Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνέντευξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνέντευξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

Φερνάντο Αραμπούρου - συνέντευξη για το μυθιστόρημά του "Πατρίδα"

0 σχόλια
Η «Πατρίδα» έχει χαρακτηριστεί ως η «λογοτεχνική ήττα» της ΕΤΑ. Γιατί μέχρι τώρα δεν είχε γραφτεί ένα μυθιστόρημα στα ισπανικά για εκείνα τα χρόνια;
Από καιρό βγαίνουν διάφορα άρθρα. Τελευταία, όλο και περισσότερα.
Είναι κάτι που εύκολα το καταλαβαίνει κανείς, επειδή τώρα μπορούμε να δούμε με άλλη ματιά ένα ιστορικό φαινόμενο που έχει εκλείψει και γύρω από το οποίο έχουν συσσωρευτεί μαρτυρίες κάθε είδους που είναι χρήσιμες για τη λογοτεχνική δημιουργία.
Σχετικά με το περί «λογοτεχνικής ήττας», πιστεύω πως είναι μια έννοια που πρέπει να μετριαστεί. Είναι μια φράση για την οποία δηλώνω υπεύθυνος, μιας κι εγώ την πρωτοκυκλοφόρησα, και στην οποία πρέπει να τονιστεί το προσδιοριστικό «λογοτεχνική». Δεν είναι όλες οι εκδοχές αυτού που συνέβη ίδιας σημασίας και υπάρχουν κάποιες που μου φαίνεται ότι επιτρέπουν κάποια κατανόηση προς τους θύτες.
Και έχοντας υπόψη αυτές τις εκδοχές, πρέπει να γραφτούν άλλες. Και αν αυτές οι άλλες εκδοχές είναι πιο πειστικές και διαθέτουν μεγαλύτερη αισθητική βαρύτητα, πιστεύω πως θα επιβληθούν στη συλλογική μνήμη.
Το καινούργιο στο μυθιστόρημά σας, αυτό που πολλοί λένε ότι το καθιστά λογοτεχνικό μνημείο, είναι πως αφηγείται τα γεγονότα στα χρόνια της βίας στη Χώρα των Βάσκων με τρόπο απτό, αναλύοντας πώς επηρέασε όλους τους ανθρώπους στην καθημερινή τους ζωή  και στις προσωπικές τους εμπειρίες…
Εγώ δεν γνωρίζω αν το μυθιστόρημά μου ανταποκρίνεται στις προσδοκίες να υπάρξει ένα λογοτεχνικό μνημείο για αυτό το ζήτημα, αλλά πράγματι φιλοδοξούσα να δημιουργήσω μέσω της λογοτεχνίας μια γενική εικόνα, που να εστιάζει όχι μόνο στα θύματα, όχι μόνο στους θύτες ή σε επί μέρους μόνο πλευρές της πραγματικότητας που ζούσαμε.
Γι’ αυτό λοιπόν στο μυθιστόρημά μου πρωταγωνιστούν εννέα πρόσωπα διαφορετικών φύλων, διαφορετικών ηλικιών, αντιπροσωπευτικά πολύ διαφορετικών ευαισθησιών τόσο πολιτικών όσο και συναισθηματικών.
Θα μπορούσατε να γράψετε την «Πατρίδα» στα δύσκολα χρόνια της ΕΤΑ;
Το μυθιστόρημά μου δεν θα μπορούσε να γραφτεί πριν από το τέλος της οριστικής παύσης της ένοπλης δραστηριότητας της ΕΤΑ γιατί αυτό ακριβώς το γεγονός μού έδωσε το έναυσμα.
Το βιβλίο μου ξεκινάει όταν τελειώνει η τρομοκρατία. Αυτό είναι που δίνει τη δυνατότητα στα πρόσωπα του μυθιστορήματος, αλλά και στον συγγραφέα, να δουν πως αυτό που συνέβη έχει φτάσει σε ένα είδος τέλους, παρότι δεν έχουμε απόλυτες εγγυήσεις.
Είχα την πεποίθηση όσο έγραφα πως ένα νέο χτύπημα δεν θα με υποχρέωνε να αναθεωρήσω ολόκληρο το βιβλίο, αλλά πως εκείνη η ιστορική περίοδος είχε ολοκληρωθεί, είχε καταλαγιάσει. Αυτό μου έδινε μια οπτική χωρίς την οποία η «Πατρίδα» θα ήταν αδιανόητη.
Είχαν και πριν γραφτεί άλλα βιβλία, κι εγώ ο ίδιος είχα γράψει, όμως αν είχε δημοσιευτεί τότε ένα μυθιστόρημα σαν την «Πατρίδα» θα είχε τεθεί σε κίνδυνο η σωματική μου υγεία, όπως συνέβη σε άλλους.
Η βία, ο φόβος, μπορούν να κάνουν μια κοινωνία σχιζοφρενική;
Ο φόβος είναι ένα γνωστό ορμέμφυτο στη φύση. Δεν είναι αποκλειστικότητα των ανθρώπων και είναι ένας συναγερμός που διαθέτει το σώμα για να προστατεύεται. Είναι φυσικό να παράγει ο φόβος συμπεριφορές επιβίωσης.
Στην περίπτωση του ανθρώπου, του επιβάλλει να σωπαίνει, να φεύγει, να μη διαφωνεί δημόσια ή να γίνεται συνένοχος του θύτη.
Αυτό δεν είναι αποκλειστικότητα των Βάσκων. Εμφανίζεται σε κοινωνίες όπου επιβάλλεται ένα ολοκληρωτικό κίνημα ή όπου ασκείται βία πάνω σε ένα τμήμα της κοινωνίας.
Όμως αυτό δεν είναι μόνο μια κοινωνική συμπεριφορά των ατόμων ως πολιτών, αλλά το βλέπουμε και γενικά σε περιπτώσεις βίας.
Πώς κατάφερε η ΕΤΑ να γίνουν μέλη της τόσοι νέοι άνθρωποι της γενιάς σας;
Αν διαβάσει κανείς τις ιστορικές αφηγήσεις, διαπιστώνει ότι γινόταν μια πολύ αποτελεσματική δογματική και προπαγανδιστική δουλειά. Μια δουλειά που κάποιες φορές ξεκινούσε από τις οικογένειες, συνεχιζόταν στο σχολείο, στη γειτονιά, και σε αυτή προσθέτονταν η πίεση του περίγυρου, ιδιαίτερα στα χωριά, όπου ο έλεγχος του πληθυσμού είναι ευκολότερος.
Υπήρχε επίσης και μια αισθητική γοητεία, μια αισθητική ομοιομορφία…
Και από την άλλη η βία με τον καιρό μετατρέπεται σε έναν δυναμισμό δράσης που απαλλάσσει το άτομο από τη σκέψη, αρκεί να γίνει ένα με αυτή. Είναι μια διαδικασία που δύσκολα σταματιέται.
Όταν ζει κανείς σε μια κοινωνία όπου συχνά παράγονται πράξεις βίας, είναι αδύνατο ένας νέος, ένας έφηβος, να αποφύγει να πάρει θέση. Αργά ή γρήγορα πρέπει να το κάνει.
Για πολλά χρόνια τα μέλη της ΕΤΑ θεωρούνταν ακόμη και ήρωες…
Ναι, πραγματικά έτσι ήταν. Μετατράπηκαν από τρομοκράτες σε ήρωες. Οι ίδιοι οι τρομοκράτες, στις λίγες ομολογίες που μπορεί να βρει κανείς, δεν θεωρούν τους εαυτούς τους δολοφόνους. Πιστεύουν πως έκαναν καλό, πως έσωζαν τον λαό, πως θυσιάζονταν για αυτόν.
Εμένα ως μυθιστοριογράφο με ενδιέφερε να δείξω πώς βιωνόταν όλο αυτό και να το δείξω μέσα από κάποιους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες.
Στην «Πατρίδα» υπάρχει ένα πρόσωπο, η Μίρεν, που όταν ο γιος της μπαίνει στην ΕΤΑ μεταμορφώνεται, τον στηρίζει και τον υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια. Έχετε γνωρίσει πολλές Μίρεν στη Χώρα των Βάσκων;
Έχω γνωρίσει πολλές, ναι. Επιπλέον, μέχρι ένα ορισμένο σημείο, τις καταλαβαίνω. Ανάμεσα σε κάποιες δεδομένες πεποιθήσεις και στον γιο, είναι γυναίκες που διαλέγουν τον γιο, με τον ίδιο τρόπο που ο Αλμπέρ Καμί έλεγε πως ανάμεσα στη δικαιοσύνη και τη μάνα του, διάλεγε τη μάνα του.
Η Μίρεν δείχνει πως όταν η βία επιβάλλεται σε μια κοινωνία, επαναλαμβανόμενα και για δεκαετίες, όλοι είναι θύματα, ακόμη και οι θύτες. Όχι θύματα με τον ίδιο τρόπο, επειδή δεν είναι ίδιο το να σκοτώνεις με το να δολοφονείσαι.
Ένα παλικάρι που θα μπορούσε να έχει μια εποικοδομητική ζωή, να φτιάξει μια οικογένεια, να έχει μια δουλειά, να προκόψει, να φροντίσει την προσωπική του βελτίωση, να ταξιδέψει, να κερδίσει από τη ζωή, διαλέγει αντί γι’ αυτό να εκτελέσει κάποιον, να σκοτώσει και να περάσει περισσότερα από 20 χρόνια στη φυλακή. μου φαίνεται πως κι αυτός γίνεται θύμα, θύμα της ιδεολογικής επιρροής, μιας υπερβολικής νεανικής ενεργητικότητας, μια πολιτικής παγίδας…
Αν και, φυσικά, ένας φονιάς δεν μου εμπνέει την ίδια συμπάθεια με τα θύματα της τρομοκρατίας.
Στο μυθιστόρημά σας, όλοι οι χαρακτήρες είναι δυστυχισμένοι. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πλήρωσαν ακριβά τη βία που στην ουσία τους κατέστρεψε τις ζωές.
Ίσως το μόνο πρόσωπο που πλησιάζει σε κάποια ψήγματα ευτυχίας είναι ο Γκόρκα. Αν και δεν καταφέρνει να εκπληρώσει το μεγάλο του όνειρο, τουλάχιστον πετυχαίνει μια κάποια ισορροπία χάρη στην αφοσίωσή του στην καλλιέργεια, στα βιβλία, στη μουσική…
Παρόλα αυτά που υποφέρει, είναι το μόνο πρόσωπο που βρίσκει μια ισορροπία στη ζωή του. Οι υπόλοιποι είναι όλοι χαμένοι, με τη μία μορφή ή την άλλη.
Και εσείς πώς απελευθερωθήκατε από εκείνον τον συλλογικό πυρετό για την ΕΤΑ που επηρέασε τόσους νέους Βάσκους;
Εγώ απελευθερώθηκα, αλλά εκτέθηκα, όπως εκτέθηκαν φίλοι και συμμαθητές. Θυμάμαι συμμαθητές που μπήκαν στην ΕΤΑ…
Μιλάω για τη δεκαετία του ’70, γιατί δεν ήταν όλες οι εποχές ίδιες.
Όταν πήγαινα στο γυμνάσιο ο φρανκισμός επέμενε ακόμη και η αντίληψη για την ΕΤΑ ήταν διαφορετική από αυτή που διαμορφώθηκε μεταγενέστερα. Υπήρχε η λαϊκή πεποίθηση ότι η ΕΤΑ αγωνιζόταν ενάντια στον φρανκισμό, ενάντια στη δικτατορία, ότι θα μας έσωζε από όλα εκείνα.
Τα μάτια μας ανοίξανε αργότερα.
Όμως πώς ακριβώς καταφέρατε εσείς να ξεφύγετε από τη γοητεία που ένα διάστημα ασκούσε η ΕΤΑ σε δεκάδες νέους;
Ήρθα σε επαφή με την κουλτούρα και τα βιβλία, που μου άνοιξαν άλλους ζωτικούς ορίζοντες.
Επιπλέον, είχα την τύχη να μεγαλώσω σε μια οικογένεια στην οποία υπήρχε αγάπη, μέσα μου δεν σύρθηκε καμιά δυσαρέσκεια που να με φτάσει σε σημείο να κάνω να πληρώσουν άλλοι τις εσωτερικές απογοητεύσεις μου.
Άλλωστε δεν μου άρεσαν ποτέ τα πλήθη, οι σημαίες, οι θορυβώδεις μάζες… Ποτέ δεν με τράβηξε κάτι τέτοιο και ποτέ δεν ένιωσα τον πειρασμό να χρησιμοποιήσω βία ενάντια σε άλλους ανθρώπους.
Επίσης, βεβαίως, γεννήθηκα σε μια πόλη, το Σαν Σεμπαστιάν. Δεν είναι το ίδιο να έχεις μεγαλώσει σε μια πόλη, όπου η ανθρώπινη ποικιλία είναι μεγαλύτερη, όπου κανείς είναι συνηθισμένος να βλέπει ξένους και τουρίστες, ανθρώπους που βλέπουν αλλιώς τα πράγματα, που μιλάν άλλη γλώσσα…
Σε μια πόλη, αν βλέπει κανείς τους φίλους του να παίρνουν τον κακό δρόμο, μπορεί να αλλάξει φίλους, υπάρχουν άλλα πράγματα στα οποία μπορεί να καταφύγει, που σε μια κοινότητα 3.000 κατοίκων δεν τα βρίσκεις.
Η τεράστια πλειοψηφία των Βάσκων που ήταν ενάντια στη βία επέλεξαν να καταφύγουν στη σιωπή…
Από τις πολλές σιωπές που υπήρξαν, θεωρώ πως η πλέον αξιόμεμπτη είναι να αφήνεις μόνα τα θύματα, εγκαταλειμμένα. Θεωρώ πως αυτή η σιωπή είναι ασυγχώρητη.
Ωστόσο, υπάρχουν άλλες σιωπές που είναι πιο δικαιολογημένες., όπως η σιωπή που προκαλεί ο φόβος.
Θεωρώ πως θα έπρεπε να είμαστε πιο προσεκτικοί την ώρα που μοιράζουμε μομφές. Γνωρίζω καλά πως υπήρξαν σιωπές παρηγορητικές, προστατευτικές, για παράδειγμα από τη μεριά χηρών που αποφάσισαν να αναβάλουν να μιλήσουν για ό,τι συνέβη, για να προστατέψουν τα μικρά τους παιδιά, για να μη μεγαλώσουν μέσα στο μίσος, με ψυχολογικά τραύματα ή με τη στάμπα του θύματος να μην τους αφήνει ποτέ.
Πρέπει να πάρουμε υπόψη μας όλες αυτές τις διαφορετικές αποχρώσεις. Όμως η σιωπή της κοινωνίας, η εγκατάλειψη των θυμάτων, σίγουρα είναι κατακριτέα.
Το ότι ζείτε στη Γερμανία από το 1985 σας επέτρεψε ίσως να έχετε την απαραίτητη απόσταση ώστε να δείτε το πρόβλημα της βίας στη Χώρα των Βάσκων σε όλες του τις διαστάσεις;
Ναι. Με τον καιρό κατάλαβα ότι, από τη μια, η γεωγραφική απόσταση με απομάκρυνε από την καθημερινότητα των γεγονότων που συνέβαιναν στον γενέθλιο τόπο μου, από την άλλη, με απελευθέρωνε από τη σπουδή να εκφραστώ και από την υπερβολική επίδραση που θα μπορούσε να έχει πάνω μου κάποια ιδεολογική αντίληψη ή κάποιες συγκεκριμένες ευαισθησίες.
Βλέπω τον εαυτό μου σαν τον σκακιστή που, αφού τελειώσει το παιχνίδι, αναλογίζεται ολόκληρη την παρτίδα, ξανακοιτάζει εκείνη την επιλογή ανάμεσα στο πιόνι και τον αξιωματικό, που βλέπει ό,τι έχει γύρω του αλλά ίσως δεν κατανοεί ολόκληρο τον γενικότερο μηχανισμό.
Από την άλλη, αυτή η γεωγραφική απόσταση είναι σχετική: υπάρχει το τηλέφωνο, υπάρχει το ίντερνετ και πολλές άλλες δυνατότητες πληροφόρησης.
Δεν υπήρξε σε μένα συναισθηματική αποστασιοποίηση: είχα την πληροφόρηση, διάβασα και συζήτησα με ανθρώπους που ζούσαν στη Χώρα των Βάσκων, και δεν μου φαίνονταν καλύτερα πληροφορημένοι από μένα. Επιπλέον, επισκεπτόμουν αρκετά συχνά τη χώρα.
Πώς έγινε δεκτή η «Πατρίδα» από τα οχυρά του ριζοσπαστισμού που εξακολουθούν να υπάρχουν στη Χώρα των Βάσκων;
Δεν μπήκα σε σπίτια να ρωτήσω πώς τους φάνηκε το βιβλίο μου. Αυτό που γνωρίζω σίγουρα είναι πως διαβάζεται πολύ στη Χώρα των Βάσκων.
Πιστεύω πως υπάρχει μεγάλη ανάγκη να διαβαστούν ιστορίες σαν τη δική μου. Με ενοχλεί που η «Πατρίδα» θεωρείται το απόλυτο αφήγημα όσων συνέβησαν, είναι μια διαφημιστική φράση για την οποία δεν είμαι εγώ υπεύθυνος.
Ένα βιβλίο, όσο πολύπλοκο και να είναι, δεν μπορεί να συμπεριλάβει ολόκληρη μια εποχή που κράτησε δεκαετίες.
Η «Πατρίδα» είναι μια συνεισφορά, ανάμεσα σε άλλες. Έχει δεχθεί κριτικές, όπως και ευνοϊκές γνώμες, ωστόσο σε ένα λίγο-πολύ ήρεμο κλίμα συζήτησης, και αυτό μου άρεσε πολύ.
Με χαροποιεί που το βιβλίο μου έχει γίνει θέμα συζήτησης στην πατρίδα μου. Μπορεί κανείς να αποδεχθεί το μυθιστόρημά μου ή όχι, αλλά είτε έτσι είτε αλλιώς μας βάζει να συζητήσουμε, μας βάζει ακόμη και να διαφωνήσουμε χωρίς να υφιστάμεθα προσβολές, απειλές ή βία.
Πιστεύετε πως αυτά που συνέβησαν στη Χώρα των Βάσκων αυτές τις περίπου πέντε δεκαετίες θα ξεχαστούν, θα θαφτούν κάτω από το χαλί;
Όλα ξεχνιούνται. Αργά ή γρήγορα, η λήθη πάντα θριαμβεύει. Είναι κάτι φυσικό.
Πράγματι, στις τελευταίες δημοσκοπικές έρευνες που έγιναν στη Χώρα των Βάσκων ανάμεσα στους νέους διαπιστώθηκε πως δεν είναι ιδιαίτερα ενημερωμένοι, κάποιοι δεν γνώριζαν ούτε καν ποιος ήταν ο Μιγκέλ Άνχελ Μπλάνκο (το πιο γνωστό θύμα της ΕΤΑ).
Η δολοφονία που συγκλόνισε την Ισπανία: γι’ αυτό 20 χρόνια από τον θάνατο του Μιγκέλ Άνχελ Μπλάνκο στα χέρια της ΕΤΑ προκαλούν μεγάλη διαμάχη τα αφιερώματα στη μνήμη του.
Δεν μπορεί να ζητάει κανείς από τις μεταγενέστερες γενιές να δίνουν μεγάλη σημασία σ’ αυτά που έζησε η δική μου γενιά. Άλλο είναι το καθήκον σήμερα: να δημιουργηθεί ένα κεφάλαιο μνήμης, ένας χώρος γεμάτος βιβλία, ταινίες, αρχειοθήκες, φωτογραφίες, μαρτυρίες… Ένας χώρος στον οποίο οι νέοι του μέλλοντος θα μπορούν να προσφεύγουν για να ψάχνουν απαντήσεις στις απορίες που θα μπορούσαν να έχουν.
Αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε να τους το αρνηθούμε, αλλά δεν μπορούμε να τους ζητάμε να σκέφτονται όπως θέλουμε εμείς να σκέφτονται.
Πιστεύετε πως αυτή η λήθη, εκτός από το ότι είναι κάτι φυσικό, μπορεί να είναι και υγιής;
Ναι, είναι πιθανό ότι υπάρχει και μια πλευρά υγιής στη λήθη όταν μας προστατεύει από παρορμητικά συναισθήματα όπως το μίσος και ο θυμός. Ωστόσο, είναι πολύ δύσκολο να θέσεις τα όρια.
Θα προτιμούσα βέβαια να τα έθετε η φύση.
Εξάλλου, δεν γνωρίζουμε αυτό που θα συμβεί στις επόμενες δεκαετίες. Ίσως συμβούν γεγονότα πιο ουσιώδη από ιστορική άποψη, ποιος ξέρει, που να κάνουν τις περασμένες δεκαετίες να φαίνονται ένα απλό προοίμιο. Δεν μπορούμε να το προσδιορίσουμε εκ των προτέρων.
Στον θύτη σίγουρα υπάρχει μια προστατευτική λήθη, μια λήθη που δεν του θυμίζει αυτό που έκανε ή που του επιτρέπει να ορίσει μια άλλη εκδοχή του συμβάντος, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη εκδοχή.
Η συγνώμη είναι ένα από τα μεγάλα θέματα του μυθιστορήματός σας. Είναι δυνατή η συγνώμη, είναι επιθυμητή;
Η συγνώμη είναι κάτι προσωπικό, δεν μπορεί να οριστεί με νόμο. Η συγνώμη, για να αξίζει το όνομά της, πρέπει να είναι ειλικρινής, είναι ασύμβατη με ένα αίτημα αφηρημένο και ευκαιριακό, στη μέση μιας πλατείας, με φωτογράφους και τηλεοπτικές κάμερες. Αυτό είναι θέατρο και δεν βοηθά στη συγνώμη.
Ούτε μια γενικόλογη συγνώμη μού μοιάζει αυθεντική. Η συγνώμη είναι κάτι ιδιαίτερο, υπόθεση λεπτή και προσωπική.
Εγώ μίλησα με θύματα της τρομοκρατίας και κάποιοι δεν θέλουν ούτε να ακούσουν για συγνώμη, το τελευταίο που θα επιθυμούσαν  θα ήταν να ξαναμπούν στις εφημερίδες. Ωστόσο, υπάρχουν άλλοι που όντως θα ήθελαν να τους ζητηθεί συγνώμη για να μπορέσουν να κλείσουν έναν κύκλο και για να μπορέσουν να μείνουν μόνοι με τον πόνο τους.
Η Καταλονία έχει προκηρύξει για την 1η Οκτωβρίου ένα δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία που κηρύχτηκε παράνομο από τη Δικαιοσύνη και την ισπανική κυβέρνηση.  Ο καταλανικός αυτονομισμός δεν φαίνεται ως τώρα να συνοδεύεται από φυσική βία, πολλοί όμως καταγγέλλουν πως εκείνη η καταλανική πλευρά που δεν τον υποστηρίζει νιώθει πιεσμένη, εξαναγκασμένη, εκφοβισμένη και πως στην πλειοψηφία της επιλέγει από φόβο τη σιωπή. Συμμερίζεστε αυτή την εικόνα;
Ναι, φυσικά. Είναι στη φύση κάθε εθνικισμού να επιβάλλει ένα φίλτρο από του οποίου τις τρύπες περνούν μόνο οι ‘πούροι’, οι ‘αυθεντικοί’, αυτοί που πραγματικά – πάντα σύμφωνα με την εθνικιστική νοοτροπία – αξίζουν να βρίσκονται σ’ αυτόν τον τόπο, αυτοί που αξίζουν να πατούν αυτή τη γη… Το όνειρό τους είναι να φτιάξουν έναν χώρο, ένα έθνος, για τους εαυτούς τους.
Ο εθνικισμός μπορεί να είναι επεκτατικός, όπως ήταν ο ναζισμός, ή μπορεί να είναι αναδιπλούμενος, όπως ο βασκικός ή ο καταλανικός.
Αυτός ο δεύτερος προσπαθεί να φράξει τον κήπο, να βάλει τα συνοράκια του ώστε να μείνουν μόνοι, με τη γλώσσα τους, τις παραδόσεις τους, και τα λοιπά.
Και όλοι με τους οποίους δεν συμφωνεί ή που δεν εναρμονίζονται με αυτή την ανθρώπινη τοπιογραφία πρέπει να αποβληθούν από την κοινωνία, ήδη γίνεται στην κυριολεξία, πετάγοντάς τους έξω ή περιορίζοντάς τους στη σιωπή.
Όμως στην Καταλονία δεν υπάρχει ένα ένοπλο κίνημα που να υποστηρίζει την ανεξαρτησία δια της φυσικής βίας όπως υπήρχε στη Χώρα των Βάσκων…
Ευτυχώς οι Καταλανοί δεν έχουν πέσει, ακόμη, στο πηγάδι της βίας. Ωστόσο, χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
Το «Μάζα και εξουσία», ένα βιβλίο στο οποίο ο Ελίας Κανέτι μελετά διεξοδικά τις ανθρώπινες συμπεριφορές στην κοινωνία, στη μάζα, στα πλήθη, δείχνει ότι εκεί όπου συσσωρεύονται εντάσεις – και στην Καταλονία έχουν συσσωρευτεί πολλές εντάσεις – αρκεί μια μικρή αφορμή για να εξαπολυθεί γενικευμένη βία.
Αυτός είναι ο μεγάλος φόβος μου σχετικά με την Καταλονία.
Το είδαμε στην Αραβική Άνοιξη: ξεκίνησε επειδή ένας μανάβης αυτοπυρπολήθηκε στην Τύνιδα. Αυτό το γεγονός που εκ πρώτης όψεως φαίνεται μικρό και περιορισμένο σε ένα μόνο άτομο πυροδότησε στην Τύνιδα και σε άλλες χώρες μια τεράστια καταστροφή. Η βενζίνη έχει ήδη χυθεί και αρκεί μια σπίθα για να πάρει φωτιά.
Ο μεγάλος μου φόβος είναι μήπως συμβεί κάτι τέτοιο στην Καταλονία.



BBC, 22-24 Σεπτεμβρίου 2017

[Μετάφραση από τα ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
Συνέχεια →
Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2016

Συνέντευξη του Ζάουμε Καμπρέ για το Confiteor

3 σχόλια
https://www.guernicamag.com/wp-content/uploads/2015/01/JUAME-CABRE-by-Anita-Sethi_550.jpg
Η συνέντευξη του Ζάουμε Καμπρέ δόθηκε στο αγγλόφωνο περιοδικό Guernica και δημοσιεύτηκε στις 15 Ιανουαρίου 2015.

Ε: Η γλώσσα και η ταυτότητα είναι δυο πολύ δυνατά θέματα στο Confiteor*. Από μικρός ο Αντριά έχει «έφεση στις γλώσσες» και θεωρείται ότι μπορεί να μάθει δέκα. Και γράφετε: «Δεν κατοικούμε μια χώρα. κατοικούμε μια γλώσσα.» Πώς σας ήρθε αυτή η ιδέα;
Α: Τα Καταλανικά αντιμετώπισαν διώξεις και απαγορεύσεις, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Φράνκο αλλά και πριν από αυτή, από την άφιξη των Βουρβόνων στην Ισπανία. Για κάποια σαν εσάς που είστε Βρετανίδα πολίτης αυτό μπορεί να φαίνεται παράξενο. Πώς μπορείς να απαγορεύσεις μια γλώσσα; Προκύπτει ότι μπορείς. Στη δικτατορία ήταν παράνομο να μιλάς Καταλανικά. Είναι μια εμπειρία που όλοι οι Καταλανοί είχαμε στον ένα ή τον άλλο βαθμό. Κάποιοι πολύ πιο έντονα από άλλους, αλλά είναι κάτι που όλοι μοιραστήκαμε.
Όταν διαβάζεις αυτό που λέει ο Τζορτζ Στάινερ για τη γλώσσα – ότι η γλώσσα καταλαμβάνει ένα σύμπαν – βλέπεις πόσο φοβερή παγκόσμια καταστροφή είναι ο θάνατος μιας γλώσσας. Κάθε χρόνο, σ’ αυτόν τον κόσμο, αρκετές γλώσσας πραγματικά πεθαίνουν. Υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες γλώσσες που έχουν εξασφαλισμένη την επιβίωσή τους για πολλά χρόνια, όπως τα Αγγλικά, αλλά υπάρχουν άλλες των οποίων η επιβίωση δεν είναι και τόσο βέβαιη, όπως τα Καταλανικά, ιδιαίτερα αν δεν έχουν ένα κράτος να τις προστατεύει. Τα Καταλανικά μιλιούνται στην Καταλονία, στη Βαλένθια, στις Βαλεαρίδες Νήσους και στην Ανδόρα. Περίπου δέκα εκατομμύρια τα καταλαβαίνουν και οκτώμιση εκατομμύρια τα μιλάνε. Αλλά το μέλλον τους είναι λιγότερο βέβαιο από, λόγου χάρη, τα Δανέζικα, τα Σλοβάκικα ή τα Λετονικά, επειδή αυτά έχουν κράτος.

Ε: Το μυθιστόρημα διερευνά τη σύγκρουση του ατόμου με την κοινωνία και το προσωπικό συνυφαίνεται δεξιοτεχνικά με το πολιτικό και το φιλοσοφικό.
Α: Με ενδιαφέρει η Ιστορία των ιδεών. Δημιουργώ ένα παράδοξο μέσα στο μυθιστόρημα: από τη μια μεριά βλέπεις τη δύναμη της Ευρωπαϊκής κουλτούρας και την ίδια στιγμή την Ευρωπαϊκή βαναυσότητα. Για μένα είναι ένα παράδοξο στο οποίο δεν μπορεί να δοθεί λύση. Αυτό με κρατούσε να συνεχίζω να γράφω το μυθιστόρημα.
Προσπαθώ να πετύχω να φτιάχνω τους χαρακτήρες μου να μοιάζουν αληθινοί άνθρωποι ώστε ο αναγνώστης να τους βιώνει σαν τέτοιους – είναι κάτι που το παλεύω σ’ όλη μου τη ζωή. Δεν θα μπορούσα να είχα γράψει αυτό το μυθιστόρημα στα 20 ή στα 30 μου για τεχνικούς λόγους – δεν κατείχα την τεχνική τότε – αλλά πάνω απ’ όλα γιατί δεν είχα τις εμπειρίες ζωής που έχω τώρα στα 67 μου.
Πάντα διαβάζω, και μαθαίνεις πολλά διαβάζοντας. Όταν ήμουν 25, διάβαζα πολύ αλλά δεν είχα πολύ διάβασμα πίσω μου.

Ε: Ποιοι συγγραφείς σάς επηρέασαν;
Α: Διαβάζω πολλή ποίηση. Κάθε είδος ποίησης, αλλά κυρίως Καταλανική, γιατί πιστεύω πως η ποίηση είναι η ουσία της γλώσσας. Η κλασική ποίηση, είτε μεσαιωνική είτε σύγχρονη, μου δίνει τη στιλιστική ενέργεια που με ενδιαφέρει.
Διαβάζω κάθε είδος λογοτεχνίας, μυθιστορήματα σε μετάφραση ή όχι. Σέξπιρ, Τολστόι, Τόμας Μαν, Προυστ, Τζέιμς Τζόις – αυτοί είναι οι βασικοί συγγραφείς για μένα. Διαβάζω επίσης Καταλανούς πεζογράφους, αλλά είμαι παμφάγος όσον αφορά το διάβασμα Ρωσικής και Γερμανικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα. Μου αρέσει να επηρεάζομαι, είμαι ανοιχτός σε επιδράσεις.

Ε: Θέλατε ανέκαθεν να γίνετε συγγραφέας;
Α: Το σπίτι των γονιών μου είχε πολλά βιβλία. Ήμασταν πέντε αδέρφια και όλοι διαβάζαμε. Έτσι όταν έφυγα από το σπίτι, είχα ήδη διαβάσει πολλά βιβλία και ήθελα να διαβάσω περισσότερα. Τότε άρχισε η επιθυμία μου να γράψω. Αλλά δεν ήταν κάποια θεία επιφοίτηση με Χερουβείμ και Σεραφείμ από ψηλά. Όχι για μένα, τουλάχιστον.
Αφού ήμασταν πέντε αδέρφια κι εγώ ήμουν ο τέταρτος, καθώς μεγάλωναν και έφευγαν έπαιρνα ή καταλάμβανα τα δωμάτιά τους. Θυμάμαι πως, στο τελευταίο δωμάτιο που κατέλαβα, έγραψα ότι πραγματικά απολάμβανα το διάβασμα κι ότι τώρα ήθελα να δω αν μπορούσα να δημιουργήσω έναν χαρακτήρα και να τον κάνω να κινείται. Θυμάμαι πως η ιστορία ήταν πολύ μικρή – για ένα αγόρι στην ηλικία μου που πήγε με το ποδήλατό του στην κρήνη, ήπιε και γύρισε. Συναρπαστική πλοκή! Τη διάβασα και είπα: «Κοίτα, τον έκανα να κινείται.» Αλλά μετά σκέφτηκα: «Ποιος είναι, από πού έρχεται, πού πηγαίνει;»
Κάτι άλλο που άρχισα να κάνω εκείνη την εποχή περίπου, όταν ερωτεύτηκα το μυθιστόρημα – θύμωνα όταν ένα βιβλίο τέλειωνε κι έτσι έγραφα τη συνέχεια του μυθιστορήματος που διάβαζα. Κι αυτό είχε ένα πλεονέκτημα. Το μυθιστόρημα είχε ένα ύφος που μιμούμουν. Για αρκετές μέρες συνέχιζα την ιστορία και την άλλαζα – για παράδειγμα, ξαναζωντάνευα χαρακτήρες.

Ε: Περιγράφετε ότι θέλατε να κάνετε έναν χαρακτήρα να «κινείται». Οι χαρακτήρες σας κινούνται γεωγραφικά, αλλά "κινούν" και τα συναισθήματα των αναγνωστών.
Α: Σε ένα παλαιότερο μυθιστόρημά μου, στη Señoría, ένας σημαντικός χαρακτήρας πεθαίνει στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος. Διαδραματίζεται στη Βαρκελώνη στα τέλη του 18ου αιώνα και ο ήρωας πεθαίνει υπό σκοτεινές συνθήκες. Σκεφτόμουν ότι ίσως κάποιος θα ερχόταν να τον σώσει αλλά κανείς δεν ήρθε. Επηρεάστηκα τόσο από τον θάνατό του που για δέκα μέρες μού ήταν αδύνατο να γράψω. Αλλά συνήρθα και συνέχισα το γράψιμο. Διάφοροι αναγνώστες μού είπαν πως είχαν παρόμοια συναισθήματα με τα δικά μου όταν έγραφα. Και είμαι πεπεισμένος πως αν δεν είχα επηρεαστεί τόσο, ούτε ο αναγνώστης θα επηρεαζόταν. Έτσι λοιπόν παίρνω όλους τους χαρακτήρες μου στα σοβαρά – τους κεντρικούς, τους δευτερεύοντες, τους κομπάρσους. Ακόμη κι αν εμφανίζονται μόνο μια φορά, πρέπει να έχουν τη δική τους ζωή. Κάποιοι απουσιάζουν λογοτεχνικά αλλά ταυτόχρονα είναι πολύ, πολύ παρόντες.

Ε: Γιατί βάλατε το θέμα της μουσικής στο Confiteor;
Α: Το βιολί μπήκε από μόνο του στην ιστορία. Δεν είχα προβλέψει ότι το βιολί θα ήταν ένας από τους βασικούς άξονες του μυθιστορήματος, αλλά από τη στιγμή που έφτιαξα τον πατέρα ως έναν χαρακτήρα που τον ενδιαφέρουν οι αντίκες, είχα την ιδέα πως ένα συγκεκριμένο αντικείμενο θα συνόδευε τον Αντριά σε όλη του τη ζωή. Αυτό έγινε το βιολί, το οποίο είναι ένα τόσο σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του πατέρα του και του τραγικού του τέλους.
Το βιολί έχει επίσης και μια συμβολική διάσταση. Έτσι άρχισα να το βλέπω κάπως διαφορετικά. Ο Αντριά ανήκει στη ζωή του βιολιού, γιατί η ζωή του βιολιού έχει πολύ, πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από τη ζωή του Αντριά ή του πατέρα του. Αυτό λοιπόν με τράβηξε στο παρελθόν και ακολούθησα την ιστορία του βιολιού.
Μια και μου πήρε οκτώ χρόνια να γράψω το μυθιστόρημα, είχα χρόνο να το σκεφτώ. Με ενδιέφεραν τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου τού από πού ήταν το ξύλο από το οποίο ήταν κατασκευασμένο το βιολί. Αυτό με πήγε σε όλη την οικογένεια, στα αδέρφια που ζούσαν από την ξυλεία του δάσους. Αυτό ήταν ένα ολόκληρο διαφορετικό σύμπαν. Κι ύστερα χρειάστηκε να το ενσωματώσω στο υπόλοιπο μυθιστόρημα χωρίς να φαίνονται οι ραφές. Σκεφτόμουν: «Βρήκα το δέντρο, ας πάω στον σπόρο.» Ανακαλύπτω πράγματα μέσα από τη διαδικασία της συγγραφής.
Θυμάμαι που περπατούσα κοντά σε ένα μοναστήρι με τη γυναίκα μου και τον αδερφό μου, ο οποίος είναι βιολόγος. Του εξηγούσα πως είχα γράψει για το ξύλο εκείνης της περιοχής και μου είπε ότι οι σπόροι μπορεί να βρίσκονται εν υπνώσει για πολλά, πολλά χρόνια, ακόμη και για αιώνες. Έμεινα άναυδος. Στη διαδικασία της συγγραφής υπάρχουν πάντα τέτοιες στιγμές αποκάλυψης.

Ε: Το μυθιστόρημα είναι πλούσιο σε λεπτομέρειες. Μπορείτε να περιγράψετε τις ερευνητικές διαδικασίες που ακολουθήσατε;
Α: Στην πορεία, για ορισμένα πράγματα συνειδητοποιείς: «Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτό.» Σκέφτεσαι: «Θα φαίνεται γελοίο αυτό;» Οπότε ενόχλησα πάνω από εκατό διαφορετικούς ανθρώπους στη διαδρομή αυτού του βιβλίου. Κι όταν το τελείωσα, το έδωσα σε έξι-εφτά αναγνώστες που εμπιστεύομαι, που είναι πάντα οι ίδιοι, αλλά το έδωσα και σε έναν αδερφό μου που είναι γιατρός και του ζήτησα να το διαβάσει. Με βοήθησε πολύ. Είναι καλό να έχεις μια ομάδα αναγνωστών που εμπιστεύεσαι. Καθώς τα παιδιά μου έχουν μεγαλώσει, μπήκαν κι αυτά στην ομάδα. Όταν βρουν κάτι, θα μου το πουν – ή θα σιωπήσουν για πάντα.
Η έρευνα είναι απαραίτητη. Όμως, πρέπει να προσέχεις να μην πέσεις στην παγίδα της. Πρέπει να σου μένει χρόνος και για το γράψιμο. Για να αποφύγω την παγίδα, απλώς ρίχνομαι στην άβυσσο ενώ ταυτόχρονα γνωρίζω πως αν έχω στα χέρια μου μια πληροφορία για την οποία δεν ξέρω αρκετά, πρέπει να βρω κάποιον να μιλήσω γι’ αυτή.

Ε: Το ζήτημα της αδυναμίας γνώσης εμφανίζεται στο Confiteor. Ο αφηγητής λέει ότι «υπάρχουν τμήματα της ψυχής που δεν πιστεύω ότι γνωρίζεις πραγματικά γιατί σε κάθε περίπτωση είναι αδύνατο να γνωρίζεις κάποιον απόλυτα.»
Α: Ο αναγνώστης διαθέτει πληροφορίες για τους χαρακτήρες που οι ίδιοι οι χαρακτήρες δεν διαθέτουν. Όλοι έχουμε τις κρυφές μας πλευρές. Ακόμη κι εγώ συνειδητοποιώ πράγματα για τους χαρακτήρες μου μόνο μέσα από τη διαδικασία της συγγραφής, όπως προχωράω.
Νομίζω πως αυτό ισχύει και στην πραγματική ζωή – ποτέ δεν γνωρίζουμε κάποιον απόλυτα. Τα μυστικά είναι σημαντικά για να δημιουργηθεί ένα αληθοφανές αφηγηματικό έργο. Οι χαρακτήρες έρχονται στον μυθιστορηματικό κόσμο με τα μυστικά τους, όπως συμβαίνει με όλους μας. Όσο ειλικρινείς και να προσπαθούμε να είμαστε στις σχέσεις μας, ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίσουμε κάποιον απόλυτα. Από αφηγηματική σκοπιά, είναι πολύ σημαντικό και ευχάριστο – θέλεις να υπάρχουν αυτά τα μυστικά. Το μυστικό είναι ουσιώδες μέρος της δημιουργίας του μυθιστορήματος.

Ε: Το βιβλίο καταπιάνεται επίσης με τη μνήμη, και με το ζήτημα της ανάκλησης των αναμνήσεων. Σας συνάρπαζε πάντα αυτό;
Α: Με ενδιαφέρει το πώς η μνήμη και η εξουσία υπεισέρχονται μαζί στο κακό. Είναι εμμονές μου που υπάρχουν σε διάφορα σημεία του βιβλίου, σαν το θέμα της μουσικής. Ξέρω πως εδώ κι εκεί κάποια εμμονή μου θα εμφανιστεί. Δεν ξέρετε πόσα γλιτώνω σε έξοδα για ψυχίατρους με αυτό το γράψιμο!
Το αντίθετο της μνήμης – η ιδέα της λήθης – ήταν η αφετηρία για ένα μυθιστόρημα που τιτλοφορείται L’ombra del eunuch [Η σκιά του ευνούχου]. Τα παιδιά μου γνώρισαν τον πατέρα μου, αλλά όχι τη μητέρα μου, και δεν γνώρισαν κανέναν από τους παππούδες μου. Γνώρισαν μία από τις γιαγιάδες της γυναίκας μου, αλλά όχι τον πατέρα της. Τα παιδιά των παιδιών μου δεν γνώρισαν κανέναν από εκείνη τη γενιά – έτσι είναι η ζωή, συμβαίνει σε όλες τις οικογένειες. Αλλά σκέφτεσαι: «Πώς μπορώ να τους διασώσω από τη λήθη;»

Ε: Ένας από τους χαρακτήρες σας λέει: «Ξέρω πως βγάζω απ’ το μυαλό μου διάφορα. Αλλά και πάλι λέω την αλήθεια.»
Α: Χαίρομαι που το προσέξατε αυτό, καθώς η ουσία του μυθιστοριογράφου είναι να επινοεί ιστορίες και ταυτόχρονα να λέει την αλήθεια. Και ο Αντριά το καταλαβαίνει αυτό πολύ καλά. Ο τρόπος με τον οποίο καταφέρνει να εκφράζει κάποια πράγματα είναι επινοώντας πολλά απ’ αυτά, αλλά μέσα από αυτά τα «ψέματα» θα δεις την αλήθεια. Για μένα αυτή είναι μία από τις ουσιώδεις πλευρές της αφήγησης. Με ενοχλεί όταν ακούω κάποιον μυθιστοριογράφο να λέει πως η δουλειά μας είναι να γράφουμε ψέματα. Οι μυθιστοριογράφοι μιλάνε την αλήθεια.

Ε: Το έργο σας έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Πιστεύετε πως η ανταπόκριση του κοινού διαφέρει ανάλογα με το από ποιο μέρος του κόσμου είναι ο αναγνώστης;

Α: Μεθαύριο πηγαίνω στην Πολωνία και σύντομα στη Βουδαπέστη. Παντού βρίσκεις αναγνώστες που ενδιαφέρονται, παρόλο που η ιστορία διαδραματίζεται εδώ, σ’ αυτή ακριβώς τη γειτονιά. Δεν έχει σημασία ο τόπος όπου διαδραματίζεται αν υπάρχει η πρόθεση να την κάνεις παγκόσμια. Αυτό προσπαθώ να πετύχω.

* Ο μεταφραστής του μυθιστορήματος δηλώνει πως ο συγγραφέας ζήτησε να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος της ελληνικής έκδοσης το λατινικό ρήμα confiteor, που σημαίνει ομολογώ, εξομολογούμαι τις αμαρτίες μου. Όμως ο πρωτότυπος τίτλος είναι στα καταλανικά Jo confesso, στα ισπανικά Yo confiesco και στα αγγλικά μεταφράστηκε ως Confessions. Το μυθιστόρημα θα συζητηθεί στην επόμενη συνάντηση της λέσχης μας, στις 23 Οκτωβρίου 2016.

Ο Ζάουμε Καμπρέ (Jaume Cabre) γεννήθηκε το 1947 στη Βαρκελώνη. Σπούδασε καταλανική φιλολογία. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Λέριδα. Είναι επίσης μέλος του Ινστιτούτου Καταλανικών Σπουδών. Εδώ και χρόνια συνδυάζει επαγγελματικά την εκπαίδευση και τη συγγραφή. Έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια, τηλεοπτικά και κινηματογραφικά σενάρια. Στα ελληνικά, εκτός από το Confiteor [εκδόσεις Πόλις], κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάπυρος το μυθιστόρημα Οι φωνές του Ποταμού Παμάνο.

[Μετάφραση της συνέντευξης από τα αγγλικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
Συνέχεια →
Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015

Συνέντευξη Χαβιέρ Θέρκας με αφορμή το μυθιστόρημα "Οι νόμοι των συνόρων"

0 σχόλια
Συνέντευξη του Χαβιέρ Θέρκας στο el diario www.eldiario.es  στις 3/4/2013 στον Sergio Collado – Girona.

Πέρα από τη συγκεκριμένη ιστορία, τι προσθέτουν «Οι νόμοι των συνόρων» στη βιβλιογραφία σας;
Όλα τα βιβλία που γράφω μου φαίνονται ότι είναι διαφορετικά και όλα με κάποιον τρόπο μοιάζουν γιατί τα έχω γράψει εγώ. Τα βιβλία δεν απαντούν στα ερωτήματα που τίθενται αν δεν δομηθούν με τον πιο σύνθετο πιθανό τρόπο. Και καθώς το ερώτημα που τίθεται είναι διαφορετικό σε κάθε βιβλίο, ο τρόπος που δομούνται είναι διαφορετικός. Είναι πολύ συνηθισμένο εμείς οι συγγραφείς να κάνουμε κόλπα: αν ένα βιβλίο σού άρεσε, το επόμενο είναι λίγο-πολύ το προηγούμενο μεταμφιεσμένο… εγώ προσπαθώ πάντα να το αποφεύγω αυτό.
Μοιάζει παραδοξότητα ή μια πάλη του συγγραφέα με τον εαυτό του…
Αυτό το βιβλίο δεν θα πρέπει να μοιάζει σε τίποτα με τα προηγούμενά μου και ταυτόχρονα να μοιάζει πολύ γιατί οι εμμονές μου, ο τρόπος που βλέπω τα πράγματα, είναι αυτό που είναι. Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους κινείται ο συγγραφέας που προσπαθεί, όπως εγώ, να συλλάβει την αλήθεια, δημιουργώντας παραλλαγές πάνω σε μια σειρά θεμάτων.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως το μυθιστόρημα αυτό είναι ένας συνδυασμός λογοτεχνικών ειδών;
Το μυθιστόρημα κατά βάση είναι μια εκτεταμένη και σύνθετη ιστορία έρωτα ανάμεσα σε τρία άτομα, γεμάτη αμφισημίες και σκοτεινά σημεία.
Πιθανόν να έχει στοιχεία νουάρ… Γράφω αντι-αστυνομικά παρά αστυνομικά μυθιστορήματα: ποτέ δεν μαθαίνεις στο τέλος ποιος σκότωσε ποιον. Αυτό είναι το κέντρο του βιβλίου. Ένα φίλος μου ποιητής, ο Κάρλος Μαρθάλ, λέει πως γράφω υπαρξιακά θρίλερ, θρίλερ στα οποία το να ανακαλύψεις ποιος έκανε τι θέτει ηθικά και πολιτικά ζητήματα, δεν είναι σαν απλώς να λύνεις ένα σταυρόλεξο.
Έγραψες από μνήμης το πρώτο μέρος του βιβλίου που διαδραματίζεται το καλοκαίρι του ’78;
Όχι, πάντα κάνω έρευνα πριν γράψω. Είναι, όπως λέει ο Βάργκας Γιόσα, σαν να «ψεύδεσαι με την αλήθεια», κάτι για το οποίο χρειάζεται έρευνα. Βέβαια, άντλησα επίσης από τη μνήμη μου, αλλά υπάρχουν λεπτομέρειες που χρειάστηκα να τις ψάξω σε αρχεία ή να τις συζητήσω με πρόσωπα που τις γνώριζαν.
Όμως από την άλλη δεν σου αρέσει η ετικέτα του «ιστορικού μυθιστορήματος»…
Απεχθάνομαι την ετικέτα του «ιστορικού μυθιστορήματος». Μου φαίνεται οξύμωρο, μια αντίφαση: ή είναι μυθιστόρημα ή είναι Ιστορία, αλλά και τα δυο μαζί όχι… Δεν γράφω ιστορικά μυθιστορήματα, γράφω μυθιστορήματα με ιστορική αίσθηση, όπου η Ιστορία παίζει έναν ρόλο. Ανακάλυψα ότι το παρελθόν είναι μια διάσταση του παρόντος, πως το παρόν από μόνο του δεν βγάζει νόημα. Το παρελθόν βρίσκεται εδώ, μέσα στο παρόν.
Ένα από τα μοντέλα των εφήβων της εποχής εκείνης ήταν οι νεαροί κίνκι. Θα μπορούσε επίσης να είναι ένα κείμενο που αναφέρεται σε μια γενιά;
Αυτά τα παιδιά, οι νεαροί με παραβατική συμπεριφορά, δεν είναι ένα φαινόμενο αποκλειστικά  ισπανικό ή καταλανικό της εποχής εκείνης, είναι μια παραλλαγή, μια ενσάρκωση ενός παγκόσμιου μύθου, όπως εμφανίζεται εκείνη τη στιγμή: ο μύθος του έφηβου ληστή, του έφηβου παραβάτη – ο μύθος του Μπίλι δε Κιντ, για παράδειγμα. Αυτά τα παιδιά που μυθοποιήθηκαν – που μετατράπηκαν σε έναν θρύλο για το σινεμά, τη λογοτεχνία, τα μέσα επικοινωνίας, τη μουσική – δεν ήταν ξένα προς τη δική μου εμπειρία, ήταν μέρος του φυσικού μου χώρου και οι άνθρωποι της γενιάς μου συμβίωναν μαζί τους.
Δεν μου ήταν δύσκολο να μπω στο πετσί τους.
Ο έφηβος είναι μια πολύ δυνατή λογοτεχνική φιγούρα.
Είναι η πρώτη φορά που γράφω σχετικά με εφήβους. Ίσως επειδή έχω έναν γιο στην εφηβεία… Ένα πρόσωπο του μυθιστορήματος λέει πως «να αγαπάς τα παιδιά είναι εύκολο, το δύσκολο είναι να μπεις στο πετσί τους». Ίσως αυτό το βιβλίο είναι μια προσπάθεια να μπω στο πετσί του γιου μου, να ξαναγίνω ο έφηβος που κάποτε ήμουν.
Δυο ηλικίες, δυο κρίσεις. Της εφηβείας και των σαράντα.
Το πρώτο μέρος είναι ένα είδος μυθιστορήματος μαθητείας, το γερμανικό bildungsroman. Μία αφήγηση όπου ένας μυθιστορηματικός ήρωας ανακαλύπτει την ουσία της ζωής – τη βία, το σεξ, τον έρωτα – και γίνεται άνδρας. Στο δεύτερο μέρος ανακαλύπτουμε πως η ωριμότητα είναι μια παγίδα, μια ψευδαίσθηση, και ότι κατά βάθος πάντα κουβαλάμε μέσα μας μια απόλυτη ανωριμότητα, έναν έφηβο. Στον πρωταγωνιστή συμβαίνει αυτό που συμβαίνει σε πολύ κόσμο στα 40 του, σκέφτεται πως αυτή δεν είναι η ζωή που θα ήθελε, πως πήρε λάθος δρόμο και πιστεύει πως ανακτώντας το παρελθόν θα βρει τη ζωή που έψαχνε. Κι αυτό είναι ψευδαίσθηση. Η ψευδαίσθηση πως όλοι πρέπει να αλλάξουμε ζωή.
Ήρθες στη Χερόνα από το Ιμπαχερνάνδο[Κάθερες, Εστρεμαδούρα] όταν ήσουν 4 χρονών. Μοιράζεσαι λοιπόν την εμπειρία του εσωτερικού μετανάστη με τα πρόσωπα του μυθιστορήματος;
Όταν είσαι μετανάστης, είσαι για πάντα.  Δεν είναι το αν ενσωματώθηκα στην πόλη ή στη χώρα, είμαι εντελώς Χερονιανός, αλλά ο τρόπος που είμαι Χερονιανός είναι του ανθρώπου που μετανάστευσε σε άλλο μέρος. Θα είμαι πάντα ένας τσαρνέγο [εσωτερικός μετανάστης], δεν υπάρχει τρόπος να αλλάξω σελίδα. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν καμιά σχέση με τον τόπο καταγωγής τους, αλλά εγώ δεν ανήκω σ’ αυτούς. Κατάγομαι από μια οικογένεια με βαθιές ρίζες στην Εστρεμαδούρα, έχω σπίτι εκεί και συγγενείς.  Οι ήρωες του βιβλίου είναι «εκτοπισμένοι», ναι, αλλά αυτοί οι «εκτοπισμένοι» έφτιαξαν αυτή την πόλη κι αυτή τη χώρα. Είμαι ένας ξεριζωμένος και σίγουρα γι’ αυτό έχω γίνει συγγραφέας.
Μήπως η φόρμουλα και το κίνητρο για να γράψεις είναι αυτό το «τι θα είχε συμβεί αν»;
Έτσι αρχίζουν πάντα τα μυθιστορήματα. Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, όπως θα έλεγε ο Μίλαν Κούντερα, είναι ένα υποθετικό εγώ, μια πιθανότητα στην οποία εγώ ο ίδιος δεν υλοποιήθηκα. Ο Θερβάντες ξύπνησε μια μέρα και είπε «κι αν αντί να ήμουν εγώ, ένας άνθρωπος που έκανε φυλακή και πολέμησε στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, είχα περάσει όλη μου τη ζωή στο χωριουδάκι της Λα Μάντσα διαβάζοντας βιβλία για την ιπποσύνη;». Κι έτσι αρχίζει το μυθιστόρημα. Αυτό δεν πάει να πει πως ο Δον Κιχότης είναι ο Θερβάντες: Ο Θερβάντες είναι ο Δον Κιχότης, ο Σάντσο Πάντσα και όλα τα πρόσωπα του βιβλίου. Το ίδιο κι εγώ είμαι όλα τα πρόσωπα του «Οι νόμοι των συνόρων».
Στο βιβλίο περιγράφεις δύο Χερόνες, την παλιά και τη σημερινή, τη μετασχηματισμένη.
Υπάρχει μια Χερόνα σκοτεινή, γκρίζα, μια πόλη τριτοκοσμική, υπαλληλική και βρώμικη, η πόλη της δεκαετίας του ’60 που παρουσιάζεται στην αρχή του βιβλίου, αλλά στο 1978. Η Χερόνα του σήμερα είναι πολύ διαφορετική και ένα πρόσωπο στο βιβλίο μιλάει για «μια πόλη γελοιωδώς αυτάρεσκη», εγώ δεν συμφωνώ απαραίτητα. Μπορώ να νιώσω νοσταλγία για εκείνη την παλιά πόλη γιατί η σημερινή είναι ασύγκριτα καλύτερη.
Μιλώντας για έφηβους ήρωες στους «Νόμους των συνόρων»… μπορούμε να σκεφτούμε και ένα νέο αναγνωστικό κοινό;
Δεν με προβληματίζει αν θα προσελκύσω αναγνωστικό κοινό, αλλά πώς θα γράψω ένα όσο το δυνατό καλύτερο βιβλίο. Το κοινό; Δεν ξέρω ποιος είναι το κοινό; Υπάρχουν αναγνώστες και ο κάθε αναγνώστης είναι διαφορετικός. Ποτέ δεν σκέφτηκα να γράψω για έφηβους, για ενήλικες, για γυναίκες. Πού στο διάολο ξέρεις τι τους αρέσει;! Μου φαίνεται πως είναι ο δρόμος για την απόλυτη καταστροφή. Δεν έχω ιδέα πώς γίνεται αυτό. Γράφω το βιβλίο που αρέσει σε μένα με την ελπίδα ότι θα αρέσει στους άλλους, όμως δεν προβληματίζομαι γι’ αυτό. Προφανώς ένας συγγραφέας γράφει για τον εαυτό του, Γράφεις για τον αναγνώστη που εσύ είσαι.
                   
Μπορείτε εδώ να διαβάσετε τη συνέντευξη στα Ισπανικά: 


[Μετάφραση από τα Ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
Συνέχεια →

Συνέντευξη του Χαβιέρ Θέρκας με αφορμή τους "Στρατιώτες της Σαλαμίνας"

0 σχόλια
Ηλεκτρονική συνέντευξη του Χαβιέ Θέρκας (11 Σεπτεμβρίου 2001) στην Ισπανική εφημερίδα El Mundo (elmundo.es)

Έχετε συνειδητοποιήσει ότι βρήκατε μία καινούργια μορφή μυθιστορηματικής αφήγησης;
Καλημέρα, συνάδελφε. Δεν πιστεύω ότι είναι μια νέα μορφή μυθιστορηματικής αφήγησης . εν πάση περιπτώσει, ίσως πρόκειται για ανανέωση παλαιών μορφών. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει τίποτα που να είναι απόλυτα καινούργιο, μεταξύ άλλων και επειδή, όπως λέει ο Ντ’ Ορς, ό,τι δεν είναι παράδοση είναι λογοκλοπία. Επιπλέον, αυτό που πράγματι προσπάθησα είναι να πω κάτι ξεχωριστό, στηριζόμενος στην παράδοση. Η Κάθοδος των Μυρίων του Ξενοφώντα -για παράδειγμα- δεν θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί μια τέτοια αφήγηση;

Έχει κάποια σχέση με το λογοτεχνικό σας έργο το γεγονός ότι γεννηθήκατε στην Εστρεμαδούρα;
Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι, αν και δεν έζησα πολύ καιρό εκεί πέρα, η Εστρεμαδούρα παίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου.

Πιστεύετε ότι υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα στον πολεμιστή (θεωρώ ότι αυτό είναι ο Μιράγιες) και στον στρατιώτη;
Δεν ξέρω . δεν το έχω σκεφτεί. Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι ότι ο Μιράγιες είναι και στρατιώτης και πολεμιστής (αν και δεν θα ήθελα να είμαι ούτε το ένα ούτε το άλλο) .  από την άλλη, ένας στρατιώτης (και υπήρξα τέτοιος, icarajo) δεν είναι πάντα και πολεμιστής.

Δεν σας ενοχλεί η θετική κριτική υποδοχή αυτού του βιβλίου στην προετοιμασία του επόμενου; Την περιμένατε;
Με κανένα τρόπο δεν περίμενα την επιτυχία του βιβλίου, όπως μπορείτε να φανταστείτε. Όσον αφορά την κριτική επιτυχία, σίγουρα μου φαίνεται φανταστική (και, μεταξύ μας, με ενοχλεί και λίγο), όμως δεν πιστεύω ότι η κριτική θα είναι πιο απαιτητική μαζί μου απ’ όσο είμαι εγώ με τον εαυτό μου, έτσι λοιπόν δεν έγινε τίποτα. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ και να συνεχίσω να δουλεύω. Επίσης πρέπει να πω ότι δεν μου έχει γίνει κατά κανένα τρόπο έμμονη ιδέα το να εκδίδω: προσπαθώ να γράφω καλά βιβλία, κι αυτό είναι το μόνο που με απασχολεί.

Πώς αισθανθήκατε όταν διαβάσατε το άρθρο του Βάργκας Γιόσα που επαινούσε το μυθιστόρημα σας;
Τι να σου πω! Με ευχαρίστησε και με άγχωσε εξίσου (ή μάλλον περισσότερο με άγχωσε). Όμως σε τελική ανάλυση δεν γίνεται να ζητήσει κανείς τίποτα περισσότερο. Εγώ δεν ζητάω τίποτα περισσότερο.

«Στρατιώτες της Σαλαμίνας»: είναι η αλήθεια της Ιστορίας ή η ιστορία της Αλήθειας;  
Το μυθιστόρημά μου δεν αποβλέπει στην αλήθεια των γεγονότων, παρά μόνο σε μια λογοτεχνική αλήθεια, είναι ηθικός λόγος, είναι παγκόσμιος λόγος, που είναι η αλήθεια στην οποία πάντα αποβλέπει η λογοτεχνία. Παρ’ όλα αυτά, όσο μου ήταν δυνατό προσπάθησα να μείνω πιστός στα γεγονότα, και τα άλλαζα όταν μένοντας πιστός σ’ αυτά κατέληγα να προδίδω την αλήθεια που επιδίωκα. Τελικά, το θέμα παραείναι περίπλοκο για να ισχυριστώ ότι το εξάντλησα, αλλά κάπου εδώ έγκειται το όλο ζήτημα. 


Από ποιες λογοτεχνικές πηγές έχεις αντλήσει περισσότερο;
Συνηθισμένη ερώτηση, συνάδελφε! Τελοσπάντων, αυτό θα σου πω: αν θα έπρεπε να αναφέρω δυο συγγραφείς του 20ου αιώνα, θα ανέφερα τον Κάφκα και τον Μπόρχες. Αυτόν τον καιρό διαβάζω Κόρμακ ΜακΚάρθι, που μου αρέσει πάρα πολύ. Πιστεύω πως έχω μάθει πολλά από άλλους συγγραφείς, για παράδειγμα από τον Μπιόι Κασάρες. Δεν ξέρω αν απαντώ στην ερώτηση .  φοβάμαι πως όχι.

Ποιους συγγραφείς αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς;
Σε παραπέμπω στην προηγούμενη απάντηση.

Διάβασα το βιβλίο σας Ο Ένοικος. Από πότε αγαπάτε το γράψιμο; Τι σχέδια έχετε για τη ζωή σου;
Άρχισα να ασχολούμαι στα σοβαρά με το γράψιμο στα είκοσί μου. Τα σχέδιά μου δεν έχουν αλλάξει καθόλου εδώ και καιρό (ή μάλλον αλλάζουν καθημερινά) . επαναλαμβάνω αυτό που είπα πριν: προσπαθώ να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ και να συνεχίσω να δουλεύω.

Ποια η γνώμη σας για τα λογοτεχνικά βραβεία;
Εξαρτάται από το βραβείο. Γενικά, το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι ποτέ δεν έχω πάει σε κανένα . δεν το λέω με υπεροψία . το λέω γιατί είναι αλήθεια. Και δεν έχω τίποτα ενάντια σε όσους πηγαίνουν, ούτε ενάντια σε όσους τα διοργανώνουν.

Τι σκέφτεται για την ποίηση ένας μυθιστοριογράφος όπως εσείς;
Μου αρέσει. Διαβάζω ποίηση. Μου φαίνεται ότι είναι ένα λογοτεχνικό είδος εξαιρετικά δύσκολο, επειδή είναι πολύ εύκολο να γραφτεί (δηλαδή, να φτιάξει κανείς στίχους), όμως το να γραφτεί καλή ποίηση είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο.

Γιατί συνεχίζει – κατά τη γνώμη σας – να είναι τόσο επίκαιρο το θέμα του Εμφυλίου Πολέμου στη λογοτεχνία;
Για μένα, σ’ αυτό το τελευταίο μυθιστόρημα, δεν ήτανε ένα απλό θέμα, αλλά μια έμμονη ιδέα. Πάντα με ενδιέφερε. Από την άλλη, έχε υπόψη σου ότι ο Εμφύλιος Πόλεμος ήταν η μεγάλη ισπανική περιπέτεια του 20ου αιώνα, μια περιπέτεια στην οποία υπάρχουν τα πάντα, από την πλέον υψηλόφρονα πράξη ως τη χειρότερη αθλιότητα. Ίσως γι’ αυτό συνεχίζει να μας στοιχειώνει. Κι επίσης γιατί είναι μια σημαντική καμπή στον αιώνα που πέρασε, το γεγονός που κατά μία έννοια τον καθόρισε.

Πώς βρεθήκατε να διδάσκετε στο Πανεπιστήμιο της Χερόνα;
Βγάζω το ψωμί μου. Έζησα τα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια στη Χερόνα, γιατί οι γονείς μου είχαν μεταναστεύσει εκεί. Τώρα (εδώ και δυο χρόνια) ζω κι εγώ εκεί. Για να πω την αλήθεια, μου αρέσει να διδάσκω στο πανεπιστήμιο.

Για πότε υπολογίζετε το καινούργιο σας βιβλίο; Μπορείτε να μας δώσετε μια ιδέα για τη θεματική του;
Δεν ξέρω πότε θα βγει το καινούργιο μου βιβλίο, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν βιάζομαι. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να είναι καλό, κι όχι αν θα βγει γρήγορα.
 Πριν να βγει αυτό το τελευταίο μυθιστόρημα δούλευα διάφορα πράγματα. Τώρα θα δούμε τι θα βγει, αν βγει κάτι. Κι αν δεν βγει τίποτα που να με ικανοποιεί, πετιέται στον κάλαθο των αχρήστων και ας πάει στο καλό. Ο Βαλερί λέει πως ένας αληθινός συγγραφέας αναγνωρίζεται πρώτα απ’ όλα από αυτά που πετάει στον κάλαθο των αχρήστων μάλλον παρά από αυτά που δημοσιεύει.

Ως δημοσιογράφος ασχολείστε με τα πολιτιστικά. Ποιος ή ποιοι ισπανοί συγγραφείς σάς φαίνονται υποεκτιμημένοι και ποιοι υπερεκτιμημένοι;
Υπάρχουν λιγότερο γνωστοί συγγραφείς που μου αρέσουν πολύ: μπορώ να αναφέρω τον AG Porta, που μόλις δημοσίευσε ένα καταπληκτικό μυθιστόρημα το οποίο συνιστώ ανεπιφύλακτα: El peso de aire (Το βάρος του αέρα). Μου αρέσουν κι άλλοι ισπανοί συγγραφείς, αλλά αν άρχιζα να δίνω ονόματα θα ήταν πολύ μακρύς ο κατάλογος, κι επιπλέον σίγουρα κάποιον θα ξεχνούσα. Όσον αφορά τους υπερεκτιμημένους, δεν μου φαίνεται ότι είναι σωστό να τους υποδείξω εγώ, αν υπάρχουν τέτοιοι: έχετε υπόψη ότι ως δημοσιογράφος δεν είμαι ειδικός στα πολιτιστικά, παρ’ όλο που γράφω (ή έγραφα) στις πολιτιστικές σελίδες. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Θεωρείτε ότι είναι πιθανό να γυριστεί ταινία κάποιο μυθιστόρημά σας; Από τον Garci ίσως;
Όπως έχει ήδη γραφτεί στις εφημερίδες, μπορώ να πω ότι, αν δεν συμβεί τίποτα άλλο (και δεν νομίζω να συμβεί), ο Νταβίντ Τρουέμπα θα γυρίσει ταινία τους Στρατιώτες της Σαλαμίνας.

Συστήστε μου ένα βιβλίο, εκτός από το δικό σας βέβαια.
Το Ματοβαμμένος Μεσημβρινός, του Κόρμακ ΜακΚάρθι.

Είναι αναγκαία η κατάλληλη προώθηση για την επιτυχία ενός μυθιστορήματος; Περισσότερο από την ίδια του την ποιότητα;
Δεν ξέρω. Σε κάθε περίπτωση, η επιτυχία ενός μυθιστορήματος μετριέται από την ποιότητά του όπως και, αν θέλετε, από τα συναισθήματα που είναι ικανό να προκαλέσει στους αναγνώστες. Έχω την ελπίδα πως ένα καλό μυθιστόρημα είναι από μόνο του ικανό να ανοίξει τον δρόμο του προς το αναγνωστικό κοινό. Κι αυτό για έναν μόνο λόγο: επειδή, αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύουν ορισμένοι ανόητοι, ο αναγνώστης δεν είναι ηλίθιος.

Τι πρέπει να κάνει κανείς για να εκδώσει ένα βιβλίο;
Να γράψει ένα βιβλίο (ει δυνατόν καλό) και να το στείλει σε έναν εκδότη.

Ο Μιράγιες τελικά είναι ο ηττημένος και ο Σάντσεθ Μάθας ο νικητής. Αυτό οφείλεται στο ότι η Αριστερά είναι καταδικασμένη να χάνει ακόμη κι όταν κερδίζει;
Εξαιρετικά πολύπλοκη ερώτηση, μα την αλήθεια. Περίεργο αλλά ίσως ο Μιράγιες είναι ο αυθεντικός νικητής και ο Σάντσεθ Μάθας ο ηττημένος. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία», λέει ένας στίχος του Μπόρχες. «Ότι αυτοί θα αντικρίσουν τον Κύριο». Ίσως αυτός που αντικρίζει τον Θεό – μεταφορικά, βέβαια – κερδίζει τελικά στ’ αλήθεια. Δεν ξέρω. Όσον αφορά την Αριστερά, εντάξει, ας το αφήσουμε για κάποια άλλη στιγμή.

Ξέρετε αν ο Σάντσεθ Φερλόσιο έχει διαβάσει το βιβλίο; Τι γνώμη έχει η οικογένεια του Σάντσεθ Μάθας;
Δεν ξέρω αν το έχει διαβάσει. Υποψιάζομαι πως όχι. Ούτε γνωρίζω τι γνώμη έχει για το βιβλίο η οικογένεια του Σάντσεθ Μάθας. Δεν έχω μιλήσει μαζί τους.


Πόσο σας πήρε να γράψετε το μυθιστόρημα;
Είναι δύσκολο να πω: αυτό που λέμε γράψιμο, όχι πάρα πολύ: 14 με 15 μήνες. Αλλά η τεκμηρίωση, το ψάξιμο, κλπ πήραν πολύ περισσότερο. Και πέρασα πολλά χρόνια σκεφτόμενος διάφορα από τα πράγματα που εμφανίζονται στο βιβλίο.

Έχετε μιλήσει με τον Βάργκας Γιόσα για το μυθιστόρημά σας;
Είχα μια σύντομη τηλεφωνική συνομιλία μαζί του. Κι απόψε θα του μιλήσω με περισσότερη ηρεμία.

Ευχαριστώ πολύ για τις ερωτήσεις. Στο επανιδείν.

[Μετάφραση από τα Ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]


Συνέχεια →

Ετικέτες