οπτική της γωνία µπορεί να τρελάνει ή να λυτρώσει. Έτσι όµως ο Μακριδάκης καταφέρνει και κάτι άλλο: να µιλήσει µε ανάλαφρο και ταυτόχρονα σοβαρό τρόπο για τις εθνικές µας εµµονές, αποφεύγοντας τόσο την ιερή τους εξαΰλωση, που καταργεί κάθε ιστορική αίσθηση της πραγµατικότητας, όσο και τη στεγνή ιδεολογική τους αποµυθοποίηση, που αγνοεί το φορτίο του ιστορικού τους βιώµατος (η Κωσταντία είναι παιδί του πογκρόµ κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης το 1955). Με αυτή την έννοια, το βιβλίο είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρο παρά ποτέ, αν λάβουμε υπόψη τα πογκρόμ κατά των μεταναστών της εγχώριας τρόικα και κυρίως των φασιστών της Χρυσής Αυγής. Έτσι ανάλαφρα, σαν σε παραμύθι, ο Μακριδάκης σε οδηγεί αριστοτεχνικά εκεί που θέλει, στο να γκρεμίσει δηλαδή τις φυλετικές διακρίσεις αφήνοντας την Κωσταντία να της ξεφύγει:«Ναι μεν Τούρκος, αλλά είναι γιατρός!». Άρα οι εθνικές/θρησκευτικές διαφορές είναι μόνο για τους φτωχούς; Ή μήπως χρειάζεται ένα άλλοθι για να πνεύσει αέρας δημοκρατικότητας και εκσυγχρονισμού; Ο συγγραφέας επικαλείται την ισότητα των ανθρώπων, προσθέτοντας πως πατρίδα του καθενός είναι η παιδική του ηλικία και πως την ταυτότητά του την αποκτά από την κοινωνία στην οποία μεγάλωσε με γεννήτορες αυτούς που τον ανέθρεψαν και όχι απαραίτητα τους φυσικούς του γονείς.

Ο Γιάννης Μακριδάκης με δυναμική και νοσταλγική γραφή κατακτά τον αναγνώστη και ξεκλειδώνει για μια ακόμη φορά το λαογραφικό σεντούκι της Χίου, ελευθερώνοντας τους πόνους και τις ρίζες του κοινωνικού της ιστού. Και όχι μόνο. 

Τέλος, ο από μηχανής θεός δίνει τη λύση. Ένα μυθιστόρημα είναι! Είναι;

«Η άλωση της Κωνσταντίας» θα παίζεται σύντομα και στο θέατρο με την Άννα Βαγενά και την Ελένη Γερασιμίδου, σε σκηνοθεσία του Χρήστου Βαλαβανίδη.

Τέλος συνιστώ να διαβάσετε οπωσδήποτε και την συνέντευξη του Γιάννη Μακριδάκη για το βιβλίο. 
 
---------------------------------------


(Πρώτη δημοσίευση: apopseis-eponyma.blogspot.gr)
 
Αναφορές: 
Συνέχεια →
Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

"Η δεξιά τσέπη του ράσου", Βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη

0 σχόλια
Η δεξιά τσέπη του ράσου του Γιάνη Μακριδάκη (ΕΚΔ. ΕΣΤΙΑ ΑΘΗΝΑ 2009 ΣΕΛ. 143)

Κάτι σαν πρόλογος

Ότι πιο όμορφο, λογοτεχνικό, νοσταλγικό, ευαίσθητο έχω διαβάσει φέτος, ήταν "Η δεξιά τσέπη του ράσου", το δεύτερο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη.
Τον συγγραφέα γνώριζα ήδη σαν ευαίσθητο, ανήσυχο και προοδευτικό πολιτικό σχολιαστή από άρθρα του σε μπλογκς και είχα ήδη θετική άποψη γι' αυτόν. Ώσπου στην τελευταία συνάντηση της Λέσχης Ανάγνωσης Εξωραϊστικής του Βόλου, μια φίλη μας συνέστησε τα 2 τελευταία του πονήματα, "Η δεξιά τσέπη του ράσου" και το βιβλίο "Η άλωση της Κωσταντίας", τα οποία και δανείστηκα. Όχι τυχαία, αλλά επειδή μου άρεσε ο πρωτότυπος τίτλος, πήρα και διάβασα το πρώτο. Μέσα σε μια μέρα το ρούφηξα όλο και το χάρηκα αφάνταστα.

Η υπόθεση του βιβλίου

Σ’ ένα ξεχασμένο κι απομακρυσμένο μοναστήρι σε κάποιο νησί του Αιγαίου ζει ένας μοναχός, ο Βικέντιος. Είναι μόνος του σ' ολόκληρο το μοναστήρι. Μόνη του συντροφιά είναι η σκυλίτσα του η Σίσσυ, που την υπεραγαπά. "Ο καλόγερος αυτός είναι υπόδειγμα της κατά Παπαδιαμάντη χριστιανορθόδοξης λαϊκής ευσέβειας. Αγαθός, αθώος, απέραντα ταπεινόφρων, πράος, με απλοϊκή αλλά βαθιά ριζωμένη θρησκευτική πίστη, με αγάπη για όλα τα πλάσματα του Θεού, έμψυχα και άψυχα. Τηρεί ευλαβικά τους κανόνες της μοναστικής ζωής, αλλ΄ αφήνεται και στις μικρές, άδολες εγκόσμιες χαρές- το αγνάντεμα της θάλασσας, τους περίπατους στην εξοχή γύρω από το μοναστήρι για το μάζεμα τριφυλλιών, την κουβέντα με τους σποραδικούς επισκέπτες του μοναστηριού και, φυσικά, την τρυφερή σχέση με τη σκυλίτσα Σίσσυ ή, αργότερα, με τα κουτάβια της" (γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ στα Νέα).
Κάποια στιγμή μένει έγκυος η Σίσσυ και αφού γεννάει 3 κουτάβια πεθαίνει. Συμπτωματικά αυτό συμβαίνει την ίδια μέρα, το πρωί που πεθαίνει και ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος. Αυτό είναι και το καταπληκτικό εύρημα του Μακριδάκη εδώ, η σύμπτωση του θανάτου του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστόδουλου (ξημερώματα 28ης Ιανουαρίου 2008, που το μαθαίνει ο Βικέντιος από το ραδιοφωνάκι του), και του θανάτου της σκυλίτσας του Σίσσυς πάνω στη γέννα. Αφού ενταφιάζει την Σίσσυ κοντά στον ιστο της σημαίας, μετά κατεβάζει την σημαία μεσίστια, περισσότερο για την σκυλίτσα του, παρά για τον αρχιεπίσκοπο. Μετά, μέσα σε έντεκα ημέρες, δηλαδή όσες μεσολάβησαν από τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου μέχρι την ανακοίνωση του διαδόχου του, παίζεται το όλο δράμα στο μοναστήρι με τα 3 ορφανά κουταβάκια. Ουσιαστικά, όμως, η αφήγηση περιορίζεται στις επτά πρώτες ημέρες, συμπλέκοντας όσα συμβαίνουν στο χιώτικο μοναστήρι με τα τεκταινόμενα στην Εκκλησία της Ελλάδος: Τρεις οι επικρατέστεροι διάδοχοι του Αρχιεπισκόπου, τρία τα ορφανά κουτάβια που χαροπαλεύουν. Την ημέρα που η αρχιεπισκοπική σορός εκτίθεται για προσκύνημα, πεθαίνει το θηλυκό κουτάβι. Την ημέρα της κηδείας του Αρχιεπισκόπου, πεθαίνει το ένα από τα δύο αρσενικά. Την ημέρα της εκλογής του Ιερώνυμου, το τρίτο κουτάβι ανοίγει τα μάτια του και βαφτίζεται προς τιμήν του Ρώνυ.

Σχολιασμός

Εδώ έχουμε τον συγγραφέα να παίζει με τις αντιθέσεις: 
  • ένας μοναχός από τη μια, κι ένας αρχιεπίσκοπος από την άλλη. 
  • Η ταπεινή όψη της θρησκείας στη μορφή του αγαθού Βικέντιου από τη μιά και η δημόσια, επιβλητική της έκφραση (αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος), βαδίζουν παράλληλα,
  • την αμφιταλάντευση ανάμεσα στη θρησκευτική πίστη και την εκκοσμίκευσή της,
  • η σκληρή ζωή του μοναχισμού από τη μιά και η ανάγκη για συντροφικότητα από την άλλη,
  • ο αγώνας μεταξύ ζωής και θανάτου,
  • ο σιωπηλός πόνος, για ένα πλάσμα ταπεινό και άκακο όπως η μικρή σκυλίτσα, σε αντιδιαστολή με ένα δημόσιο πένθος, όπως αυτό του θανάτου του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου,
  • το δόσιμο χωρίς ανταπόδοση.
Θα περίμενε κανείς από τα παραπάνω, το βιβλίο να είναι γεμάτο από νουθεσίες και διδάγματα για μια καλύτερη ζωή. Τίποτα απ' αυτά δεν υπάρχει. Ο αναγνώστης πλημμυρίζεται από αφτιασίδωτο συναίσθημα, πληθώρα εικόνων και εντέλει ονειρικών καταστάσεων που τον συνεπαίρνουν. Γιατί και με απλά, απέριττα, φυσικά και καθημερινά "υλικά" μπορείς να "ζωγραφίσεις" μαγικές εικόνες και να δώσεις ζωή στην αφήγηση:
«Γονάτισε στα σανίδια και ακούμπησε το χέρι του στη σακουλιασμένη της κοιλίτσα. Ανάσα καμιά. Η καρδιά του τρεμόπαιξε μες στα στήθια. Εσκυψε βαθιά κι έχωσε το κεφάλι του μες στην ψαροκασέλα, ακούμπησε τ’ αυτί του στο κορμάκι της. Και τότε, έτσι γονατιστός, ανασηκώθηκε, κοίταξε τον ουρανό κι έβγαλε μια κραυγή ο δόλιος, που έσκισε πέρα για πέρα την παγερή βουή του βοριά. Σήκωσε τα χέρια ψηλά σε παράκληση κι έμεινε κάμποση ώρα εκεί ασάλευτος. Από τα μάτια του κυλούσανε καυτά ποτάμια κι η μύτη του άρχισε να πλημμυρίζει». Έτσι περιγράφει ο συγγραφέας τον αφόρητο πόνο και την οδύνη του μοναχού Βικέντιου για τον θάνατο όχι ενός ανθρώπου, αλλά για τη σκυλίτσα του, τη Σίσσυ, τη μόνη του συντροφιά του εδώ και χρόνια. 
Εκείνο όμως που θέλει να δείξει ο συγγραφέας δεν είναι τον πόνο του θανάτου ή την προσήλωση στην πίστη. Δείχνει τον αγώνα του μοναχού Βικέντιου που αφοσιώνεται στο να διασώσει τα τρία κουτάβια της Σίσσυς. Αγωνίζεται ψυχή τε και σώματι να καταφέρει να τα μεγαλώσει μέσα στις αντίξοες συνθήκες του κρύου, του παλιού μοναστηριού. Για να το καταφέρει, για να νιώθουν τη ζεστασιά του σώματος, ο Βικέντιος τα κουβαλάει τυλιγμένα σε μια κάλτσα στη δεξιά τσέπη του ράσου του στη διάρκεια της μέρας. «Εχωσε το χέρι του στην τσέπη και το ανασήκωσε, έβγαλε τα μπροστινά του ποδαράκια έξω και πέρασε το τσεπόχειλο κάτω από τις μασχαλίτσες του. Απόμεινε αυτό να, κρεμάμενο, με το κορμάκι του μέσα στην τσέπη και τα τυφλά ματάκια του κατάφατσα στον πρωινό ήλιο». Γιατί το νόημα της ζωής είναι το τι διαλέγουμε να… φυλάμε και να προστατεύουμε μέσα στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου μας, στην ψυχή μας δηλαδή.

Επίλογος

Το βιβλίο αυτό αποτελεί για μένα καθαρά λογοτεχνικό γεγονός. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Ανυπομονώ να διαβάσω και άλλα βιβλία του Γιάννη Μακριδάκη, όπως το "Ανάμισης ντενεκές", το δε "Η άλωση της Κωσταντίας" το έχω δανειστεί ήδη.

O Γιάννης Μακριδάκης

O Γιάννης Μακριδάκης (akridaki@gmail.com) γεννήθηκε το 1971 στη Xίο και σπούδασε Mαθηματικά. Το 1997 ίδρυσε το Kέντρο Xιακών Mελετών Πελινναίο. Για το βιβλίο του αυτό λέει στην Συνέντευξή του στην Κρυσταλία Πατούλη: "Το ράσο είναι το χαϊδεμένο μου, γιατί εκτός των άλλων το έχει αγαπήσει πολύ ο κόσμος. Μου ξύπνησε μέσα μου το μοναστήρι που από μικρό παιδί μου άρεσε και με ενέπνεε όλη αυτή η φύση εκεί, και άρχισα να πηγαίνω κάθε μέρα επί τρεις μήνες και να μαζεύω ήχους, ομιλίες, λόγους, μυρωδιές, εικόνες για να γράψω το βιβλίο. Και όταν ένιωσα έτοιμος ότι έχω πολύ υλικό μαζέψει μέσα μου, αποσύρθηκα και πήγα και σκεφτόμουν ποια θα είναι η ιστορία που θα μπει για να τα συνδέσει όλα αυτά τα πράγματα που είχα μαζέψει, και ξαφνικά πέθανε ο Χριστόδουλος και μού δωσε τη φλασιά! Το ράσο είναι το βιβλίο, άλλωστε, που με έχει σημαδέψει σε σχέση με την εικόνα που έχουν για μένα οι αναγνώστες και σήμερα είναι στην 11η χιλιάδα ή στην 12η. Στη… δεξιά τσέπη του ράσου του ο Μακριδάκης τι έχει φυλαγμένο;  Την ψυχή μου φαντάζομαι ότι έχω φυλαγμένη εκεί. Την ψυχή μου, την αφέλειά μου και το πάθος μου. Αυτά, που δεν με αφήνουν να συμμορφωθώ με την κοινωνία. Που είμαι 40 χρονών και δεν θυμάμαι ποτέ να είδα μια διαφήμιση στην τηλεόραση και να είπα ότι με αφορά. Μα ποτέ. Τα ‘βλεπα όλα σαν ένας παρατηρητής που βλέπει πράγματα που αφορούν μόνο τους άλλους. Και όχι μόνο στις διαφημίσεις. Σε όλα. Λες και είμαι αλλού. Αυτό. Φυλάω τη μοναχικότητά μου. Ύμνος στη μοναχικότητα είναι το ράσο. Και στην αγνή αγάπη. Στην αγνή πίστη," 
Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2012) Το ζουμί του πετεινού, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2011) Η άλωση της Κωσταντίας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2010) Ήλιος με δόντια, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2010) Λαγού μαλλί, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2010) Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι· όλοι, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2009) Η δεξιά τσέπη του ράσου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2008) Ανάμισης ντενεκές, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2007) 10.516 μέρες, Πελινναίο
(2006) Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι· όλοι, Πελινναίο


-------------------------------


(Πρώτη δημοσίευση: apopseis-eponyma.blogspot.gr)

Συνέχεια →
Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

ΑΝΑΜΙΣΗΣ ΝΤΕΝΕΚΕΣ του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΚΡΙΔΑΚΗ

0 σχόλια
                                                [Συνέντευξη - Εργογραφία]
     Το πρώτο μυθιστόρημα του Γιάννη Μακριδάκη μάς μεταφέρει στη Χίο του 1915, με τα Βαλκάνια σε αναβρασμό και τους πρόσφυγες να έχουν ήδη αρχίσει να καταφθάνουν. Σε αυτό το σκηνικό στήνεται η ιστορία του Γιώργου Πέτικα (μάλλον πραγματικού προσώπου) που σκοτώνει από έρωτα και γίνεται φυγόδικος και "ληστής" στα βουνά της Χίου. Ο συγγραφέας αντιπαραβάλλει την κύρια αφηγηματική ροή με εμβόλιμες μαρτυρίες που συχνά έρχονται σε αντίθεση μ' αυτήν.
     Ο βασικός κορμός του μυθιστορήματος παραπέμπει σε μια ηθογραφία των αρχών του 20ου αιώνα που ώρες ώρες θυμίζει Καρκαβίτσα, Βιζυηνό ή Παπαδιαμάντη, χωρίς ίσως την ανάλογη δύναμη. Δεν νομίζω όμως ότι τέτοια νοσταλγικά λοξοκοιτάγματα προάγουν τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία ή ενδιαφέρουν τον σημερινό αναγνώστη. Πόσο μάλλον που η εξέλιξη της πλοκής είναι νωθρή και χωρίς τεχνάσματα που να μας ωθούν να συνεχίσουμε το διάβασμα. Μόνο με το φονικό υπάρχει κάποια κλιμάκωση κι έπειτα αρχίζει μια επαναληπτικότητα γεγονότων που κουράζει. Κατά τα άλλα, βρήκα πολύ ενδιαφέροντες τους διαλόγους, που εκφέρονται στη χιώτικη ντοπιολαλιά, με την οποία ήμουν εξοικειωμένος έχοντας ζήσει ένα μικρό διάστημα στο νησί.
     Ευτυχώς στο τέλος ο λογοτέχνης βρίσκει τον δρόμο του επιστρέφοντας στο παρόν και στις περιπέτειες της έρευνας για τον ήρωά του. Εκεί πραγματικά, παρ' όλο που ο Γ.Μ. δεν καταφέρνει να αποστασιοποιηθεί από την έλξη που του ασκεί ο "ληστής" του ούτε αποφεύγει την ηρωοποίησή του, το κείμενο απογειώνεται με μερικές συναρπαστικές σελίδες όπου αναδεικνύεται η σχέση τού τώρα με το τότε και το πώς επιβιώνουν ή αλλοιώνονται οι θρύλοι στη συνείδηση των ανθρώπων.
     Ο Μακριδάκης δείχνει συγγραφέας με ταλέντο. Νομίζω όμως πως η αγάπη για τον τόπο του και τις παραδόσεις του κυριαρχουν μερικές φορές, σκεπάζοντας τον λογοτέχνη. Ελπίζω στο μέλλον να συνδυάσει πιο δημιουργικά το χθες με το σήμερα και να μας δώσει λογοτεχνία που έχουμε ανάγκη ως σύγχρονοι αναγνώστες.
Συνέχεια →

Ετικέτες