Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Συνέντευξη Χαβιέρ Θέρκας με αφορμή το μυθιστόρημα "Οι νόμοι των συνόρων"

0 σχόλια
Συνέντευξη του Χαβιέρ Θέρκας στο el diario www.eldiario.es  στις 3/4/2013 στον Sergio Collado – Girona.

Πέρα από τη συγκεκριμένη ιστορία, τι προσθέτουν «Οι νόμοι των συνόρων» στη βιβλιογραφία σας;
Όλα τα βιβλία που γράφω μου φαίνονται ότι είναι διαφορετικά και όλα με κάποιον τρόπο μοιάζουν γιατί τα έχω γράψει εγώ. Τα βιβλία δεν απαντούν στα ερωτήματα που τίθενται αν δεν δομηθούν με τον πιο σύνθετο πιθανό τρόπο. Και καθώς το ερώτημα που τίθεται είναι διαφορετικό σε κάθε βιβλίο, ο τρόπος που δομούνται είναι διαφορετικός. Είναι πολύ συνηθισμένο εμείς οι συγγραφείς να κάνουμε κόλπα: αν ένα βιβλίο σού άρεσε, το επόμενο είναι λίγο-πολύ το προηγούμενο μεταμφιεσμένο… εγώ προσπαθώ πάντα να το αποφεύγω αυτό.
Μοιάζει παραδοξότητα ή μια πάλη του συγγραφέα με τον εαυτό του…
Αυτό το βιβλίο δεν θα πρέπει να μοιάζει σε τίποτα με τα προηγούμενά μου και ταυτόχρονα να μοιάζει πολύ γιατί οι εμμονές μου, ο τρόπος που βλέπω τα πράγματα, είναι αυτό που είναι. Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους κινείται ο συγγραφέας που προσπαθεί, όπως εγώ, να συλλάβει την αλήθεια, δημιουργώντας παραλλαγές πάνω σε μια σειρά θεμάτων.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως το μυθιστόρημα αυτό είναι ένας συνδυασμός λογοτεχνικών ειδών;
Το μυθιστόρημα κατά βάση είναι μια εκτεταμένη και σύνθετη ιστορία έρωτα ανάμεσα σε τρία άτομα, γεμάτη αμφισημίες και σκοτεινά σημεία.
Πιθανόν να έχει στοιχεία νουάρ… Γράφω αντι-αστυνομικά παρά αστυνομικά μυθιστορήματα: ποτέ δεν μαθαίνεις στο τέλος ποιος σκότωσε ποιον. Αυτό είναι το κέντρο του βιβλίου. Ένα φίλος μου ποιητής, ο Κάρλος Μαρθάλ, λέει πως γράφω υπαρξιακά θρίλερ, θρίλερ στα οποία το να ανακαλύψεις ποιος έκανε τι θέτει ηθικά και πολιτικά ζητήματα, δεν είναι σαν απλώς να λύνεις ένα σταυρόλεξο.
Έγραψες από μνήμης το πρώτο μέρος του βιβλίου που διαδραματίζεται το καλοκαίρι του ’78;
Όχι, πάντα κάνω έρευνα πριν γράψω. Είναι, όπως λέει ο Βάργκας Γιόσα, σαν να «ψεύδεσαι με την αλήθεια», κάτι για το οποίο χρειάζεται έρευνα. Βέβαια, άντλησα επίσης από τη μνήμη μου, αλλά υπάρχουν λεπτομέρειες που χρειάστηκα να τις ψάξω σε αρχεία ή να τις συζητήσω με πρόσωπα που τις γνώριζαν.
Όμως από την άλλη δεν σου αρέσει η ετικέτα του «ιστορικού μυθιστορήματος»…
Απεχθάνομαι την ετικέτα του «ιστορικού μυθιστορήματος». Μου φαίνεται οξύμωρο, μια αντίφαση: ή είναι μυθιστόρημα ή είναι Ιστορία, αλλά και τα δυο μαζί όχι… Δεν γράφω ιστορικά μυθιστορήματα, γράφω μυθιστορήματα με ιστορική αίσθηση, όπου η Ιστορία παίζει έναν ρόλο. Ανακάλυψα ότι το παρελθόν είναι μια διάσταση του παρόντος, πως το παρόν από μόνο του δεν βγάζει νόημα. Το παρελθόν βρίσκεται εδώ, μέσα στο παρόν.
Ένα από τα μοντέλα των εφήβων της εποχής εκείνης ήταν οι νεαροί κίνκι. Θα μπορούσε επίσης να είναι ένα κείμενο που αναφέρεται σε μια γενιά;
Αυτά τα παιδιά, οι νεαροί με παραβατική συμπεριφορά, δεν είναι ένα φαινόμενο αποκλειστικά  ισπανικό ή καταλανικό της εποχής εκείνης, είναι μια παραλλαγή, μια ενσάρκωση ενός παγκόσμιου μύθου, όπως εμφανίζεται εκείνη τη στιγμή: ο μύθος του έφηβου ληστή, του έφηβου παραβάτη – ο μύθος του Μπίλι δε Κιντ, για παράδειγμα. Αυτά τα παιδιά που μυθοποιήθηκαν – που μετατράπηκαν σε έναν θρύλο για το σινεμά, τη λογοτεχνία, τα μέσα επικοινωνίας, τη μουσική – δεν ήταν ξένα προς τη δική μου εμπειρία, ήταν μέρος του φυσικού μου χώρου και οι άνθρωποι της γενιάς μου συμβίωναν μαζί τους.
Δεν μου ήταν δύσκολο να μπω στο πετσί τους.
Ο έφηβος είναι μια πολύ δυνατή λογοτεχνική φιγούρα.
Είναι η πρώτη φορά που γράφω σχετικά με εφήβους. Ίσως επειδή έχω έναν γιο στην εφηβεία… Ένα πρόσωπο του μυθιστορήματος λέει πως «να αγαπάς τα παιδιά είναι εύκολο, το δύσκολο είναι να μπεις στο πετσί τους». Ίσως αυτό το βιβλίο είναι μια προσπάθεια να μπω στο πετσί του γιου μου, να ξαναγίνω ο έφηβος που κάποτε ήμουν.
Δυο ηλικίες, δυο κρίσεις. Της εφηβείας και των σαράντα.
Το πρώτο μέρος είναι ένα είδος μυθιστορήματος μαθητείας, το γερμανικό bildungsroman. Μία αφήγηση όπου ένας μυθιστορηματικός ήρωας ανακαλύπτει την ουσία της ζωής – τη βία, το σεξ, τον έρωτα – και γίνεται άνδρας. Στο δεύτερο μέρος ανακαλύπτουμε πως η ωριμότητα είναι μια παγίδα, μια ψευδαίσθηση, και ότι κατά βάθος πάντα κουβαλάμε μέσα μας μια απόλυτη ανωριμότητα, έναν έφηβο. Στον πρωταγωνιστή συμβαίνει αυτό που συμβαίνει σε πολύ κόσμο στα 40 του, σκέφτεται πως αυτή δεν είναι η ζωή που θα ήθελε, πως πήρε λάθος δρόμο και πιστεύει πως ανακτώντας το παρελθόν θα βρει τη ζωή που έψαχνε. Κι αυτό είναι ψευδαίσθηση. Η ψευδαίσθηση πως όλοι πρέπει να αλλάξουμε ζωή.
Ήρθες στη Χερόνα από το Ιμπαχερνάνδο[Κάθερες, Εστρεμαδούρα] όταν ήσουν 4 χρονών. Μοιράζεσαι λοιπόν την εμπειρία του εσωτερικού μετανάστη με τα πρόσωπα του μυθιστορήματος;
Όταν είσαι μετανάστης, είσαι για πάντα.  Δεν είναι το αν ενσωματώθηκα στην πόλη ή στη χώρα, είμαι εντελώς Χερονιανός, αλλά ο τρόπος που είμαι Χερονιανός είναι του ανθρώπου που μετανάστευσε σε άλλο μέρος. Θα είμαι πάντα ένας τσαρνέγο [εσωτερικός μετανάστης], δεν υπάρχει τρόπος να αλλάξω σελίδα. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν καμιά σχέση με τον τόπο καταγωγής τους, αλλά εγώ δεν ανήκω σ’ αυτούς. Κατάγομαι από μια οικογένεια με βαθιές ρίζες στην Εστρεμαδούρα, έχω σπίτι εκεί και συγγενείς.  Οι ήρωες του βιβλίου είναι «εκτοπισμένοι», ναι, αλλά αυτοί οι «εκτοπισμένοι» έφτιαξαν αυτή την πόλη κι αυτή τη χώρα. Είμαι ένας ξεριζωμένος και σίγουρα γι’ αυτό έχω γίνει συγγραφέας.
Μήπως η φόρμουλα και το κίνητρο για να γράψεις είναι αυτό το «τι θα είχε συμβεί αν»;
Έτσι αρχίζουν πάντα τα μυθιστορήματα. Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, όπως θα έλεγε ο Μίλαν Κούντερα, είναι ένα υποθετικό εγώ, μια πιθανότητα στην οποία εγώ ο ίδιος δεν υλοποιήθηκα. Ο Θερβάντες ξύπνησε μια μέρα και είπε «κι αν αντί να ήμουν εγώ, ένας άνθρωπος που έκανε φυλακή και πολέμησε στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, είχα περάσει όλη μου τη ζωή στο χωριουδάκι της Λα Μάντσα διαβάζοντας βιβλία για την ιπποσύνη;». Κι έτσι αρχίζει το μυθιστόρημα. Αυτό δεν πάει να πει πως ο Δον Κιχότης είναι ο Θερβάντες: Ο Θερβάντες είναι ο Δον Κιχότης, ο Σάντσο Πάντσα και όλα τα πρόσωπα του βιβλίου. Το ίδιο κι εγώ είμαι όλα τα πρόσωπα του «Οι νόμοι των συνόρων».
Στο βιβλίο περιγράφεις δύο Χερόνες, την παλιά και τη σημερινή, τη μετασχηματισμένη.
Υπάρχει μια Χερόνα σκοτεινή, γκρίζα, μια πόλη τριτοκοσμική, υπαλληλική και βρώμικη, η πόλη της δεκαετίας του ’60 που παρουσιάζεται στην αρχή του βιβλίου, αλλά στο 1978. Η Χερόνα του σήμερα είναι πολύ διαφορετική και ένα πρόσωπο στο βιβλίο μιλάει για «μια πόλη γελοιωδώς αυτάρεσκη», εγώ δεν συμφωνώ απαραίτητα. Μπορώ να νιώσω νοσταλγία για εκείνη την παλιά πόλη γιατί η σημερινή είναι ασύγκριτα καλύτερη.
Μιλώντας για έφηβους ήρωες στους «Νόμους των συνόρων»… μπορούμε να σκεφτούμε και ένα νέο αναγνωστικό κοινό;
Δεν με προβληματίζει αν θα προσελκύσω αναγνωστικό κοινό, αλλά πώς θα γράψω ένα όσο το δυνατό καλύτερο βιβλίο. Το κοινό; Δεν ξέρω ποιος είναι το κοινό; Υπάρχουν αναγνώστες και ο κάθε αναγνώστης είναι διαφορετικός. Ποτέ δεν σκέφτηκα να γράψω για έφηβους, για ενήλικες, για γυναίκες. Πού στο διάολο ξέρεις τι τους αρέσει;! Μου φαίνεται πως είναι ο δρόμος για την απόλυτη καταστροφή. Δεν έχω ιδέα πώς γίνεται αυτό. Γράφω το βιβλίο που αρέσει σε μένα με την ελπίδα ότι θα αρέσει στους άλλους, όμως δεν προβληματίζομαι γι’ αυτό. Προφανώς ένας συγγραφέας γράφει για τον εαυτό του, Γράφεις για τον αναγνώστη που εσύ είσαι.
                   
Μπορείτε εδώ να διαβάσετε τη συνέντευξη στα Ισπανικά: 


[Μετάφραση από τα Ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Share/Bookmark

Σχόλια

Ετικέτες