Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

Νεκρή Ευρώπη - Christos Tsiolkas (εκδ. Printa)

0 σχόλια

(Διαβάστε εδώ συνέντευξη του Χρήστου Τσιόλκα στο Βήμα κι εδώ στο kourdistoportokali)

Το τρίτο μυθιστόρημα του Ελληνο-Αυστραλού Χρήστου Τσιόλκα (Christos Tsiolkas) είναι πολύ ενοχλητικό. Θα έλεγα ότι η ωμότητα των ομοφυλοφιλικών σεξουαλικών πράξεων (κάθε άλλο παρά ερωτικά περιγραμμένων) είναι το μικρότερο σοκ που υφίσταται ο μέσος αναγνώστης. Η κοπροφιλία, ο βαμπιρισμός και ο σαδιστικός φόνος (έστω και σε οραματικό [;] επίπεδο) είναι μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά που οδηγούν το κείμενο σε έναν βάναυσο νατουραλισμό. Ταυτόχρονα, μεγάλα κομμάτια του μυθιστορήματος κινούνται σε έναν μαγικό ρεαλισμό στην πιο μαύρη ίσως εκδοχή του. Ο Τσιόλκας μάς κατεβάζει σε μια Κόλαση, σε μια σύγχρονη Αυλή των Θαυμάτων, χωρίς εύκολη έξοδο. Αυτός ο Κρανίου Τόπος έχει όνομα: λέγεται Ευρώπη, λέγεται Δυτικός Πολιτισμός - μια Κιβωτός που περιπλανιέται σε μια θάλασσα από ούρα, κόπρανα, σπέρμα και αίμα, φορτωμένη καταδικασμένους ανθρώπους.

Η ιστορία εξυφαίνεται σε δύο χρονικά επίπεδα. Το ένα, στην εποχή της Κατοχής, του
Εμφυλίου και της δεκαετίας του '50, μιλάει για μια οικογένεια που ζει σε ένα χωριό
κοντά στο Καρπενήσι. Μυστικά και ενοχές. Σκληρές εικόνες, οι οποίες όμως είναι τόσο
δυνατές που σε προδιαθέτουν να τους συγχωρήσεις την ενδεχόμενη αδικία. Εξάλλου, ο
Χ.Τ. δεν είναι ο μόνος συγγραφέας που σκιαγραφεί τόσο αρνητικά το ελληνικό χωριό. Η
γλώσσα είναι εξαιρετική και διακριτή σε σχέση με τη σύγχρονη αφήγηση, κάτι που
φαίνεται και στη μετάφραση της Νίκης Προδρομίδου (με ελάχιστες παρασπονδίες). Το
δεύτερο επίπεδο διαδραματίζεται στο τώρα (2004, αν κρίνουμε από τις αναφορές στους
Ολυμπιακούς Αγώνες) και είναι μια περιπλάνηση στην Ευρώπη που ξεκινάει από την
Αθήνα για να καταλήξει στο Λονδίνο.

Ο αφηγητής και κεντρικός χαρακτήρας, ο Ισαάκ, ο Ελληνο-Αυστραλός με το - όχι τυχαία
- ισραηλίτικο όνομα, φωτογράφος, θα γίνει ο περιηγητής και ο μάρτυρας μιας Ευρώπης
που πεθαίνει.Εγκλωβισμένη στο παρελθόν της χωρίς να μπορεί να βρει τη θέση της σ'
έναν κόσμο που αλλάζει. Κατακερματισμένη, καταναλωτική αλλά και βυθισμένη στη φτώχεια, ρατσιστική και αφιλόξενη, με πόλεις-γκέτο, με τα φαντάσματα του παρελθόντος να καταγράφονται ακόμα και στο φιλμ της φωτογραφικής μηχανής του Ισαάκ. Δίπλα σ' αυτά τα φαντάσματα ζουν οι ήρωες του Χ.Τ. Ξεριζωμένοι, μετανάστες ή πρόσφυγες, αρσενικές και θηλυκές πόρνες, ξεπουλημένοι καλλιτέχνες, εκπατρισμένοι καθηγητές φιλοσοφίας που εργάζονται ως αχθοφόροι. Το αστικό τοπίο μοιάζει ντεκόρ σε ταινία τρόμου.

Ο Ισαάκ, ομοφυλόφιλος, σε μόνιμη σχέση με τον Κόλιν που έχει μείνει στη Μελβούρνη,
αλλά σε πρόσκαιρη σχέση σχεδόν με όποιον νεαρό ή μεγαλύτερο άντρα βρεθεί στον δρόμο του, περιφέρεται άσκοπα στις πόλεις της "νεκρής" ηπείρου αναζητώντας τον εαυτό του. Σιγά-σιγά η όσφρησή του οξύνεται έτσι ώστε αντιλαμβάνεται πια τους άλλους γύρω του με τον πιο ζωώδη τρόπο. Το αίμα, που είναι φορέας ζωής αλλά και αυτό που ενώνει φυλετικά με το παρελθόν, γίνεται γι' αυτόν θάνατος.

Δεν ξέρω αν μπορώ να συμφωνήσω με τη λύση που δίνει τελικά ο Χ.Τ. (τουλάχιστον όπως την προσλαμβάνω εγώ: αυτό που σώζει είναι η πίστη, η αγάπη και η θυσία), σίγουρα όμως το μυθιστόρημα αυτό δεν ξεχνιέται εύκολα. Χαοτικό και βαθύ, ωμό αλλά και ανθρώπινο, σε βάζει να σκεφτείς πολλά πράγματα για την Ελλάδα, την Ευρώπη (άν έχει κάποια ευρύτερη σημασία αυτός ο γεωγραφικός όρος) και τον κόσμο της παγκοσμιοποίησης που όλο και περισσότερο μας φοβίζει. Μια επίσκεψη στο διαδίκτυο - για όσους διαβάζουν επαρκώς αγγλικά - μπορεί να δείξει πόση αίσθηση, θετική κι αρνητική, έκανε η "Νεκρή Ευρώπη". Από τις πολυάριθμες αναλύσεις (κι όχι απλές βιβλιοπαρουσιάσεις σαν τη δική μας) μπορεί να φανεί πόσο αγγίζει ο προβληματισμός του Χ.Τ. Ίσως ήταν άδικο που έπρεπε να είναι στη λίστα των υποψηφίων του Booker με το καινούργιο του Slap ("Χαστούκι") για να τον ανακαλύψουμε και όσοι ζούμε στις παρυφές του Δυτικού Πολιτισμού.
Συνέχεια →
Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

"Θέκλη" της Αθηνάς Κακούρη (εκδ. ΕΣΤΙΑ)

2 σχόλια
Τα κρατικά βραβεία της Μεγάλης Ιδέας

Καταλαβαίνω την ανάγκη να δείχνει κανείς αβρότητα προς μία γηραιά κυρία. Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται να μην υπάρχουν κριτικές (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων - κι αυτών πολύ σύντομων κι επιγραμματικών) που να επισημαίνουν ("ευγενικά", έστω) τις προφανείς αδυναμίες του μυθιστορήματος της κας Κακούρη. Θα το συγχωρούσα και θα άντεχα στον πειρασμό να γράψω γι' αυτό, αν δεν μάθαινα ότι το βιβλίο αυτό κέρδισε - το 2007 - το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το 2005 (πάλι τα βραβεία!). Τονίζω τις χρονολογίες για να δείξω ότι μιλάμε για σύγχρονες καταστάσεις που αφορούν σύγχρονα μυθιστορήματα.

Η "Θέκλη" αναφέρεται στην περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων 1912-13. Μία νιόπαντρη νεαρά κυρία στέλνεται μετά από προτροπή της κουνιάδας της στο μέτωπο για να υπηρετήσει ως εθελόντρια νοσοκόμα. Βέβαια ο απώτερος σκοπός είναι να αποκτήσει η μικροαστική οικογένεια ανώτερες κοινωνικές σχέσεις μια και μαζί της θα υπηρετούν πολλές κυρίες της αριστοκρατίας και ουκ ολίγες πριγκίπισσες. Ας σημειωθεί ότι αφήνει πίσω την νεογέννητη κόρη της στα χέρια  άξιας φυσικά τροφού! Στον πόλεμο θα "ψηθεί" σε έναν άλλο τρόπο ζωής, έτσι ώστε σιγά-σιγά ο μικροαστός (πετυχημένος μπακάλης) σύζυγος να της φαίνεται πολύ "λίγος" σε σχέση με τους ηρωικούς αξιωματικούς. Ο έρωτας έρχεται ως φυσικό επακόλουθο. Μα είναι τόσο απότομη η μεταστροφή της Θέκλης που δεν αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα τα ακριβή κίνητρα (αν χρειάζονται και τέτοια...) που την οδηγούν στον εραστή της. Εννοώ ότι δεν το συζητάει καν με τον εαυτό της ώστε να μας προϊδεάσει η συγγραφέας για το τι θα συμβε;i. Κατά τα άλλα παρακολουθούμε διάφορους δευτερεύοντες χαρακτήρες από το περιβάλλον της ηρωίδας που όμως οι περισσότεροι ελάχιστο ρόλο παίζουν στην εξέλιξη της πλοκής, ανήκοντας περισσότερο στον διάκοσμο (π.χ. Νταίζη και Ζανώ).

Το κύριο ατού του μυθιστορήματος είναι η εξαιρετική φροντίδα για τη γλώσσα. Είναι εντυπωσιακό το πώς προσαρμόζεται ανάλογα με τον ομιλητή, την κοινωνική του θέση, την ιδεολογία του. Πόσο αδιατάραχτα γίνεται η μεταπήδηση από το ένα ιδίωμα στο άλλο. Επίσης, κάποιες σκηνές συμπυκνωμένης έντασης ξεχωρίζουν, όπως εκείνες της σύγκρουσης ανάμεσα στη Θέκλη και τον σύζυγό της. Είναι όμως πολύ λίγες για έναν όγκο 580 σελίδων. Κάτι που μου έκανε αρνητική εντύπωση είναι το πόσο λίγο "μυρίζεις" Θεσσαλονίκη μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Είναι άραγε η αμηχανία της Α.Κ. απέναντι σε μια πόλη (με τους Έλληνες μειοψηφία) που πιθανότατα δεν ταιριάζει στο καλούπι που έχει στο μυαλό της; Η Αθήνα, αντίθετα, παρά τη μικρότερη συμμετοχή της στην πλοκή, είναι πιο έντονη.

Αναμφισβήτητα το βασικό μέλημα της Α.Κ. είναι να μας δώσει το κλίμα της εποχής και τον θαυμασμό της για τα δεινά και τους θριάμβους του ελληνισμού. Όμως εδώ ακριβώς προκύπτουν οι μονομέρειες και οι εμπάθειές της. Τα αποσπάσματα από μαρτυρίες με τα οποία διανθίζει το κείμενό της προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από ανθρώπους του περιβάλλοντος του Ίωνα Δραγούμη και των κύκλων του Υπουργείου Εξωτερικών που αντιμάχονταν την πολιτική του Βενιζέλου. Θα μου πείτε, η κα Κακούρη λογοτέχνης είναι και όχι ιστορικός για να φροντίζει για την αντικειμενικότητα των πηγών και των στοιχείων της. Ναι, αλλά δεν μπορείς τόσο αβασάνιστα να παίρνεις θέση υπέρ της μίας άποψης (που μάλιστα η Ιστορία δεν δείχνει να τη δικαιώνει) χωρίς μια ευλογοφανή (και όχι μονοσήμαντη) τεκμηρίωση. Στο κάτω-κάτω ιστορικό μυθιστόρημα γράφεις και όχι βίπερ-Νόρα! Η Α.Κ. δείχνει τόσο ακραιφνώς αντιβενιζελική που αφήνεται να ξεχειλίσει από θαυμασμό για τον "αντίπαλο" του ανδρός. Δεν έχουν τέλος οι λιβανωτοί για τον βασιλιά Γεώργιο, τα παινέματα για τον διάδοχο Κωνσταντίνο, οι εύφημες μνείες για τους διάφορους πρίγκιπες. Ενώ το μυθιστόρημα βρίθει κριτικών (δικαιολογημένων πιθανότατα) απέναντι στον Βενιζέλο, δεν δείχνει καμιά τέτοια διάθεση απέναντι στη βασιλική οικογένεια και τους συν αυτή. Ακόμη και στις πάμπολλες αναφορές της στον "ατυχή" πόλεμο του 1897 ξεχνάει να μας πει για τον "ατυχή" ρόλο των πριγκίπων. Όλες οι στρατιωτικές επιτυχίες είναι στρατηγικό κατόρθωμα του Κωνσταντίνου (και των Ελλήνων στρατιωτών βέβαια) ενώ ο "Κρητικός" είναι ενδοτικός και πολιτικάντης. Από την άλλη, κάποιοι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι υπήρξε μια ανταλλαγή τηλεγραφημάτων μεταξύ των δύο ανδρών όπου ο διάδοχος εμφανίζεται να θέλει να βαδίσει προς το Μοναστήρι αντί της Θεσσαλονίκης και ο πρωθυπουργός του το "απαγορεύει". Αυτό δεν αφαιρεί από τη δόξα του Κωνσταντίνου; Δεν θα έπρεπε ένα ιστορικό μυθιστόρημα να διαπραγματευτεί κάτι τέτοιο αντί να το αγνοεί; Δεν θα έπρεπε να μας μιλήσει για το εθνολογικό πρόβλημα της Μακεδονίας; Ο Ίων Δραγούμης υπήρξε λαλίστατος επί του θέματος στα ημερολόγιά του (που το Υπουργείο Εξωτερικών πριν λίγα χρόνια άνοιξε και μετά από λίγο ξανάκλεισε εσπευσμένα). Δεν υπέπεσε τίποτα στην αντίληψή της κατά τη διάρκεια των επισταμένων ιστορικών ερευνών της; Θα ήταν πιο ενδιαφέρον από τις ηρωικές ενέργειες του Ιωάννη Μεταξά και το παραλήρημα για τα επιτεύγματα των πριγκίπων. Ο αντίλογος θα ήταν ενδεχομένως ότι αυτά τα λένε οι χαρακτήρες του βιβλίου κι όχι η συγγραφέας. Δεν μπορεί όμως να είναι τυχαίο ότι όλες οι ηρωικές μορφές είναι αντιβενιζελικοί ενώ οι υποστηρικτές του τότε πρωθυπουργού είναι ο "καλός κόσμος" του διάκοσμου. Αυτό είναι θέση. Όπως θέση είναι και οι επιλογές των σχολίων και των αποσπασμάτων.

Εννοείται ότι ο μεγάλος "ήρωας" του βιβλίου είναι η Μεγάλη Ιδέα. Όχι ότι η κα Κακούρη είναι η μόνη σύγχρονη συγγραφέας που εξακολουθεί να ασπάζεται μεγαλοϊδεατισμούς και αλυτρωτικές απόψεις. Αλλά οι κύριοι των κριτικών επιτροπών τι ακριβώς επικροτούν και προτείνουν όταν βραβεύουν ένα τόσο οπισθοδρομικό μυθιστόρημα; Πόσοι Αδώνιδες μπορεί να τις απαρτίζουν ώστε να μας προσφέρουν το χθες ως σήμερα και ως αύριο;
Συνέχεια →
Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010

Οι τέσσερις τοίχοι - Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης (εκδ. ΡΟΔΑΚΙΟ)

0 σχόλια

                                                         [Διαβάστε συνέντευξη του συγγραφέα]

Γιατί παραληρούμε όταν επιτέλους οι "κουτόφραγκοι" μάς αναγνωρίζουν; Είναι άραγε επαρχιωτισμός; Είναι μια έλλειψη αυτοπεποίθησης σαν του παιδιού που ζητά την αναγνώριση του πατέρα; Και γιατί αποζητάμε την καταξίωση στα μάτια αυτών που - υποτίθεται - περιφρονούμε ("που ζούσαν σε σπηλιές όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες"); Άλλοι πάλι δηλώνουν αντίθετοι στο  να επιδιώκει η ελληνική λογοτεχνία πάση θυσία (δηλαδή, αναλόγως προσαρμοζόμενη) την εξαγωγή της. Η γνώμη μου είναι ότι θα πρέπει να είμαστε λίγο πιο νηφάλιοι όταν αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα της εξαγωγιμότητας της λογοτεχνίας μας. Είναι προφανές ότι τα κριτήρια αναγνωστικής επιλογής είναι διαφορετικά σε κάθε χώρα. Δεν ξέρω για άλλες χώρες, αλλά στον αγγλοσαξονικό κόσμο (που ως γνωστό κυριαρχεί) δύσκολα διαβάζονται μεταφρασμένοι τίτλοι. Και έχω την εντύπωση πως ο Άγγλος ή ο Αμερικάνος αναγνώστης δεν ξεφεύγει εύκολα από κάποια στερεότυπα. Περιμένει ενδεχομένως από τον Έλληνα ή τον Ισπανό ή τον Τούρκο συγγραφέα να του δώσει κάτι που να έχει το "άρωμα" της χώρας προέλευσης (αν όχι το εξωτικό ή το φολκλόρ). Γιατί να διαβάσει σε έναν Έλληνα αυτό ακριβώς που μπορεί να βρει στον γνωστό συμπατριώτη του συγγραφέα; Είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν και εξαιρέσεις αλλά δεν "χρωματίζουν" αυτές την υπάρχουσα τάση. Και φυσικά υπάρχει ανάγκη για μεταφράσεις αν θέλουμε να ελπίζουμε ότι μπορούμε να αναπροσανατολίσουμε τις αναγνωστικές συμπεριφορές. Αυτό βέβαια θα σήμαινε και επιδοτήσεις μεταφράσεων. Δεν έχω τα απαραίτητα στοιχεία. Όμως κρίνοντας από τις περικοπές που έσπευσε να κάνει το αρμόδιο (;) υπουργείο στον χώρο του ΕΚΕΒΙ και τη γενικότερη αδιαφορία των κρατούντων για το βιβλίο, πολύ αμφιβάλλω αν είναι εφικτό κάτι τέτοιο (η "κρίση", βλέπετε).

Αυτά όλα τα θυμήθηκα όταν "ανακάλυψα" ότι το 2007 ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης ήταν υποψήφιος για το υποληπτόμενο βρετανικό βραβείο Foreign Fiction Prize της εφημερίδας Independent [βραβεύει μεταφρασμένη στα αγγλικά λογοτεχνία]. Το μυθιστόρημα με το οποίο μπήκε στην βραχεία λίστα, "Οι τέσσερις τοίχοι", κυκλοφόρησε το 2001 στην Ελλάδα και δεν πέρασε απαρατήρητο, μια και κέρδισε το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω. Νομίζω ότι η αποδοχή του από το κοινό δεν ήταν ανάλογη. Προσωπικά, αυτά τα χρόνια όλο έλεγα να το διαβάσω κι όλο κάτι τύχαινε και το ανέβαλα. Τελικά, η "κρίση", που με έστειλε να ψάχνω στις δανειστικές βιβλιοθήκες αυτά που δεν μπορώ πλέον να αγοράσω, το έφερε στον δρόμο μου.

Η πλοκή διαδραματίζεται σε κάποιο φανταστικό νησί του Αιγαίου (για να πας εκεί περνάς από ένα άλλο που το όνομά του θυμίζει μπαχαρικό: Κάρυστος (Ευβοίας); Χίος; Δεν έχει σημασία.) Οι χαρακτήρες μοιάζουν να μη μπορούν να ξεφύγουν από κάτι. Ο Π. Ροδακής, όταν πεθαίνει ο πατέρας του, κάνει ένα ταξίδι ολίγων μηνών ανά τον κόσμο κι έπειτα επιστρέφει για να μείνει στο παράξενο σπίτι του, το οποίο αργότερα ανταλλάσσει με τους τέσσερις τοίχους της φυλακής του. Παλεύει με μια χίμαιρα που δεν είναι καν δική του - κληρονομεί τη συνταγή ενός "αγγελικού" μελιού την οποία προσπαθεί να εφαρμόσει. Στο σπίτι του έρχεται και μένει μια αινιγματική γυναίκα, η Βάγια. Δεν διευκρινίζεται ποτέ τι είδους σχέση έχει ο Ροδακής με τη Βάγια πλην του ότι γίνεται συνεργάτης του στην επιχείρηση του μελιού. Γενικά υπάρχει μια αοριστία στους χαρακτήρες του Β.Χ.. Δεν περιγράφονται τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους, δεν μαθαίνουμε τις σκέψεις τους ούτε τα αισθήματα που τρέφουν ο ένας για τον άλλον. Η σχέση τους με τον χώρο και με τα αντικείμενα είναι πιο καθοριστική. Έχω την αίσθηση ότι επίτηδες υποβαθμίζονται οι σχέσεις των ανθρώπων για να τονισθεί η εξάρτησή τους από τα πράγματα. Ακόμη και οι σχέσεις του Ροδάκη με τη θετή του κόρη  (και κόρη της Βάγιας) αποκαλύπτονται καθυστερημένα. Είναι το σπίτι όπου το παράξενο τρίγωνο βρίσκει την ισορροπία του.Η εγκατάλειψη των τεσσάρων τοίχων του σπιτιού φέρνει την καταστροφή. Ακόμη και η αφήγηση, όταν απομακρύνεται από τους "τέσσερις τοίχους",  χάνει τη συνοχή της, πλατειάζει. Η φυγή στην Ελβετία λειτουργεί εντελώς αποκλιμακωτικά. (Είναι ο Ρόζενμαν το alter ego του Ροδακή; Αυτό λίγο-πολύ σηματοδοτεί το όνομα του.) Το τέλος, με το ατυχές κατά τη γνώμη μου εύρημα της ανάκρισης και την εισαγωγή κάποιων άσχετων καινούργιων χαρακτήρων, μοιάζει απελπιστικά παράταιρο.

Το ύφος του Χατζηγιαννίδη θυμίζει πολύ έντονα τον μαγικό ρεαλισμό της Ζατέλη αλλά και Μπόρχες ή Κασάρες (μεταξύ άλλων - να μην ξεχάσω και την ομοιότητα με την ατμόσφαιρα που διαθέτει το "Στρίψιμο της βίδας" του Χένρι Τζέιμς). Επίσης συγκρίνοντάς τον με τον Πάνο Καρνέζη και την επιτυχημένη πορεία του στον αγγλικό εκδοτικό χώρο, μπορούμε να δούμε τι περίπου "ζητάει" από έναν έλληνα συγγραφέα το βρετανικό αναγνωστικό κοινό. Από μόνο του αυτό έχει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του. Για να μην αδικήσω το μυθιστόρημα θα πρέπει να τονίσω ότι έχει ορισμένες εξαιρετικές στιγμές όσο -όπως προανέφερα - μένει στους "τέσσερις τοίχους". Οι προσπάθειες για τη δημιουργία του τέλειου μελιού δίνονται με πολύ κέφι και έμπνευση. Η κλειστοφοβική αγωνία στις σκηνές του Χτιστού σε καθηλώνει. Όμως σιγά-σιγά η γοητεία της αφήγησης αφήνεται να χαθεί. Ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται. Ίσως τελικά τα γούστα μου να μην είναι και τόσο αγγλοσαξονικά παρ' όλη τη χρόνια αγάπη μου για την αγγλόφωνη λογοτεχνία.
Συνέχεια →
Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

"Το βαμμένο πουλί " του Γιέρζι Κοζίνσκι

0 σχόλια

«Όταν πιά μαζεύονταν γύρω μας κάμποσα πουλιά,ο Λεχ μου έκανε νόημα ν’αμολήσω τον «αιχμάλωτο».Το πουλί πετούσε ψηλά,ευτυχισμένο κι ελεύθερο, μιά πιτσιλιά ουράνιου τόξου με φόντο τα σύννεφα, και μετά χωνόταν στο καστανόχρωμο κοπάδι που το περίμενε. Τ’άλλα πουλιά σάστιζαν προς στιγμήν. Το βαμμένο πουλί έκανε κύκλους από τη μιά άκρη του κοπαδιού στην άλλη, προσπαθώντας του κάκου να πείσει τους ομοίους του ότι ήταν ένας απ’αυτούς. Ζαλισμένα όμως από τα εκθαμβωτικά του χρώματα, τ’άλλα πουλιά πετούσαν γύρω του αμετάπειστα και παρά το ζήλο με τον οποίο το βαμμένο πουλί προσπαθούσε να χωθεί στο κοπάδι, εκείνα το έδιωχναν όλο και μακρύτερα. Αμέσως μετά, τα βλέπαμε να του ορμούν μανιασμένα, το ένα μετά το άλλο και να το ξεπουπουλιάζουν. Σε λίγο, η πολύχρωμη φιγούρα έχανε τη θέση της στον ουρανό κι έπεφτε στο έδαφος. Όταν επιτέλους το βρίσκαμε, το βαμμένο πουλί ήταν συνήθως νεκρό. Ο Λεχ έσκυβε πάνω του και μετρούσε με ζέση τα χτυπήματα που είχε δεχτεί. Αίμα έσταζε από τα βαμμένα φτερά του, διέλυε την μπογιά και λέρωνε τα χέρια του Λεχ.»

Νομίζουμε ότι είναι εύκολο να απαλλαγούμε από τις δυσοίωνες σκέψεις που προκαλούν τέτοιες εικόνες. Αυτό συμβαίνει στην άγρια φύση, λέμε. Ο πολωνικής καταγωγής Γιέρζι Κοζίνσκι δείχνει μ' αυτό το βιβλίο πόσο έξω πέφτουμε αν πιστεύουμε ότι έχουμε απομακρυνθεί από τη φυσική κατάσταση που ορίζεται από το ένστικτο και την ανάγκη.

Ένα 7χρονο παιδί στέλνεται από τους γονείς του κάπου στην ύπαιθρο της Ανατολικής Ευρώπης για να σωθεί από τη γερμανική απειλή. Όταν η ανάδοχη μητέρα του σε λίγο καιρό πεθαίνει, ο μικρός ξεκινάει μια βασανιστική περιπλάνηση. Τα μελαχρινά χαρακτηριστικά του παιδιού το ξεχωρίζουν από τους χωριάτες κάνοντάς το να μοιάζει με τσιγγανόπουλο ή εβραιόπουλο (η πραγματική του ταυτότητα δεν μας δίνεται ποτέ). Αυτό το "βαμμένο πουλί" κάθε άλλο παρά προκαλεί την τρυφερότητα ή τον οίκτο των ντόπιων. Είναι μόνο ο φόβος των γερμανικών αντιποίνων που οδηγεί σ' αυτές τις συμπεριφορές ή είναι η γενικότερη απέχθεια προς τον "ξένο", τον "άλλο";

Επιλέγοντας την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ο Γ.Κ. καταφέρνει να μας δώσει μια ωμή περιγραφή των περιπετειών του νεαρού του ήρωα σε μια γλώσσα απαλλαγμένη από ηθικές κρίσεις, που πολλές φορές γίνεται η ίδια βάναυση, μια και ο μικρός παύει σιγά-σιγά να σοκάρεται, μεγαλώνει , αναγκάζεται να συνηθίσει για να επιβιώσει, φτάνοντας στην εσχατιά της ανθρώπινης κατάστασης. Καθώς διαδέχονται η μία την άλλη οι σκηνές προλήψεων, μαγγανείας, προκαταλήψεων, ωμής βίας, λαγνείας και φόνου, αναρωτιέται κανείς πόσο χρειάζεται να ξύσει  το βερνίκι του πολιτισμού μας για να "ανακαλύψει" αυτή την ελλοχεύουσα φρίκη. Αρκεί ίσως ένας πόλεμος, μια καταστροφή, ή ίσως μια οικονομική κρίση (βλ. και "Η χρονιά της ερήμου" του Πέδρο Μαϊράλ) για να ξαναβρεθούμε "εκεί"...

Πολλοί προσπάθησαν να ερμηνεύσουν το βιβλίο ως αυτοβιογραφικό. Σήμερα πιστεύεται ότι ο Γ.Κ. χρησιμοποίησε εξίσου αυτοβιογραφικά με μυθοπλαστικά στοιχεία και αφηγήσεις άλλων. Αποφεύγοντας να προσδιορίσει επακριβώς την ταυτότητα του παιδιού ή τον χώρο όπου διαδραματίζεται η οδύσσειά του, ο συγγραφέας - πολωνοεβραίος μετανάστης στις Η.Π.Α. ο ίδιος - πετυχαίνει να προσδώσει πανανθρώπινες διαστάσεις. Όπως ήταν φυσικό, το μυθιστόρημα (πρωτοκυκλοφόρησε το 1965) γνώρισε πολλές αρνητικές αντιδράσεις. Όμως άντεξε στον χρόνο και αναγνωρίζεται πια ως κλασικό. Βέβαια σ' αυτό βοήθησε, πέρα από την αξία του αυτή καθ' εαυτή, και το ότι γράφτηκε στα αγγλικά και όχι στη μητρική γλώσσα του συγγραφέα.

"Το βαμμένο πουλί" διαβάζεται με κομμένη την ανάσα και σε αφήνει συγκλονισμένο. Αναμφίβολα δεν θα το συνιστούσα σε όσους θέλουν να διατηρήσουν την πίστη τους στην καλοσύνη της ανθρώπινης φύσης ή σε όσους απλώς αποφεύγουν τα σοκαριστικά αναγνώσματα. Για τους υπόλοιπους, τους πιο τολμηρούς, θα μπορούσε να είναι μια ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ.
Συνέχεια →
Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Πυθαγόρεια εγκλήματα (Αύγουστος 2010)

0 σχόλια

Τεύκρος Μιχαηλίδης, εκδόσεις Πόλις
  • Υπάρχουν όρια στην επιστημονική σκέψη;
  • Επιτρέπεται η χειραγώγησή της για να μην διαταραχθεί η “υπάρχουσα τάξη πραγμάτων”;
  • Η επιστημονική σκέψη ανήκει σε ένα κλειστό κύκλο μυημένων ανθρώπων, ή πρέπει να γίνεται αμέσως κτήμα ολόκληρης της κοινωνίας;
Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα που θέτει το βιβλίο -εκτός των άλλων- και αφήνει στον αναγνώστη την απάντηση. Για τον σκοπό αυτό αναφέρεται σε 2 συγκεκριμένα εγκλήματα, που έγιναν με αφορμή την χειραγώγηση και τη παρεμπόδιση γνωστοποίησης της επιστημονικής σκέψης σε 2 συγκεκριμένες περιπτώσεις:

1)Το πρώτο «καθαρό» Πυθαγόρειο έγκλημα, που ήταν η αποπομπή - ή κατ’ άλλους δολοφονία - του Ιππασου, ενός από τους παλαιότερους μαθητές του Πυθαγόρα, γιατί τόλμησε να δημοσιοποιήσει την σκέψη του, αν η σχέση της διαγώνιου ενός τετραγώνου με μοναδιαία πλευρά (που είναι η ρίζα 2) είναι ένας κανονικός (πραγματικός) αριθμός ή κάτι άλλο.[παρένθεση: σήμερα ξέρουμε ότι κάθε πραγματικός αριθμός ο οποίος δεν είναι δυνατό να εκφραστεί ως κλάσμα δυο ακέραιων, μη μηδενικών αριθμών (μ/ν, όπου μ και ν είναι μη μηδενικοί ακέραιοι αριθμοί), σε αντίθεση με τους ρητούς αριθμούς, οι οποίοι μπορούν να εκφραστούν ως κλάσμα ακεραίων, είναι άρρητος αριθμός. Οι άρρητοι αριθμοί έχουν άπειρο αριθμό, μη επαναλαμβανόμενων περιοδικά, δεκαδικών ψηφίων: παραδείγματα άρρητων αριθμών είναι το π ή το e η τετραγωνική ρίζα του 2 κ.α.(πηγή wikipedia)] και
2)Η δολοφονία ενός εκ των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος, του μαθηματικού Στέφανου Κανταρτζή, για να αποτραπεί έτσι η γνωστοποίηση δικής του μεθόδου ελέγχου οποιουδήποτε αξιωματικού συστήματος έτσι ώστε να μπορεί να αποφαίνεται για την πληρότητα και μη αντιφατικότητά του. Αυτό θεωρήθηκε ως ταφόπλακα της περαιτέρω εξέλιξης των μαθηματικών με αυθόρμητη και πηγαία έμπνευση κοκ. Τελικά αποδείχθηκε πως μάταια δολοφονήθηκε, γιατί και τη μέθοδό του αυτή είχε ήδη προλάβει να κοινοποιήσει στην Μαθηματική Κοινότητα (η οποία αργότερα αποδείχθηκε ότι ήταν λανθασμένη), μέχρι που τελικά ήρθε η ιδιοφυΐα του Γκεντελ με το περίφημο θεώρημά του “Περί της μη πληρότητας” να φέρει τρικυμία στον κόσμο των Μαθηματικών και όχι μόνο.

Για τους λάτρεις λοιπόν του μαθηματικού μυθιστορήματος τα “Πυθαγόρεια εγκλήματα” αποτελούν μια ακόμη πολύ ευχάριστη έκπληξη. Ο συγγραφέας έκανε μια πολύ ωραία μυθοπλασία, βασιζόμενος σε πραγματικά γεγονότα, όπως τις απόψεις των Πυθαγόρειων για τους αριθμούς και την αδυναμία τους να κατανοήσουν τους άρρητους αριθμούς, τις απόψεις της μαθηματικής κοινότητας στις αρχές του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα αυτές που παρουσιάσθηκαν σε ένα συνέδριο των Μαθηματικών το 1900 στο Παρίσι από τον Hilbert και στην “μυθοπλαστική” φιλία των 2 βασικών ηρώων του βιβλίου, που γνωρίστηκαν στο συνέδριο αυτό και έκτοτε συνδέθηκαν με βαθιά φιλία.
Έτσι το όλο σκηνικό του βιβλίο στήνεται περίτεχνα με βάση αυτούς τους 2 βασικούς ήρωες, λάτρεις των μαθηματικών, τον λαϊκής καταγωγής Στέφανο Κανταρτζή που περί το 1900 σπουδάζει στην Γαλλία και τον μεγαλοαστό Μιχάλης Ιγερινό που σπουδάζει στο Goettigen της Γερμανίας, με δάσκαλο τον περίφημο Hilbert. Έτσι το πρωί πηγαίνουν στο Συνέδριο των Μαθηματικών και τα βράδια πηγαίνουν τη μιά στο Moulen Rouge, όπου γνωρίζουν τον Ζωγράφο Toulouse Lautrec, την άλλη στο κακόφημο Ζυτ, όπου γνωρίζουν τους Παμπλο Ρουίθ (Πικάσο), τον Μανουέλ Παλέρες, τον Κάρλος Κατσαχέμας κ.α. Ο αναγνώστης γνωρίζει έτσι και μερικά ιστορικά πρόσωπα, όπως τα πρώτα βήματα της μποέμικης ζωής του Πικάσο, αλλά και την πορεία του μέσω και των Μαθηματικών προς τον κυβισμό (στο Ζυτ είχε κάνει τα πρώτα σκίτσα για τον περίφημο πίνακα “Οι κόρες της Αβινιον”) αλλά και άλλων μεγάλων καλλιτεχνών και μαθηματικών της εποχής εκείνης.

Σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα, το 1930 και αφού πολέμησαν -άλλος στην πρώτη γραμμή κι άλλος στα γραφεία- στον 1ο και στον 2ο βαλκανικό πόλεμο, κι απελευθερώθηκε ολόκληρη η Ελλάδα, τους βρίσκουμε να συναντιούνται τακτικά κάθε βδομάδα παίζοντας σκάκι και ανταλλάσοντας σκέψεις και απόψεις γύρω από τα μαθηματικά. Ξαφνικά ο Στέφανος βρίσκεται δολοφονημένος στο σπίτι του και ο Μιχάλης καλείται για την αναγνώριση.

Ο Τεύκρος Μιχαηλίδης στο βιβλίο του αυτό περισσότερο, νομίζω, από το προγενέστερο «Αχμες ο γιος του φεγγαριού», συνδυάζει περίτεχνα τη λογοτεχνία με τα Μαθηματικά – χωρίς να χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να τα κατανοήσει – όπως και την παράθεση ιστορικών γεγονότων και επιστημονικής σκέψης. Είναι αξιοθαύμαστο, πώς ο συγγραφέας κατάφερε να μπολιάσει τόσο ετερόκλητο υλικό και να το αποδώσει με τέτοιο ωραίο αφηγηματικό και απλό τρόπο, έτσι που και να διαβάζεται ευχάριστα, αλλά και να δίνει έναυσμα για περαιτέρω σκέψεις.


Υστερόγραφο:
1) Αφού διαβάστε το βιβλίο κάντε οπωσδήποτε τον κόπο να δείτε αυτή την Εξαιρετική συνοπτική εικονογραφημένη παρουσίαση του βιβλίου!
2) Όποιος ενδιαφέρεται να πάρει μια γεύση απο ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΘΕΩΡΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑΣ Kurt Godel (1931)‏


Αποστόλης Μωραϊτόπουλος  
Συνέχεια →
Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Ποιος θυμάται τον Αλφόνς; (του Κώστα Ακρίβου)

0 σχόλια
Κλείνοντας το βιβλίο του Κώστα Ακρίβου "Ποιος θυμάται τον Αλφόνς;" διακατέχομαι από αντιφατικά συναισθήματα. Από τη μια, η επίγευση της αναγνωστικής απόλαυσης και η έλξη που άσκησε πάνω μου μια προσωπικότητα σαν του ήρωά του, κι από την άλλη, η θλίψη που τέτοιοι άνθρωποι περνάνε από δίπλα μας χωρίς το μεγαλείο τους να γίνεται αντιληπτό.Είναι άραγε η εγγύτητα που δεν μας επιτρέπει να το δούμε; Ή μήπως η ανθρώπινη ζηλοφθονία που δεν μας αφήνει να το παραδεχτούμε; Σε έναν τόπο σαν τον δικό μας που βρίθει από αρχαίους μύθους, αρχαίους ήρωες και θεούς, πολύ λίγος χώρος μένει για σύγχρονους.


Κι όμως ένας τέτοιος έζησε ανάμεσά μας με τον δικό του "λοξό" τρόπο και ο Κ.Α. καταφέρνει να φωτίσει την προσωπικότητά του μέσα από μια σημαντική έρευνα που φαντάζομαι ότι  υπήρξε δύσκολη και χρονοβόρα. Νομίζω πως αρχίζει να διαμορφώνεται μια τάση στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία (πρόχειρα σημειώνω τον Χιώτη Γιάννη Μακριδάκη) αναδίφησης στην μικρο-ιστορία του κάθε τόπου έτσι ώστε να βγουν στην επιφάνεια ξεχασμένες ιστορίες και να αναδειχθούν και να επανεξεταστούν παρεξηγημένες (συνήθως) μορφές.

Ο Κ.Α. κάνει μυθιστόρημα κυρίως την αναζήτησή του, την ίδια του την αγωνία για το πώς θα χειριστεί το υλικό του, τη συναισθηματική του εμπλοκή με τον Αλφόνς. Ή μήπως την εμπλοκή του αφηγητή του με τον Αλφόνς; Γιατί ο αφηγητής είναι και δεν είναι ο συγγραφέας. Εδώ ο Κ.Α. παίζει ένα παιχνίδι με τον αναγνώστη. Ενώ στην αρχή φαίνεται απόλυτη η ταύτισή του με τον άνθρωπο που "αναζητά" τον Αλφόνς, σιγά-σιγά αντιλαμβανόμαστε ότι ο ίδιος παίρνει αποστάσεις. Προς το τέλος μάλιστα, κάποιος τον αποκαλεί Στέργιο, σφραγίζοντας τη διαφοροποίηση. Είναι όμως πραγματική ή μήπως ο Κ.Α. θέλει να μας δείξει μ' αυτό ότι η ιστορία που διαβάζουμε είναι κι αυτή. όπως και το πρόσωπο του αφηγητή, εν μέρει κατασκευασμένη; Παραείναι πολλά τα στοιχεία που υποτίθεται πως έχει αφήσει πίσω του ο Αλφόνς (ιδίως τα ημερολόγιά του) για να είναι όλα αληθινά. Αυτό δεν το λέω ως κατηγόρια. Αντίθετα, είναι ο μεγαλύτερός μου έπαινος προς τον συγγραφέα: μας πείθει πως η μυθοπλασία του δεν είναι μυθοπλασία.

Αν η υπόθεσή μου ισχύει, τότε πραγματικά έχουμε ένα μυθιστόρημα μοναδικό. Δεν ξέρω αν μπόρεσε να βρει το Rosebud του Αλφόνς, όμως ο Κ.Α. καταφέρνει με παιγνιώδη τρόπο να θολώσει και να αμφισβητήσει τα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και τη βιογραφία. Από αυτή την άποψη, νομίζω ότι το βιβλίο ξαναβρίσκει το νήμα που ο Κώστας Ακρίβος είχε αφήσει στο "Σφαίρα στο βυζί" (ας με συγχωρέσει αν μου ξέφυγε κάτι) δείχνοντας πια ιδιαίτερη συγγραφική ωριμότητα και εξαιρετικό έλεγχο του υλικού του.

Το μυθιστόρημα πείθει (ως βιογραφία;) και δεν είναι τυχαίο που ο Βόλος και το Πήλιο, με αφορμή το βιβλίο, ξαναθυμήθηκαν μια μάλλον ξεχασμένη φιγούρα τους. Οι συζητήσεις που κατά καιρούς ακούω μοιάζουν να δημιουργούν σχεδόν έναν καινούργιο θρύλο αναπλάθοντας τον παλιό. Να λοιπόν που η λογοτεχνία μπορεί να επιδρά πάνω στη ζωή. Άλλωστε, κατά μία έννοια, ποιος θα ήταν ο Αλφόνς χωρίς τον συγγραφέα του;

(Διαβάστε συνέντευξη του συγγραφέα εδώ)
Συνέχεια →
Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ - Βικτόρια Χίσλοπ

0 σχόλια

Ο Ισπανικός Εμφύλιος ασκούσε πάντα πάνω μου μια μαγική έλξη. Γι' αυτόν ήταν η πρώτη "σοβαρή" σχολική εργασία που έκανα. Στα αγγλικά μάλιστα, για τον Mr Ross Mayberry - καλή του ώρα - που με προμήθευσε με μια επαρκέστατη για τα δεδομένα της γυμνασιακής μου ηλικίας βιβλιογραφία, την οποία "ρούφηξα" συνεπαρμένος. Οι ήρωες της Ισπανικής Επανάστασης πήραν για πάντα τη θέση τους στο πάνθεο των εφηβικών μου χρόνων.
 
Μία από αυτούς ήταν και η Ντολόρες Ιμπαρούρι, η περίφημη Πασιονάρια - αν και αργότερα η σταλινική της αφέλεια (;) ξεθώριασε κάπως τον θαυμασμό μου. Χρόνια μετά, μαθαίνοντας ισπανικά, σε ένα παιχνίδι που παίζαμε στο πλαίσιο της προφορικής μας εξάσκησης (αυτό που με ερωτήσεις προσπαθείς να ανακαλύψεις ποια προσωπικότητα έχει βάλει κάποιος στον νου), διαπίστωσα άναυδος ότι κανείς από τους συμμαθητές μου, όλοι θαυμαστές της σύγχρονης ισπανικής κουλτούρας, δεν είχε ποτέ ακούσει το όνομά της. Ούτε καν ο νεαρός Ισπανός δάσκαλός μας (πολιτικά όχι άσχετος, απ' ό,τι είχα διαπιστώσει)! Η λήθη έχει ρίξει βαρύ το πέπλο της στον πιο ρομαντικό ίσως πόλεμο του 20ου αιώνα. (Η πολιτική
Ντολόρες Ιμπαρούρι (Πασιονάρια)
των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων της Ισπανίας δεν είναι άμοιρη ευθυνών...) Μπορεί κανείς να κάνει - τηρουμένων των αναλογιών - τις συγκρίσεις του και με την ελληνική πραγματικότητα: πόσοι σημερινοί νεαροί Νεοέλληνες γνωρίζουν π.χ. τον Άρη Βελουχιώτη;

Φαντάζεστε λοιπόν την έκπληξή μου όταν έμαθα ότι η Βικτόρια Χίσλοπ, η συγγραφέας του "Νησιού" των 200.000 αντιτύπων, είχε κυκλοφορήσει μυθιστόρημα με θέμα τον Ισπανικό Εμφύλιο. Πάντα επιφυλακτικός απέναντι στα ευπώλητα, δεν έσπευσα να το διαβάσω. Προτίμησα να αφήσω να κατακαθίσει ο κουρνιαχτός - έτσι κάνω συνήθως - και να δω αν το βιβλίο έχει αντέξει στον χρόνο.

Αυτή τη φορά δεν περίμενα πολύ. Κάποια αφορμή δόθηκε και το μυθιστόρημα έπεσε στα χέρια μου. Δεν άφησα να με αποτρέψουν τα ψευτοδιθυραμβικά σχόλια του οπισθόφυλλου (της αγγλικής έκδοσης, για να μην αδικήσω κανέναν) και προχώρησα ακάθεκτος στην πολυσέλιδη ανάγνωση.

Η πρώτη μου διαπίστωση ήταν ότι η προσέγγιση της Χίσλοπ στον Ισπανικό Εμφύλιο είναι συναισθηματική και μάλλον τουριστική (με την όσο πιο καλή έννοια). Η ίδια άλλωστε κατ' επάγγελμα ταξιδιωτικά άρθρα γράφει. Αγαπάει τα μέρη όπου ταξιδεύει και γνωρίζει με εμβρίθεια τον πολιτισμό τους. Όμως για τους απαιτητικούς αναγνώστες μια απλή περιγραφή των δεινών του πολέμου δεν αρκεί. Νομίζω ότι ιστορικό μυθιστόρημα χωρίς μια μορφή αναθεώρησης, χωρίς μια προσπάθεια μετατόπισης των παραδεγμένων οπτικών γωνιών και αντιλήψεων, καταλήγει τετριμμένη, ρηχή ανάπλαση.
 

Η αφήγηση των κακουχιών που υφίστανται τα μέλη της οικογένειας του βιβλίου είναι εγκιβωτισμένη μέσα στην ιστορία της Σόνιας, μιας Αγγλίδας που επισκέπτεται τη Γρανάδα με μια φίλη της για να πάρουν μαθήματα ισπανικών χορών. Αυτό επιτρέπει στη συγγραφέα να αντιπαραβάλει το σήμερα με το χθες και να επικεντρωθεί στη λειτουργία της ιστορικής μνήμης. Από την άλλη, όμως, ο τρόπος που επιλέγει να στήσει το όλο σκηνικό επιτείνει την "τουριστική" αίσθηση που προανέφερα. Βέβαια, η εξέλιξη της ιστορίας θα δικαιολογήσει την εμπλοκή της Σόνιας σ' αυτήν, που ξεπερνάει το απλό ενδιαφέρον ενός επισκέπτη.
 

Η γλώσσα της Χίσλοπ είναι στρωτή και καθόλου περιπετειώδης, ενώ οι περιγραφές της ζωντανεύουν την εποχή και το τοπίο. Η πλοκή δεν έχει ιδιαίτερα γυρίσματα και εξελίσσεται μάλλον αναμενόμενα για τα δεδομένα ενός πολέμου. Παρ' όλο που υπάρχουν συμπτώσεις (κεντρικές στην πλοκή) που αντιβαίνουν στον νόμο των πιθανοτήτων, μπορούμε να τις προσπεράσουμε αποδίδοντάς τες στην ποιητική άδεια. Επιπλέον καταπιάνεται με την μετεμφυλιοπολεμική κατάσταση μέσα και έξω από την Ισπανία, πράγμα που έχει από μόνο του τη σημασία του, μια και λίγοι έχουν ασχοληθεί μ' αυτό. Εκείνο, όμως, που με ξένισε (λόγω και της δημοσιογραφικής ταυτότητας της Β.Χ.) ήταν η έλλειψη οικονομίας. Πιθανολογώ ότι γοητεύεται τόσο πολύ από την ίδια της την αφήγηση (ιδίως προς το τέλος) που ξεχνάει να τελειώσει έγκαιρα τα κεφάλαιά της.

 Τελικά, παρά τις αδυναμίες του, ο "Γυρισμός" είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται με ενδιαφέρον και σίγουρα νιώθει κανείς μέσα στις σελίδες του πολύ έντονη τη γοητεία της Γρανάδα, του Λόρκα, του φλαμένκο, της Ισπανίας συνολικά. Η Βικτόρια Χίσλοπ αγαπάει αυτό για το οποίο γράφει και αυτό αντανακλάται στο μυθιστόρημά της (αντίστοιχη η αγάπη της και για την Ελλάδα όπου διαδραματίζεται το προηγούμενο βιβλίο της - δείτε τις συνεντεύξεις της). Είναι μια συμπαθέστατη και ειλικρινής εισαγωγή στο θέμα του Ισπανικού Εμφύλιου, όχι όμως ιδιαίτερα φιλόδοξη. Ο "δύσκολος" αναγνώστης θα χρειαστεί ίσως να βρει ικανοποίηση στα κλασικά κείμενα για την Ισπανική Επανάσταση (όπως αποκαλείται από κάποιους) ή στα πιο πρόσφατα . Σε κάθε περίπτωση, το κέρδος της αναγνωστικής απόλαυσης θα είναι μεγάλο.





Βιβλιογραφία (επιλογές):
- Orwell, George. Φόρος τιμής στην Καταλωνία (ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ) [κυκλοφορεί και ως "Πεθαίνοντας στην Καταλωνία" από τον ΚΑΚΤΟ]
- Beevor, Antony. Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος 1936-1939 (ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ)
- Koestler, Arthur. Ισπανική διαθήκη (ΚΑΚΤΟΣ)
- Hemingway, Ernest. Για ποιον χτυπά η καμπάνα (ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ και πολλές άλλες εκδόσεις)
- Malraux, André. Η ελπίδα (ΕΞΑΝΤΑΣ)
- Enzensberger, Hans - Magnus. Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας  (ΟΔΥΣΣΕΑΣ)
- Cercas, Javier. Στρατιώτες της Σαλαμίνας (ΠΑΤΑΚΗ)

Φιλμογραφία (επιλογές):
- For Whom the Bell Tolls (Sam Wood, 1943) [Για ποιον χτυπά η καμπάνα]
- ¡Ay, Carmela! (Carlos Saura, 1990)
- Land and Freedom (Ken Loach, 1995) [Γη και Ελευθερία]
- Soldados de Salamina (David Trueba, 2002) [Στρατιώτες της Σαλαμίνας]

- El laberinto del fauno (Guillerno del Toro. 2006) [Ο λαβύρινθος του Πάνα]

[Διαβάστε συνέντευξη της Βικτόρια Χίσλοπ]
Συνέχεια →

Ετικέτες