Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Πώς να κρυφτείς - Αμάντα Μιχαλοπούλου (εκδ. KAΣTANIΩTH)

0 σχόλια
Πώς μπορείς να πέσεις έξω στις εκτιμήσεις σου για ένα βιβλίο, διαβάζοντας τις κριτικές; Οι διθύραμβοι που είχα διαβάσει με είχαν πείσει ότι αυτό που είχα στα χέρια μου ήταν το καλύτερο μυθιστόρημα της Αμάντας Μιχαλοπούλου και ένα από τα σημαντικότερα της λογοτεχνικής παραγωγής της χρονιάς. Αν δεν είχα την τύχη να διασταυρώσω τις απόψεις μου με τις γνώμες άλλων που εμπιστεύομαι, ίσως να μην τολμούσα να γράψω αυτά τα λόγια. Αλλά πάλι γιατί να μην έχουμε κι εμείς οι απλοί άνθρωποι το δικαίωμα να γράψουμε τη γνώμη μας; Γιατί να είναι μόνο κάποιο σινάφι που αποφασίζει για την ποιότητα των βιβλίων; Στο κάτω-κάτω, όλοι κρινόμαστε κρίνοντας.

Ήταν και το θέμα του βιβλίου ιδιαίτερα ελκυστικό. Ο Στέφανος, 35 χρονών, ζει και εργάζεται στο Βερολίνο. Δεν είναι όμως ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Στα τέσσερα απήχθη από ένα ζευγάρι Γερμανών και έζησε μαζί τους μέχρι τα έντεκά του χρόνια, οπότε και ανακαλύφθηκε από την πραγματική του οικογένεια. Αυτό, προφανώς, τον έχει κάνει να αισθάνεται παντού ξένος και να αντιμετωπίζει δυσκολίες στην επαφή του με τους άλλους. Έχει σχέση με μια μάλλον κυριαρχική γυναίκα, τη Σεσίλια, και μοιάζει να αφήνει τις αποφάσεις πάνω της. Μετά από έναν μικροκαβγά μαζί της, αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα για να τακτοποιήσει κάποιες περιουσιακές εκκρεμότητες. Μέσα από το ταξίδι του στην Αθήνα και στον τόπο των παιδικών του διακοπών, μαθαίνουμε σιγά-σιγά τι συνέβη εκείνο το καλοκαίρι της απαγωγής.

Το μυθιστόρημα αποτελείται από εφτά κεφάλαια, στα οποία εναλλάσσονται πέντε αφηγητές (με τον Στέφανο σε τρία από αυτά). Αυτό θα αποτελούσε πλεονέκτημα αν πράγματι οι διαφορετικές οπτικές γωνίες φώτιζαν διαφορετικές πτυχές της ιστορίας. Δεν διαπίστωσα κάτι τέτοιο. Ειδικά η πρώτη αφηγήτρια, η Φοίβη, μια νεαρή κοπέλα που επισκέπτεται τον Στέφανο μαζί με τον ανιψιό του στο Βερολίνο, δεν βρίσκω να προσφέρει κάτι πέρα από την διαπίστωση ότι ο ήρωας είναι αρκετά επιθυμητός ώστε να συγκινεί ένα κοριτσόπουλο. Αποκαλυπτικό!

Κατά τα άλλα, το Πώς να κρυφτείς εξαντλείται σε περιγραφές που κινούνται από το "Έφαγα δυο μπισκότα κι ένα γεμιστό ντόνατ" μέχρι τις καρτποσταλικές εικόνες του Μαρόκου (γιατί έπρεπε να πάει εκεί ο ήρωας για να βρει τον απαγωγέα-"πατέρα";). Μπορεί η "αποδόμηση" (αγαπημένος όρος των κριτικών που ασχολήθηκαν με το συγκεκριμένο βιβλίο) να δημιουργεί εναλλαγές στην πλοκή αλλά δεν νομίζω να απαντά στα ερωτήματα που το ίδιο το μυθιστόρημα θέτει (αν μη τι άλλο στο οπισθόφυλλό του). Τι σημαίνει να βρίσκεσαι ανάμεσα σε δυο πατρίδες, σε δυο γλώσσες, σε δυο οικογένειες; Η ιδέα του Ντούρχγκανγκ, του διαδρόμου στον οποίο ζει ο Στέφανος, είναι πολύ ενδιαφέρουσα αλλά μένει εκεί. Παρά τις πολυπρόσωπες αφηγήσεις, ελάχιστα μαθαίνουμε για τα συναισθήματά του, για τις προσαρμογές του, για την Κιμ (την παιδική του φίλη) που το μυθιστόρημα εξαφανίζει, για τη δουλειά του (δάσκαλος ελληνικών σε γερμανικό σχολείο), για την τραγικότητα της ύπαρξής του. Δηλαδή, το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ένας γοητευτικός (κατά τη Φοίβη) αλλά ενδοστρεφής άντρας που ερωτεύεται μεγαλύτερές του γυναίκες (αναζητώντας τη μητέρα;); Φυσικά, ακόμη κι αυτός έχει δικαίωμα στην ευτυχία που τη βρίσκει στην αγκαλιά της εγκύου Σεσίλια. Δεν ξέρω πώς σας φαίνεται εσάς αλλά εμένα μου λείπουν πάρα πολλές εξηγήσεις. Δεν μου αρκεί η απλή αναφορά του "αισθήματος αποκοπής και αποξένωσης" (σελ. 362). Και θέλω το μυθιστόρημα να είναι συγκεντρωμένο σ' αυτό που προσπαθεί να κάνει, αντί να χάνεται από πόλη σε πόλη κι από τον ναζισμό στον Βιτγκενστάιν (αναφέρομαι στο παραλήρημα του Σουλτς).

Ίσως αν περίμενα κάτι λιγότερο από την Αμάντα Μιχαλοπούλου να μην ένιωθα τόση απογοήτευση. Ίσως τελικά να είναι "μια χαρά για θερινό ανάγνωσμα" - όπως είπε μία φίλη. Όμως όσοι αναζητούμε κάτι περισσότερο στη λογοτεχνία δεν αρκούμαστε σε αναγνώσματα κατάλληλα για βιβλιοπαρουσιάσεις lifestyle περιοδικών. Και η έλλειψη τού "κάτι παραπάνω" δεν κρύβεται με τίποτα.


Share/Bookmark

Σχόλια

Ετικέτες